Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Κυριακή της κρίσεως - Εδώ είν' ο παράδεισος κι η κόλαση είναι εδώ

- Δάσκαλε, βρήκα μια απόδειξη ότι δεν υπάρχει κόλαση…!
Αυτό φώναζε θριαμβολογώντας ένας μαθητής του Βολταίρου, σε κείνον τον πανέξυπνο και βραχυκυκλωμένο στον εγωιστικό αυτοεγκλωβισμό του φιλόσοφο.
Εκείνος χωρίς καθόλου να γοητευτεί τον ρώτησε απλά:
- Πόσο καιρό χρειάστηκες;
- Δύο μήνες απάντησε ο… εξερευνητής.
Και τότε ο γέρο-Βολταίρος (το περιστατικό είναι στα τέλη της ζωής του) τον προσγείωσε ανωμάλως:
- Είσαι "ευτυχής"! 60 χρόνια προσπαθώ και ακόμα δεν βεβαιώθηκα.
Έχει δίκιο ο Βολταίρος. Τέτοια θέματα είναι θέματα ζωής. Συγχρόνως έχει άδικο ο Βολταίρος, επειδή δεν συνειδητοποίησε ότι είναι όρος απαράβατος, τέτοιες απορίες, να είναι υπαρξιακές αγωνίες και όχι απορίες του μυαλού! Όταν καταλαβαίνω ότι η απάντηση απαιτεί να πληρώσω ό,τι και αν κοστίζει, και ότι δεν είναι νοητό να μπαίνω στις κακομοίρικες λογικές: - Κάτι φθηνότερο δεν υπάρχει;
Όχι δεν υπάρχει κάτι φθηνότερο. Ο Θεός μας αξιολογεί όπως και όσο τον εαυτό του"Ἐγώ εἶπα Θεοί ἐστέ καί υἱοί ὑψίστου πάντες’’ (Ψαλμ. ). Δεν γίνεται όμως να γίνουμε ούτε και… θεοί, χωρίς την θέλησή μας αφού δεν υπάρχει υποχρεωτικό καλό! [Πάρα πολλοί άνθρωποι βλέπουν την παγκόσμια σύγχυση ως φανέρωση της ανυπαρξίας του Θεού και όχι ως αποτέλεσμα μιας ελευθερίας απαραίτητης και απαράβατης, που όμως η κακή της χρήση γεννάει χάος, ενώ η καλή της γεννάει… θεούς, που φτιάχνουν… κόσμο!].
Έρχεται σήμερα ο Χριστός (κατά Ματθαίον κεφ. 25) και το φως της παρουσίας Του κάνει κατάδηλα τα πράγματα, στις καρδιές των ανθρώπων, όπως ο πρωινός ήλιος διώχνει την οπτική σύγχυση εξαιτίας της ομίχλης των συνθηκών, και φανερώνει την πραγματικότητα στα μεγέθη και στις διαστάσεις που υπάρχουν. Στο σκοτάδι της ασάφιας (ομίχλη-νύχτα) συγχέονται στον βλέποντα, το ζώο με τον άνθρωπο, ο εχθρός με τον φίλο, η καλύβα με το ανάκτορο, το ίσιο με το στραβό, το φτηνό με το ποιοτικό, το καλό με το κακό, το δίκαιο με το άδικο, το υγιές με το άρρωστο… και πάει λέγοντας.
Ο ερχομός του Χριστού είναι η μεγαλύτερη και γλυκύτερη ελπίδα των χριστιανών. Είναι η προσδοκία των μελλόντων αγαθών. Είναι η παρηγοριά της ζεστασιάς που δημιουργεί η αγάπη.
Με όλο το κεφάλαιο 25 από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου ο Χριστός μας λέει:
Σχέση μαζί Μου, σχέση ευτυχίας για σας και για Μένα, δημιουργείται και υπάρχει μόνον αν μάθατε, ξέρετε, έχετε και εκδηλώνετε ΑΓΑΠΗ. Αγαπώ σημαίνει θυσιάζω. Θυσία σημαίνει προσφορά και κόπος. Προσφορά σημαίνει απροϋπόθετο δόσιμο και κόπος σημαίνει αγόγγυστη βοήθεια!
Και από τις δύο ομάδες ανθρώπων, (και από αυτούς που καλεί κοντά Του και αυτούς που αποδιώχνει) γυρεύει το ίδιο: Να αγαπούν. Τους λέει ότι είναι θάνατος η έλλειψη αγάπης. Είναι κόλαση ο αυτοεγκλεισμός σε μια εαυτουλίστικη αγωνία να εξασφαλιστώ. Τους λέει ότι κόλαση είναι να μη μπορείς να αγαπάς. Η όλη διαδικασία παρουσιάζεται πολλές φορές σαν δικαστήριο, όμως δεν είναι. Τι είναι; Καμίνι!! Δηλαδή; "Έλεγχος" προσωπικής ποιότητος! Τα μέταλλα μπαίνοντας στην φωτιά "αποδεικνύουν" την φύση τους. Τα "φτηνιάρικα" διαλύονται ενώ το χρυσάφι καθαρίζει. Η παρουσία του Χριστού θα είναι έλεγχος ποιότητος των δεδομένων μας.
Αν αγαπήσαμε την διδασκαλία Του και το θέλημά Του ως θεραπευτική αγωγή για την ύπαρξη μας και "μάθαμε" να αγαπάμε, τότε η παρουσία Του θα είναι "απέραντος ηδονή" δηλαδή ευτυχία, που δεν "τελειώνει". Αν όμως κλειστήκαμε στο κλουβί μας, προφασιζόμενοι την εξασφάλισή μας αφού… δεν Τον είδαμε και πώς να τον δεχτούμε σε ένα κόσμο παράλογο και γεμάτο αντιφάσεις (οι προφάσεις μας είναι αυτές) τότε η παρουσία Του θα είναι ενόχληση αφόρητη και "ανενόητος οδύνη" δυστυχία που κανείς δεν "φαντάζεται".
Οι άνθρωποι θέλοντας να υπεκφύγουμε τον κόπο του να μάθουμε να αγαπάμε, αυταπατόμαστε τραγουδώντας "εδώ είναι ο παράδεισος κι η κόλαση είναι εδώ" θέλοντας να πείσουμε τους εαυτούς μας για την "εξάντληση" και τον τελειωμό των πάντων στην βιολογική ζωή! Όμως και ο Χριστός "προσγειώνοντάς" μας, μας λέει ότι εδώ αρχίζει υπάρχει και γίνεται παράδεισος ή γίνεται κόλαση, η ζωή των ανθρώπων. Χωρίς να εξαντλούνται βέβαια στο εδώ. Εδώ μαθαίνουμε ή δεν μαθαίνουμε να αγαπάμε. Εδώ υπάρχουν οι συνθήκες "ελέγχου" του περιεχομένου της καρδιάς μας. Εδώ με τα ίδια δεδομένα και τις ίδιες συνθήκες άλλος κάνει την καρδιά "κερί" και άλλος "λάσπη"!! Όταν ο Ήλιος της Δικαιοσύνης θα ανατείλει, όπως και ο φυσικός ήλιος για τα υλικά, τότε των μεν (που είναι "κερί") οι καρδιές θα μαλακώσουν και θα είναι σε παραδεισένια κατάσταση, των άλλων δε (που είναι "λάσπη") θα πετρώσουν και θα είναι με το βίωμα της δυστυχίας της κόλασης.
Ο Θεός είναι μυστήριο απροσπέλαστο στον άνθρωπο. Γίνεται γνώριμος διά του προσώπου του Χριστού ο οποίος έγινε άνθρωπος και είναι Αυτός, που θα έρθει και θα καθίσει "ἐπί θρόνου δόξης" και θα "χωρίσει" τα "πρόβατα" από τα "κατσίκια". Δεν θα… φτιάξει πρόβατα και κατσίκια! Οι άνθρωποι υπάρχουμε στην κατάστασή μας από επιλογή όχι "προκαθορισμένοι". Είναι στρεβλή ερμηνεία να νομίζουμε ότι ο Χριστός κάποιους τους στέλνει στην κόλαση. Ο Χριστός αγαπάει το ίδιο όλα του τα κτίσματα. Αγαπά τον διάβολο και τους ανθρώπους (τον ληστή, τον Ιούδα, την Παναγία, τους Αγίους) με την ίδια ένταση αγάπης και είναι σε "επιθανάτια αγωνία για την σωτηρία μας, μέχρι την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας Του" (Πασκάλ). Η ανταπόκριση η δική μας, ποικίλει και διαφοροποιεί το αποτέλεσμα. Μόνοι μας πορευόμαστε είτε προς τον Χριστό είτε απομακρυνόμαστε από Αυτόν.
Στην δυσκολία να γίνουν αποδεκτά όλα τα παραπάνω οι άνθρωποι προφασιζόμαστε ο καθένας τις συνθήκες ζωής μας. Όμως οι συνθήκες λίγο πολύ είναι ίδιες. Μάλλον η χρήση των συνθηκών διαφοροποιεί το πράγμα. Στηρίζει ή ρημάζει την πίστη. Ο Χριστός στην διήγηση της συνάντησης μαζί Του "ζητάει" το ελάχιστο της αγάπης: Ένα ποτήρι νερό!! Θέλει να μας μάθει, ότι θα "πάρουμε" όσο δώσουμε!
Υπάρχει μια όμορφη ιστορία που περιγράφει το όλο θέμα πανέμορφα. Λέει ότι ένας άνθρωπος ζήτησε από τον Χριστό να του "δείξει" την κόλαση και τον παράδεισο και ο Χριστός "ενέδωσε" και έστειλε τον φύλακα άγγελο του ανθρώπου, να του τα "φανερώσει".
Ο άγγελος τον πήγε πρώτα στην κόλαση. Εκεί κάμποσοι άνθρωποι γύρω από ένα μεγάλο σκεύος γεμάτο φαγητό, έχοντας καθένας τους ένα ίσο με το μέγεθός του κουτάλι, προσπαθούσαν να… φάνε! Ήταν όμως αδύνατο!! Χτυπούσαν ό ένας του άλλου το "κουτάλι", το άδειαζαν, εκνευρίζονταν, διαμαρτυρόντουσαν για τους άλλους, δεν μπορούσαν να φάνε και ήταν … "κάτισχνοι".
Στην συνέχεια τον πήγε στον Παράδεισο. Και εκεί υπήρχε ένα μεγάλο σκεύος γεμάτο φαγητό, και πάλι καθένας τους είχε ένα ίσο με το μέγεθός του κουτάλι! Όμως καθένας αντί να κάνει τα πάντα για να "φάει ο ίδιος" με το κουτάλι του… τάιζε τον απέναντι! Κανένας δεν χτυπούσε κανέναν. Κανένας δεν εκνευριζόνταν. Κανένας δεν "τυρρανιόταν" σε μια εγωιστική ατελέσφορη προσπάθεια. Κανένας δεν έμενε νηστικός. Κανένας δεν ήταν κάτισχνος.
Αυτή η μικρή ιστορία περιγράφει, με την γοητεία παραμυθιού, την διδασκαλία της Εκκλησίας για ευτυχία και πληρότητα των ανθρώπων (όχι "κάτισχνοι", αλλά "χορτάτοι") με τον τρόπο ζωής του Χριστού: αγάπη και φροντίδα για τους άλλους. Μια τέτοια διαδρομή ζωής μας… συγγενεύει με τον Χριστό. Μας κάνει παιδιά του που Του μοιάζουμε. Μας δίνει μεγάλη χαρά στην προσδοκία της Δευτέρας Παρουσίας Του και της συνάντησης, όχι απλώς με κάποιον συγγενή, αλλά με τον Πατέρα μας την πηγή της ζωής μας και τον Δικαιότατο κριτή μας.
Αρχι.Θ.Μ-enoriako

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Ένας άνθρωπος βάδιζε στο δάσος. Ήθελε να διαλέξει ένα καλό δέντρο, απ’ όπου θα έβγαζε δοκάρια για τη σκεπή του σπιτιού του. Εκεί είδε δύο δέντρα, το ένα δίπλα στο άλλο. Το ένα ήταν ίσιο, λείο και ψηλό, αλλά το εσωτερικό του, ο πυρήνας του, ήταν σάπιο. Το άλλο είχε ανώμαλη επιφάνεια κι ο κορμός του έδειχνε άσχημος. Το εσωτερικό του όμως ήταν γερό. Ο άνθρωπος αναστέναξε και είπε: «Σε τι μπορεί να μου χρησιμέψει το ψηλό και ίσιο αυτό δέντρο, αφού το μέσα του είναι σάπιο κι ακατάλληλο για δοκάρια; Το άλλο μοιάζει ανώμαλο, άσχημο, αλλά τουλάχιστο το μέσα του είναι γερό. Έτσι, αν καταβάλω λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια, μπορώ να το διαμορφώσω και να το χρησιμοποιήσω για δοκάρια στο σπίτι μου». Και χωρίς να το σκεφτεί περισσότερο, διάλεξε το δέντρο εκείνο, το γερό. Το ίδιο θα κάνει κι ο Θεός για να ξεχωρίσει δύο ανθρώπους που βρίσκονται μέσα στο ναό Του. Δε θα διαλέξει εκείνον που φαίνεται επιφανειακά δίκαιος, αλλά τον άλλον, εκείνον που η καρδιά του είναι γεμάτη με την αληθινή δικαιοσύνη του Θεού.
Οι υπερήφανοι έχουν τα μάτια τους διαρκώς υψωμένα προς το Θεό. Οι καρδιές τους όμως είναι κολλημένες στη γη. Αυτοί δεν ευαρεστούν στο Θεό. Ευάρεστοι στο Θεό είναι οι ταπεινοί άνθρωποι, οι πράοι, που έχουν τα μάτια τους χαμηλωμένα στη γη, μα οι καρδιές τους είναι γεμάτες ουρανό. Ο Δημιουργός προτιμά τους ανθρώπους που ομολογούν στο Θεό τις αμαρτίες τους, όχι τα καλά τους έργα.
Ο Θεός είναι γιατρός. Πλησιάζει στο κρεβάτι όπου κείτεται ο καθένας μας και ρωτάει: «Που πονάς;» Ο άνθρωπος που αξιοποιεί την παρουσία του γιατρού κοντά του και του φανερώνει όλους τους πόνους και τις αδυναμίες του, είναι σοφός. Εκείνος που κρύβει τις αμαρτίες του και καυχιέται μπροστά στο γιατρό πως είναι υγιής, είναι ανόητος. Λες κι ο γιατρός επισκέπτεται τον άνθρωπο για να δει πόσο καλά είναι κι όχι από τι πάσχει. Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος:
«Το ν’ αμαρτάνεις είναι κακό, όταν όμως το ομολογείς, μπορείς να λάβεις βοήθεια. Όταν όμως αμαρτάνεις και δεν το παραδέχεσαι, δεν υπάρχει ελπίδα να βοηθηθείς».
Γι’ αυτό ας γίνουμε σοφοί, συνετοί. Όταν στεκόμαστε για να προσευχηθούμε μπροστά στο Θεό, πρέπει να νιώθουμε πως βρισκόμαστε μπροστά στον πιο καλό και πιο ελεήμονα γιατρό. Εκείνος ρωτάει τον καθένα μας με αγάπη και μέριμνα: «Που πονάς;» Εμείς ας μην αμελήσουμε καθόλου να του αποκαλύψουμε την αρρώστια μας, να του φανερώσουμε τις πληγές και τις αμαρτίες μας.
***
Ο Κύριός μας Ιησούς μας μιλάει γι’ αυτά τα πράγματα στην παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Στο ευαγγέλιο διαβάζουμε πως ο Χριστός είπε την παραβολή αυτή «πρός τινας πεποιθότας εφ’ εαυτοίς ότι εισί δίκαιοι, και εξουθενούντας τους λοιπούς», προς εκείνους που είχαν την αλαζονική αυτοπεποίθηση πως είναι δίκαιοι και περιφρονούσαν τους άλλους. Μήπως κι εμείς συγκαταλεγόμαστε ανάμεσα σ’ εκείνους που ο Κύριος τους απηύθυνε την παραβολή αυτή;
Μην αντιδράς σ’ αυτά που σου λέω. Ομολόγησε καλύτερα την αρρώστια σου, ταπεινώσου γι’ αυτήν και πάρε το φάρμακο που σου δίνει ο πανεύσπλαχνος γιατρός. Σ’ ένα νοσοκομείο βρίσκονταν πολλοί άρρωστοι κρεβατωμένοι. Μερικοί είχαν πυρετό κι ανυπομονούσαν, περίμεναν με αγωνία πότε θά ‘ρθει ο γιατρός. Άλλοι έκοβαν βόλτες, γιατί νόμιζαν πως ήταν υγιείς και δεν είχαν ανάγκη το γιατρό. Ένα πρωινό ο γιατρός έκανε επίσκεψη στους αρρώστους. Μαζί του ήταν κι ένας φίλος του, που κρατούσε δώρα για να τους δώσει. Ο φίλος του γιατρού είδε εκείνους που υπόφεραν από πυρετό και τους λυπήθηκε.
– Θα γίνουν καλά; ρώτησε το γιατρό.
Εκείνος του ψιθύρισε στο αυτί:
– Αυτοί εδώ οι εμπύρετοι, ναι, μπορούν να γίνουν καλά. Το ίδιο κι οι άλλοι που κείτονται στα κρεβάτια τους. Αυτοί που κόβουν βόλτες όμως, όχι, δε γίνονται καλά. Αυτοί υποφέρουν από ανίατες αρρώστιες, έχει προχωρήσει η σήψη μέσα τους.
Ο φίλος του γιατρού έμεινε κατάπληκτος. Η έκπληξή του στρεφόταν προς δύο κατευθύνσεις: προς το μυστήριο που κρύβουν οι αρρώστιες και προς την οφθαλμαπάτη των ανθρώπων.
Φαντάσου τώρα πως είμαστε άρρωστοι στο νοσοκομείο του κόσμου. Η αρρώστια που έχει προσβάλει όλους μας έχει το ίδιο όνομα: αδικία. Η λέξη αυτή καλύπτει όλα τα πάθη, όλες τις επιθυμίες, όλες τις αμαρτίες και τις αδυναμίες που αγγίζουν την καρδιά, την ψυχή και το νου μας. Οι άρρωστοι χωρίζονται σε κατηγορίες. Μερικοί μόλις προσβλήθηκαν από την αρρώστια, άλλοι βρίσκονται σε προχωρημένη κατάσταση κι υπάρχουν κι αυτοί που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης. Τα χαρακτηριστικά των ασθενειών αυτών στον εσωτερικό άνθρωπο όμως είναι τέτοια, ώστε μόνο όσοι θεραπεύτηκαν μπορούν να κατανοήσουν πόσο σοβαρή ήταν η ασθένεια από την οποία είχαν προσβληθείΟι πιο σοβαρά άρρωστοι είναι κι αυτοί που έχουν λιγότερη επίγνωση της κατάστασής τους. Στις σωματικές αρρώστιες ο άνθρωπος που υποφέρει από ψηλό πυρετό δεν ξέρει τίποτα για τον εαυτό του ή για την αρρώστια του. Ούτε ο τρελός καταλαβαίνει την τρέλα του.
Εκείνοι που αρχίζουν να διαπράττουν ανομίες, για λίγο καιρό ντρέπονται γι’ αυτές. Όταν το κακό όμως συνεχίζεται, ο άνθρωπος συνηθίζει στην αμαρτία, που του γίνεται έξη και σιγά σιγά οδηγείται σε παραλήρημα και μέθη, φτάνει σε τέτοια κατάσταση, ώστε η ψυχή του γίνεται αναίσθητη και δεν καταλαβαίνει την αρρώστια της.
Φαντάσου τώρα ένα γιατρό να πηγαίνει σε νοσοκομείο και να ρωτάει: «Τι έχετε; Από τι υποφέρετε;» Εκείνοι που η αρρώστια τους βρίσκεται στο πρώτο στάδιο ντρέπονται να παραδεχτούν πως είναι άρρωστοι κι απαντούν: «Τίποτα». Οι άλλοι που η αρρώστια τους βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο εκνευρίζονται με την ερώτηση κι όχι μόνο απαντούν «δεν έχουμε τίποτα», αλλ’ αρχίζουν και να καυχιούνται πως είναι υγιείς. Μόνο αυτοί που βρίσκονται στο στάδιο της θεραπείας αναστενάζουν κι απαντούν στο γιατρό: «Απ’ όλα υποφέρουμε. Λυπήσου μας και βοήθησέ μας».
Γράφει ο Τερτυλλιανός σε μια ομιλία του «Περί μετανοίας»: «Αν ντρέπεσαι να ομολογήσεις τις αμαρτίες σου, σκέψου τη φωτιά της κόλασης, που μόνο η εξομολόγηση μπορεί να σβήσει».
Αναλογίσου όλ’ αυτά λοιπόν, άκουσε την παραβολή του Χριστού και σκέψου πόσο αφορά και σένα. Αν κραυγάσεις με έκπληξη πως «η παραβολή αυτή δε με αφορά», σημαίνει πως έχεις προσβληθεί από την (πνευματική) ασθένεια που ονομάζεται ανομία ή αδικία. Αν διαμαρτυρηθείς και πεις πως «εγώ είμαι δίκαιος, η παραβολή αυτή αφορά τους αμαρτωλούς γύρω μου», σημαίνει πως η αρρώστια έχει προχωρήσει πολύ. Αν όμως χτυπήσεις το στήθος σου με μετάνοια και πεις «αλήθεια είναι. Είμαι άρρωστος, έχω ανάγκη από γιατρό», σημαίνει πως βρίσκεσαι σε καλό δρόμο για να θεραπευτείς. Τότε μη φοβασαι. Θα γίνεις καλά.
***
«Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος τελώνης». Δυο άνθρωποι, δυο αμαρτωλοί, ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. Δυο άνθρωποι, δυο αμαρτωλοί, με τη διαφορά πως ο Φαρισαίος δεν έβλεπε τον εαυτό του σαν αμαρτωλό, ενώ ο τελώνης το παραδεχόταν. Ο Φαρισαίος ανήκε στην υψηλότερη κοινωνική τάξη της εποχής, ο τελώνης στην πιο περιφρονημένη.
«Ο Φαρισαίος σταθείς προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο· Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης· νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι». Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά, για να προκαλεί εντύπωση, κι έλεγε τα εξής λόγια στην προσευχή του: Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ γιατί δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη. Εγώ τηρώ κατά γράμμα το νόμο, νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα και δίνω ελεημοσύνη το ένα δέκατο απ’ όλα όσα κερδίζω.
Ο Φαρισαίος στάθηκε μπροστά ακριβώς από το ιερό. Ήταν συνήθεια των Φαρισαίων να κάθονται στην πρώτη θέση. Το ότι ο Φαρισαίος καθόταν στην πρώτη θέση, φαίνεται κι από το γεγονός πως ο τελώνης έστεκε «μακρόθεν». Η υπερηφάνεια του Φαρισαίου κι η σιγουριά του πως ήταν δίκαιος, δηλαδή πνευματικά υγιής, ήταν τέτοια, ώστε δεν απαίτησε την πρώτη θέση μόνο από τους ανθρώπους, για να τον βλέπουν όλοι, αλλά κι από το Θεό. Την απαιτούσε όχι μόνο όταν συμμετείχε σε γεύματα και σε συναθροίσεις, μα ακόμα και στο ναό, την ώρα της προσευχής. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να δείξει πόσο άρρωστος ήταν πνευματικά ο Φαρισαίος, πόσο η αρρώστια της αδικίας και της αλαζονείας τον είχαν διαφθείρει.
Γιατί λέει προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο; Γιατί δεν προσευχόταν δυνατά; Επειδή ο Θεός ακούει πιο προσεχτικά αυτά που η καρδιά λέει, όχι όσα προφέρουν τα χείλη. Αυτά που σκέφτεται κι αυτά που αισθάνεται ο άνθρωπος την ώρα που προσεύχεται έχουν περισσότερη σημασία για το Θεό από τα λόγια που προφέρει η γλώσσα. Η γλώσσα μπορεί να εξαπατήσει, η καρδιά όμως όχι. Αυτή φανερώνει καθαρά πώς είναι ο άνθρωπος μέσα του, αν είναι μαύρος ή άσπρος, αν είναι ειλικρινής ή υποκριτής.
Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων. Ένας αμαρτωλός άνθρωπος τολμά να το πει αυτό στην εκκλησία, μπροστά στο Θεό! Τι είναι η Εκκλησία; Δεν είναι ο χώρος όπου οι άρρωστοι συναντούν το γιατρό τους; Εκείνοι που είναι άρρωστοι πνευματικά, αμαρτωλοί, πηγαίνουν εκεί για να εξομολογηθούν την αρρώστια τους στο Θεό, το γιατρό. Ν’ αναζητήσουν τη θεραπεία τους από Εκείνον που είναι ο αληθινός γιατρός για όλες τις αρρώστιες, για όλα τα βάσανα των ανθρώπων, που είναι ο χορηγός όλων των αγαθών.
Στο νοσοκομείο δεν πηγαίνουν οι υγιείς, για να καυχηθούν στο γιατρό πόσο καλή υγεία έχουν. Ο Φαρισαίος αυτός όμως δεν πήγε στο ναό απόλυτα υγιής ψυχικά, για να κομπάσει για την υγεία του. Αυτός ήταν σοβαρά άρρωστος, υπόφερε από την αρρώστια της αδικίας και της αλαζονείας. Στον πυρετό της αρρώστιας του αυτής όμως δεν καταλάβαινε πόσο σοβαρά άρρωστος ήταν.
Κάποτε επισκέφτηκα ένα ψυχιατρείο. Ο γιατρός με οδήγησε μπροστά από ένα συρμάτινο πλέγμα, κατά μήκος του δωματίου του πιο σοβαρά άρρωστου από τους ασθενείς του. «Πώς αισθάνεσαι;», τον ρώτησα. Κι εκείνος μου απάντησε αμέσως: «Πώς νομίζεις ότι μπορώ να αισθάνομαι, ανάμεσα σ’ όλους αυτούς τους τρελούς;».
Τι έλεγε ο Φαρισαίος; Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπωνΣτην πραγματικότητα δεν ευχαριστεί το Θεό επειδή αναγνωρίζει ότι σ’ Εκείνον οφείλεται το ότι δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους. Όχι. Τα λόγια, Ο Θεός, ευχαριστώ σοι, δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα θαυμασμό, μια αυτοεγκωμιαστική προσέγγισή του στο Θεό, ώστε Εκείνος ν’ ακούσει την κομπορρημοσύνη του. Απ’ όλα όσα λέει, προκύπτει πως δεν ευχαριστεί το Θεό για τίποτα. Αντίθετα, βλασφημεί το Θεό, με το να βλασφημεί όλη την υπόλοιπη δημιουργία Του. Για τίποτα δεν ευχαριστεί το Θεό. Όσα λέει για τον εαυτό του τ’ αποδίδει σε δικές του ενέργειες, στα κατορθώματα που μόνος αυτός πέτυχε, χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Δε θα πει σε καμιά περίπτωση πως δεν είναι άρπαγας, άδικος, μοιχός ή τελώνης επειδή ο Θεός τον προφύλαξε από τις αμαρτίες και τα πάθη αυτά με τη δύναμη και το έλεός Του. Είναι αυτός που είναι, επειδή ο ίδιος αποτιμά έτσι τον εαυτό του, δηλαδή έναν άξιο άνθρωπο με εξαιρετικό χαρακτήρα, που δεν έχει το ταίρι του σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αυτός ο εξαιρετικός χαρακτήρας κάνει προσπάθειες και θυσίες για να διατηρηθεί στο υψηλό αυτό επίπεδο, ψηλότερα απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους. Αυτό θέλει να πει όταν κομπάζει πως νηστεύει δυο φορές την εβδομάδα και δίνει το δέκατο απ’ όλα όσα κερδίζει.
Πόσο εύκολο τρόπο διάλεξε για να σωθεί ο Φαρισαίος! Ευκολότερο κι από τον πιο εύκολο τρόπο που οδηγεί στην καταστροφή! Απ’ όλες τις εντολές που έδωσε ο Θεός στους ανθρώπους, μέσω του Μωυσή, αυτός διάλεξε τις δυο ευκολότερες. Στην πραγματικότητα όμως δεν τηρεί καμιά. Ο Θεός δεν έδωσε τις δυο αυτές εντολές επειδή ο ίδιος είχε ανάγκη να νηστεύουν και να δίνουν το δέκατο της περιουσίας τους οι άνθρωποι. Αυτό είναι το μόνο που δε χρειάζεται ο Θεός. Δεν έδωσε τις εντολές αυτές στους ανθρώπους σαν αυτοσκοπό, αλλά – όπως και τις άλλες εντολές- για να καρποφορήσουν στην ταπείνωση, στην υπακοή στο Θεό, στην αγάπη για Εκείνον και για τον άνθρωπο.
Με λίγα λόγια, τις εντολές ο Θεός τις έδωσε για να διεγείρουν, να μαλακώσουν και να φωτίσουν τις καρδιές των ανθρώπων. Ο Φαρισαίος τηρούσε τις εντολές χωρίς σκοπό. Νήστευε κι έδινε το δέκατο της περιουσίας του αλλά μισούσε τους άλλους, τους περιφρονούσε, στάθηκε με αλαζονεία μπροστά στο Θεό. Παρέμεινε ένα άκαρπο δέντρο. Ο καρπός δεν έγκειται στη νηστεία, αλλά στην καρδιά. Ο καρπός δεν προκύπτει από τη συγκεκριμένη εντολή αλλ’ από την καρδιά. Όλες οι εντολές κι όλοι οι νόμοι υπάρχουν για να βελτιώνουν την καρδιά. Να τη θερμαίνουν, να τη φωτίζουν, να την ποτίζουν, να την περιχαρακώνουν, να τη σπέρνουν, να την καλλιεργούν. Κι όλ’ αυτά μόνο και μόνο για να καρποφορήσει ο αγρός της καρδιάς, ν’ αναπτυχθεί και να ωριμάσει ο καρπός.
Όλα τα καλά έργα είναι μέσα, δεν είναι σκοπός· είναι η μέθοδος, όχι ο καρπός. Σκοπός είναι η καρδιά που φέρει τον καρπό.
Ο Φαρισαίος με την προσευχή του δεν πέτυχε τον επιδιωκόμενο σκοπό. Δεν αποκάλυψε το κάλλος της ψυχής του, αλλά την ασχήμια της. Δε φανέρωσε την υγεία του, αλλά την αρρώστια. Ο Χριστός θέλησε με την παραβολή αυτή να μας δείξει πως, όχι μόνο ο συγκεκριμένος Φαρισαίος, αλλά το σύνολο των Φαρισαίων εκείνη την εποχή ήθελε να εξουσιάζει τον ισραηλιτικό λαό. Θέλησε με την παραβολή Του ο Κύριος να μας δείξει πως η διεστραμένη ευσέβεια κι ο πλανεμένος φαρισαϊσμός ανήκουν και σε μας, σε όλες τις γενιές των χριστιανών μέχρι τις μέρες μας. Δεν υπάρχουν σήμερα ανάμεσά μας χριστιανοί που προσεύχονται στο Θεό με τον ίδιο τρόπο, όπως ο Φαρισαίος; Δεν είναι πολλοί αυτοί που αρχίζουν την προσευχή τους με κατηγορίες και μομφές κατά του πλησίον τους και τελειώνουν με αυτοεγκωμιασμούς; Δεν είναι πολλοί εκείνοι που στέκονται μπροστά στο Θεό ως δανειστές μπροστά στον οφειλέτη τους; Δε λένε πολλοί από μας, «Θεέ μου, εγώ νηστεύω, πηγαίνω στην εκκλησία, πληρώνω τους φόρους μου, κάνω δωρεές στην εκκλησία· δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους εγώ, σαν τους άρπαγες και τους συκοφάντες, σαν τους άπιστους και τους μοιχούς. Αυτοί με στενοχωρούν εμένα. Εσύ, τι κάνεις, Θεέ μου; Γιατί δεν τους αφανίζεις αυτούς, γιατί δεν επιβραβεύεις εμένα για όλ’ αυτά που κάνω για Σένα; Δε βλέπεις, Θεέ, πόσο αγνή είναι η καρδιά μου, πόσο υγιής είναι η ψυχή μου;».
Πρέπει να ξέρεις πως, όπως λέει ο όσιος Μάξιμος, «ο Θεός δεν μπορεί να σε εξαπατήσει, μα ούτε και συ Εκείνον. Όλοι κάνουν το σταυρό τους, μα δεν προσεύχονται όλοι». Ο Φαρισαίος είναι «Αβραάμ ως προς τη γενειάδα του, μα Χαμ ως προς τα έργα του».
Μ’ αυτόν τον τρόπο μιλάνε οι Φαρισαίοι. Κι ο Θεός τους ακούει και τους στέλνει πίσω κενούς, άδειους. Τους απαντά: «Δεν αναγνωρίζω την περιγραφή που κάνετε στον εαυτό σας». Στην τελική κρίση θα τους πει: «Ουκ οίδα υμάς». Δεν σας ξέρω. Ο Θεός δεν αναγνωρίζει τους φίλους Του από τα λόγια τους, αλλ’ από τις καρδιές τους. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δεν εκτιμά τη συκιά από τα φύλλα της, αλλ’ από τους καρπούς της.
***
Πώς θά ‘πρεπε να προσευχηθεί ένας αληθινός άνθρωπος της προσευχής;Ιδού, πώς: «Και ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ’ έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων· ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Ο τελώνης έστεκε μακριά από το θυσιαστήριο και δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει προς τον ουρανό, αλλά χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε: Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ελέησέ με τον αμαρτωλό.
Ο πραγματικός άνθρωπος της προσευχής δεν πηγαίνει μπροστά, στην πρώτη θέση μέσα στην εκκλησία. Τι ανάγκη έχει να το κάνει αυτό; Ο Θεός τον βλέπει και στο πίσω μέρος της εκκλησίας το ίδιο, όπως κι αν στεκόταν μπροστά. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής βρίσκεται πάντα σε πραγματική μετάνοια. «Η μετάνοια του ανθρώπου είναι πανηγύρι για το Θεό», λέει ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος. Ο ταπεινός άνθρωπος στέκεται μακριά. Νιώθει τη μηδαμινότητά του ενώπιον του Θεού, γεμίζει με ταπείνωση μπροστά στη μεγαλοσύνη Του. Ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο «μείζων εν γεννητοίς γυναικών», ομολόγησε έμφοβος όταν τον πλησίασε ο Χριστός: «Ουκ ειμί ικανός κύψας λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού» (Μάρκ. α’ 7). Η αμαρτωλή γυναίκα έπλυνε τα πόδια του Χριστού με τα δάκρυά της. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής είναι πολύ ταπεινός, νιώθει ευτυχής μόνο από το γεγονός ότι ο Θεός του επιτρέπει να πλησιάσει στα πόδια Του.
Ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι. Γιατί; Τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Τις ψυχικές αμαρτίες μπορείς να τις διαβάσεις στα μάτια. Δεν διαπιστώνεις κάθε μέρα πως, όταν ένας άνθρωπος αμαρτάνει, χαμηλώνει τα μάτια του μπροστά στους άλλους; Πώς θα μπορούσαν τα μάτια ενός αμαρτωλού να μη χαμηλώσουν ενώπιον του Θεού, του παντογνώστη; Κάθε αμαρτία που διαπράττεται μπροστά στους ανθρώπους, διαπράττεται κι ενώπιον του Θεού. Δεν υπάρχει αμαρτία στη γη που να παραμείνει απαρατήρητη από το Θεό. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής το γνωρίζει αυτό και γι’ αυτό ταπεινώνεται βαθιά, στέκεται με ντροπή μπροστά στο Θεό. Γι’ αυτό και η παραβολή λέει, ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι.
Αλλά γιατί χτυπούσε το στήθος του; Για να δείξει μ’ αυτόν τον τρόπο πως το σώμα είναι το όργανο με το οποίο αμαρτάνει ο άνθρωπος. Οι σωματικές επιθυμίες οδηγούν τον άνθρωπο στις μεγαλύτερες αμαρτίες. Η λαιμαργία οδηγεί στη λαγνεία. Η λαγνεία οδηγεί στην οργή κι αυτή στο φόνο. Η σωματική ψύχωση χωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό, τον εξασθενίζει και σκοτώνει τον θεϊκό ηρωισμό που ενυπάρχει στον άνθρωπο. Αυτός είναι ο λόγος που ο τελώνης χτυπάει το σώμα του. Ξέρει καλά την αμαρτία του, την ταπείνωσή του και την ντροπή που πρέπει να νιώθει μπροστά στο Θεό.
Γιατί όμως χτυπάει κυρίως το στήθος του κι όχι το κεφάλι του ή τα χέρια του; Επειδή η καρδιά βρίσκεται στο στήθος. Κι η καρδιά είναι πηγή κάθε αμαρτίας και κάθε αρετής. Είπε ο ίδιος ο Κύριος: «το εκ του ανθρώπου εκπορευόμενον, εκείνο κοινοί τον άνθρωπον, έσωθεν γαρ εκ της καρδίας των ανθρώπων οι διαλογισμοί οι κακοί εκπορεύονται, μοιχείαι, πορνείαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ασέλγεια, οφθαλμός πονηρός, βλασφημία, υπερηφανία, αφροσύνη· πάντα ταύτα τα πονηρά έσωθεν εκπορεύεται και κοινοί τον άνθρωπον» (Μάρκ. ζ’ 20-23). Γι’ αυτό ο τελώνης χτυπούσε το στήθος του.
Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ελέησέ με τον αμαρτωλό. Αυτά έλεγε ο τελώνης. Δεν απαριθμούσε ούτε τα καλά του έργα ούτε τα κακά. Ο Θεός τα γνωρίζει όλα. Κι ο Θεός δεν επιθυμεί την απαρίθμηση των αμαρτιών, αλλά την ταπείνωση και τη μετάνοια για όλ’ αυτά. Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ.
Τα λόγια αυτά τα λένε όλα. Θεέ μου, Εσύ είσαι ο γιατρός κι εγώ ο άρρωστος. Μόνο Εσύ μπορείς να με θεραπεύσεις, σε Σένα μόνο ανήκω. Ο γιατρός είσαι Εσύ, θεραπεία είναι το έλεός Σου. Λέγοντας ο άρρωστος, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ, είναι σα να λέει με ειλικρινή μετάνοια: «Γιατρέ, δώσε τη θεραπεία σε μένα τον άρρωστο. Κανένας άλλος στον κόσμο δεν μπορεί να με θεραπεύσει παρά μόνο Εσύ, Θεέ μου. «Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα» (Ψαλμ. ν’ 6). Από τους ανθρώπους δεν υπάρχει βοήθεια για μένα, όσο δίκαιοι κι αν είναι αυτοί. Μόνο Εσύ μπορείς να με βοηθήσεις. Τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να με βοηθήσει. Ούτε η νηστεία μου, ούτε το δέκατο της περιουσίας μου που δίνω ούτε όλα τα καλά μου έργα. Μόνο το ελεός Σου μπορεί να γειάνει τις πληγές μου σαν φάρμακο σωστικό. Ο έπαινος των ανθρώπων δεν μπορεί να θεραπεύσει τα τραύματά μου, μάλλον τα χειροτερεύει. Εσύ μόνο γνωρίζεις την αρρώστια μου κι Εσύ έχεις και τη θεραπεία. Είναι άσκοπο για μένα να πάω οπουδήποτε αλλού ή να προσευχηθώ σε οποιονδήποτε άλλον. Αν Εσύ με απορρίψεις, ο κόσμος ολόκληρος δεν μπορεί να με συγκρατήσει από την καταστροφή. Εσύ, μόνο Εσύ, Κύριε, μπορείς, αν το θέλεις. Θεέ μου, συχώρεσέ με, σώσε με. Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ.
***
Τι λέει ο Κύριος τώρα, πώς απαντάει σ’ αυτού του είδους την προσευχή;«Λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού ή γαρ εκείνος» (Λουκ. ιη’ 14). Σε ποιον απευθύνει τα λόγια αυτά ο Κύριος; Σε όλους εμάς, που νομίζουμε πως είμαστε δίκαιοι. Ο τελώνης είναι αυτός που γύρισε στο σπίτι του δικαιωμένος, όχι ο Φαρισαίος. Ο άνθρωπος που ομολογεί με ταπείνωση τις αμαρτίες του γυρίζει στο σπίτι του δικαιωμένος, όχι ο άδικος και αλαζόνας. Ο ταπεινός και μετανιωμένος άνθρωπος δικαιώνεται, όχι ο αυθάδης, ο ματαιόδοξος και υπερήφανος. Ο γιατρός ελεεί και θεραπεύει τον άρρωστο που ομολογεί την αρρώστια του κι αναζητά θεραπεία, ενώ στέλνει άδειο στο σπίτι του εκείνον που επισκέπτεται το γιατρό για να κομπάσει πως είναι υγιής.
Ο Κύριος τελειώνει τη θαυμάσια παραβολή Του με την εξής διδαχή: «ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. ιη’14). Ποιος είναι ο υψών εαυτόν και ποιος ο ταπεινών; Κανένας δεν μπορεί να υψωθεί ούτε όσο το φάρδος μιας τρίχας, αν ο Θεός δεν τον σηκώσει. Εδώ όμως εννοεί εκείνον που νομίζει πως υψώνεται με το να σπεύδει να καταλάβει την πρώτη θέση, μπροστά σε Θεό και ανθρώπους· εκείνον που κομπάζει για τα καλά του έργα· εκείνον που υπερηφανεύεται ακόμα και μπροστά στο Θεό· αυτόν που ταπεινώνει και περιφρονεί τους άλλους, ώστε ο ίδιος να φαίνεται ανώτερος. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, εκείνοι που πιστεύουν πως υψώνονται, στην ουσία ταπεινώνονται. Όσο ανώτεροι φαντάζουν στα δικά τους τα μάτια ή και στα μάτια των άλλων, τόσο μικρότεροι φαίνονται στα μάτια του Θεού. Τέτοιους ανθρώπους θα τους ταπεινώσει ο Θεός. Κάποια μέρα θα τους κάνει να νιώσουν την ταπείνωση αυτή. «Ωσότου ο άνθρωπος αποκτήσει ταπείνωση, δε θα λάβει την ανταπόδοση των έργων του. Η ανταπόδοση δεν δίδεται για τα έργα αλλά για την ταπείνωση», λέει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος(Λόγος λδ’).
Ποιος είναι αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του; Όχι βέβαια εκείνος που προσπαθεί να φαίνεται ταπεινότερος, μα εκείνος που βλέπει την ταπεινότητά του επειδή είναι αμαρτωλός. Ο Θεός δεν απαιτεί άλλη ταπείνωση από μας, παρά μόνο την αίσθηση και την ομολογία της αμαρτωλότητάς μας. Ο άνθρωπος που αισθάνεται κι ομολογεί το βάθος όπου τον βύθισε η αμαρτία, είναι αδύνατο να βυθιστεί περισσότερο. Η αμαρτία μας τραβάει πάντα χαμηλά, στο βάθος της καταστροφής, πιο βαθιά απ’ ό,τι μπορούμε να φανταστούμε. Λέει ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: «Ο ταπεινός άνθρωπος δεν πέφτει ποτέ. Πού μπορεί να πέσει, αφού βρίσκεται πιο χαμηλά απ’ όλους; Η ματαιότητα είναι μεγάλη αισχύνη, ενώ η ταπείνωση είναι ύψος μεγάλο, τιμή και αξία» (Ομιλ. 19).
Με λίγα λόγια: Εκείνος που ενεργεί όπως ο τελώνης, τιμάται. Ο πρώτος (ο Φαρισαίος) δεν μπορεί να θεραπευτεί, γιατί δε βλέπει πως είναι άρρωστος. Ο δεύτερος (ο τελώνης) είναι άρρωστος, αλλά βρίσκεται στο στάδιο της θεραπείας επειδή γνωρίζει την αρρώστια του, παρακολουθείται από το γιατρό και κάνει τη θεραπεία του. Ο πρώτος είναι σαν το λείο και ψηλό δέντρο που μέσα του όμως είναι σάπιο και γι’ αυτό άχρηστο στον οικοδεσπότη. Ο δεύτερος είναι σαν το δέντρο που έχει ανώμαλη επιφάνεια κι ο κορμός του είναι στραβός, μα ο οικοδεσπότης το κατεργάζεται, φτιάχνει δοκάρια και τα χρησιμοποιεί για το σπίτι του.
Ο Θεός να ελεήσει όλους τους αμαρτωλούς που μετανοούν, να θεραπεύσει από την αρρώστια της αμαρτίας όλους αυτούς που προσεύχονται με φόβο και δοξάζουν τον πανεύσπλαχνο Πατέρα, τον μονογενή Του Υιό και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)
Συνιστούμε ανεπιφύλακτα στους επισκέπτες της ιστοσελίδος μας το εξαιρετικό βιβλίο με τις ομιλίες του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς:

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

«Μετανοείτε·ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών».

Κυριακή μετά τα Φώτα




 Ακόμη ηχούν στα αυτιά μας οι πολλές και συνηθισμένες χαρούμενες γιορτινές ευχές. Συνεχίζουμε να ζούμε και να απολαμβάνουμε με τις οικογένειές μας ευχάριστες ευκαιρίες, και περισσότερο ή λιγότερο πλούσιες διασκεδαστικές συγκεντρώσεις. Είναι και αυτή μια χαρμόσυνη γιορτινή ανάπαυλα που παρεμβάλλεται, για να μας απομακρύνει από τα καθημερινά προβλήματα και τις δυσκολίες τις ζωής. Γιορτάσαμε τη γέννηση του Χριστού μας μαζί με την ελπίδα της σωτηρίας που έφερε στον κόσμο, σ’ όλους μας. Άλλη μια αλλαγή χρόνου συντελέστηκε. Ένας καινούργιος χρόνος παίρνει τη θέση του παλιού, που τόσο μας ταλαιπώρησε. Φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος ελπίδες και προσδοκίες για κάτι καλύτερο. Γίνεται όμως και αφορμή για σχέδια και προγραμματισμούς. Για να διορθωθούν τα πολλά λάθη τού παρελθόντος. Να αναπληρώσουμε ό,τι παραλείψαμε ή αμελήσαμε να κάνουμε. Να   αντιμετωπίσουμε τις συνέπειές τους. Και όλα αυτά με τη βεβαιότητα ότι μπορούμε, και ασφαλώς, με τη βοήθεια του ενανθρωπίσαντος Κυρίου, μπορούμε να τα φέρουμε εις πέρας. Και ενώ όλοι, και ο καθένας χωριστά, ζούμε και χαιρόμαστε τις ευτυχισμένες στιγμές, σχεδιάζουμε το ελπιδοφόρο μέλλον, ακούμε τον Κύριό μας, στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, να μας ειδοποιεί. Ναι καλά όλα αυτά, αλλά πρώτα απ’ όλα «μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών».


Μετανοείτε, αλλάξτε τρόπο ζωής γιατί πλησίασε, είναι κοντά μας η βασιλεία των ουρανών. Μην ξεχνάτε το στόχο σας, γιατί «ήγγικε», είναι πολύ κοντά. Είναι φυσικά μια χρονική στιγμή που δεν γνωρίζουμε πότε θα έρθει. Θα αποτελέσει οπωσδήποτε το τέλος του χρόνου της πρόσκαιρης αυτής ζωής και θα μας μεταφέρει στην αιωνιότητα. Είναι λοιπόν και αυτή μια καινούργια αρχή για τον καθένα μας. Είναι το πέρασμα σε μια άλλη πραγματικότητα. Την μοναδική και αιώνια πραγματικότητα.
Γι’ αυτό μας προετοιμάζει ο γεννηθείς Χριστός. Η βάπτιση του Κυρίου λοιπόν και η μετά από αυτή θανάτωση του Ιωάννη του Προδρόμου και βαπτιστή, θα σημάνουν την έναρξη του διδακτικού έργου του Χριστού. Ο ενανθρωπίσας Κύριός μας, συνεχίζοντας με συνέπεια το έργο της σωτηρίας μας, αφήνοντας πίσω την Ναζαρέτ, που χαρακτηρίζεται ως τόπος καταγωγής Του, εγκαθίσταται στην Καπερναούμ. Το πρώτο λοιπόν κήρυγμά Του, όπως μας το διασώζει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, έχει δύο κύρια αξιολογικά χαρακτηριστικά. Το ένα καθορίζει την βάση της νέας ζωής του ανθρώπου. «Μετανοείτε», αυτή είναι η πρώτη λέξη. Οι σκέψεις μας, τα λόγια μας και οι πράξεις μας, δεν είναι άσχετα με ό,τι σκεπτόμαστε, πιστεύουμε, με ό,τι ενδόμυχα θέλουμε και στοχεύουμε. Όλα οργανώνονται και ετοιμάζονται στο μυαλό μας πριν γίνουν λόγος ή πράξη. Γι’ αυτό από εκεί, από τον νου μας, πρέπει να ξεκινήσει η αλλαγή, η μετάνοια. Αλλάξτε λοιπόν, μας προτρέπει ο Κύριος, τον τρόπο που σκέπτεσθε. Βάλλετε νέους στόχους στη ζωή σας. Μεταβάλλετε τα κριτήρια που κατευθύνουν τις σκέψεις σας πρώτα, και τις πράξεις σας, κατόπιν. Η αλλαγή αυτή θα φέρει την εσωτερική ανανέωση, την ουσιαστική μεταβολή και σαν συνέπεια και την ειρήνευση της ψυχής μας. Διορθώστε ακόμη την συμπεριφορά σας, και απέναντι στον πλησίον σας, που θα γίνει ο πρώτος αποδέκτης της αλλαγής σας, και μετά και στον Θεό σας, που σας παρακολουθεί και σας θέλει κοντά Του. 
Το δεύτερο στοιχείο, χαρακτηριστικό της διαρκούς ετοιμότητας, της συνεχούς αγωνιστικής εγρήγορσης, που προσδίδει ζωντάνια στον ακόλουθο του Χριστού, στον χριστιανό, είναι η γνώση που προειδοποιητικά τονίζεται και αποδίδεται από ένα ρήμα. «Ήγγικε». Έφθασε ή μάλλον σχεδόν μας έχει αγγίξει η στιγμή. Ο διατιθέμενος χρόνος για την προετοιμασία μας, για την μετάνοια, δεν είναι απεριόριστος. Δεν έχουμε την δυνατότητα να καθορίσουμε την διάρκειά του, να αποφασίσουμε το τέλος του. «Η βασιλεία των ουρανών», όπου είναι ο προορισμός μας, η κατάληξη της προσωρινής αυτής ζωής είναι πολύ κοντά μας. Ο στρατιώτης που βρίσκεται στο φυλάκιό του, δεν γνωρίζει πότε είναι πιθανόν να έρθει ο εχθρός. Γι ΄αυτό, είναι άγρυπνος φρουρός με τα μάτια του ανοιχτά και το όπλο του έτοιμο. Αυτή την ετοιμότητα ζητά με την προειδοποιητική λέξη «ήγγικε». Ας θυμηθούμε και τις μωρές παρθένες του ευαγγελίου που είχαν ξεμείνει από λάδι την ώρα που έπρεπε να βγουν να προϋπαντήσουν τον νυμφίο. Δεν ήταν έτοιμες. Δεν είχαν προβλέψει να εφοδιάσουν με λάδι τα λυχνάρια τους, αφού δεν γνώριζαν τον χρόνο άφιξης του νυμφίου. Σε κάθε στιγμή προβάλλει κάποια υποχρέωση να εκτελεσθεί, ένα καθήκον. Πάνω απ’ όλα η ανάγκη σωτηρίας της ψυχής μας. Κάθε στιγμή αντιμετωπίζουμε διλήμματα. Να κάνουμε αυτό ή το άλλο. Πολλές φορές αποφεύγουμε ή αναβάλλουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε, ακόμη και για τα πιο μικρά και εύκολα, πιστεύοντας ότι έχουμε καιρό, ή ότι δεν ευκαιρούμε, ή είμαστε κουρασμένοι. Άμεση συνέπεια των παραλείψεων μας, ή της αναβολής καθηκόντων και υποχρεώσεων, είναι η πρόκληση άγχους με όλα τα παρεμφερή επιβαρυντικά, ακόμη και στην σωματική μας υγεία. «Ήγγικε η βασιλεία των ουρανών». Έχει φτάσει η ώρα. Δεν επιτρέπεται, αλλά ούτε και προβλέπεται οποιαδήποτε αναβολή. Συμπερασματικά απαιτείται η άμεση αντιμετώπιση του καθήκοντος της στιγμής. Γιατί η ζωή μας αποτελείται από μικρές στιγμές, ελάχιστης χρονικής διάρκειας. Και ασφαλώς ενώ αυτό ισχύει για κάθε σκέψη, λόγο ή πράξη, όταν πρόκειται για την ψυχή μας δεν επιδέχεται ούτε τη στιγμιαία αναβολή. «Μετανοείτε», τονίζει ο Κύριος, γιατί έφτασε η ώρα της βασιλείας των ουρανών, της προαιώνιας υπόσχεσης του Θεού και προσδοκίας των ανθρώπων. Είμαστε έτοιμοι; Ας εκμεταλλευτούμε τις δυνατότητές μας και τον χρόνο που έχουμε στη διάθεσή μας και θα πετύχουμε. Ο Θεός βρίσκεται δίπλα μας, βοηθός μας, ενισχυτής μας.

Γράφει: Δ.Γ.Σ.

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Μια πολυεπίπεδη ανάγνωση της θεραπείας του Τυφλού


polyeptyfl2

Μια πολυεπίπεδη ανάγνωση της θεραπείας του Τυφλού

Κώστας Νούσης, Θεολόγος – Φιλόλογος
Ένα από τα πλέον μεστά σε θεολογική σημαντική είναι το ευαγγελικό ανάγνωσμα τού εκ γενετής Τυφλού (Ιω. 9: 1-38). Στην περιεκτική, όσο και σύντομη ματιά μας, θα προσπαθήσουμε να αλιεύσουμε ελάχιστους αγιοπνευματικούς μαργαρίτες μέσα από τον πλούτο της προκείμενης περικοπής. «Εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς»: ο κάθε άνθρωπος γεννιέται τυφλός, φέρων τόσο τη δεδομένη και πεπερασμένη κτιστότητα με τη συνακόλουθη φυσική αδυναμία της, όσο και το προπατορικό πλέον αμάρτημα. Είναι παντελώς αδύνατο να ξεπεράσει τα προβλήματα και αδιέξοδα αυτά μόνος. Η ανάστασή του από τις ποικιλόμορφες πτυχές και διαστάσεις του πόνου, της φθοράς και του θανάτου είναι έργο του ακτίστου όντος, που δύναται και ίσταται με θεία ισχύ και βούληση υπεράνω αυτών των θλιβερών πραγματικοτήτων. Η Τριαδική Θεότητα είναι τούτο το άκτιστο Ον, που εν τω προσώπω του Λόγου εισήλθε στην ιστορία της δημιουργίας.
Ο «τυφλός» εκ των στενών του φυσικών ορίων και της αμαρτίας άνθρωπος βλέπει το αληθινό φως, το οποίο χορηγείται υπό του μοναδικού Φωτός του κόσμου (Ιω. 1:9). Το άκτιστο φως της Θεότητας είναι αυτό που θεραπεύει την ανθρώπινη τυφλότητα στην αιωνιότητα, ακόμη και μετά την απώλεια λόγω ασθενείας ή θανάτου της φυσικής όρασης. Και αν δεν βλέπεις το άκτιστο φως και δι’ αυτού τον Θεό, ακόμη και αν υπάρχεις, στην ουσία είσαι τυφλός και νεκρός, τουτέστιν κολασμένος. Το θαύμα τούτο της χορήγησης του αληθινού φωτός – Χάριτος δίδεται μυστηριακά, δι’ ύδατος, με τη Βάπτιση. Έτσι ο Χριστός τον στέλνει να νιφτεί στον αντίστοιχο τύπο της κολυμβήθρας του Σιλωάμ. Ο Χριστός χορηγεί τη Χάρη δι’ ύδατος και Πνεύματος (τύπος εν προκειμένω η χρίση του τυφλού δια του εμπεπτυσμένου πηλού). Δεν πρόκειται, επομένως, για έναν απλό διδάσκαλο, έναν ακόμη προφήτη. Είναι ο Μεσσίας, ο Σωτήρ, η ίδια η πηγή της Χάριτος. Και ο τυφλός πήγε να νιφτεί στον Σιλωάμ, που σημαίνει απεσταλμένος. Ο Χριστός είναι ο σταλμένος από τον Πατέρα. Ο ανανήψας τυφλός είναι πλέον απεσταλμένος του Μεσσία στον κόσμο, όπως και κάθε πιστός μετά το Βάπτισμά του.
«Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;»: η ερώτηση μάλλον στερείται λογικής, φαίνεται βεβιασμένη, ειδικά ως προς το σκέλος της αμαρτωλότητας τού ίδιου του τυφλού. Πώς είναι δυνατό να αμάρτησε μέσα στην κοιλιά της μάνας του, ώστε να τιμωρηθεί από τα γεννοφάσκια του; Φαίνεται να επέτρεψε ο Θεός την ερώτηση αυτή για δυο λόγους: αφενός για να καταρρίψει τις δαιμονικές φιλοσοφικές θεωρίες περί προΰπαρξης των ψυχών και έκπτωσής τους στα σώματα (πλατωνισμός) και αφετέρου για να αποκαλύψει ότι η ακατάληπτη θεία πρόνοια δεν σύρεται μονάχα από το κακό στον τρόπο που χειρίζεται τα προβλήματα των όντων και αποδίδει τη δικαιοσύνη της (Α΄ Κορ. 2:16), οπότε και εμείς δεν πρέπει να κρίνουμε τον Θεό και να ζούμε με ένα αδιάλειπτο γιατί, αλλά τουναντίον να Τον δοξάζουμε και να τον ευχαριστούμε εν παντί (Α΄ Θεσ. 5:18).
Ο Χριστός μάς συνήθισε στα περισσότερα θαύματά του να ερωτά τους ασθενείς πριν από τη θεραπεία τους. Εδώ προβαίνει στην αποκατάσταση της ανθρώπινης φύσης δια της θεϊκής του εξουσίας, παντοκρατορίας και της προαιώνιας βούλησής του, της αναγόμενης στο απερινόητο μυστήριο της θείας Οικονομίας: έχουμε εξάπαντος τύπο της εσχατολογικής εξανάστασης του σύμπαντος κόσμου και της ανθρωπότητας. Πρόκειται για τη θεραπεία – σωτηρία (: ολοκληρώνω κάτι, το διαφυλάσσω σώο, το κρατάω ακέραιο) της φύσης, όχι όμως και της προαίρεσης (: εξ ου και η αιωνιότητα της κόλασης).
Στέλνει, λοιπόν, τον πρώην τυφλό να πλυθεί στην κολυμβήθρα. Ο Θεός κάνει σχεδόν το παν για τη σωτηρία. Θέλει, όμως, και την ανθρώπινη συνεργία, έστω αυτήν την ελάχιστη. Δεν υπάρχει μαγεία και αυτόματη θεραπεία στην Εκκλησία. Ο Χριστός επιθυμεί να συμμετάσχουμε στη σωτηρία μας, στη θέωσή μας. Άλλως δεν υπάρχει αξία, δεν υπάρχει πρόσωπο και ελευθερία, είμαστε στον μονοφυσιτισμό ή όπου αλλού, πάντως όχι στην Ορθοδοξία.
«Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ»: ο Χριστός αποδεικνύει δια της σαφέστατης τούτης σημειολογικής κίνησης ότι είναι ο Δημιουργός του ανθρώπου και του κόσμου (Ιω. 1:3). Ο Κύριος έφτιαξε το πήλινο (εκ στοιχείων υπαρχόντων στο χώμα γέμον) σώμα μας και το εμψύχωσε. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε μετά το θαύμα αυτό με απόλυτη βεβαιότητα την περίπτωση οιασδήποτε μορφής εξέλιξης (όχι από είδος σε είδος, αλλά εντός του αυτού είδους όσον αφορά στο ανθρώπινο γένος), ωστόσο με άνεση δυνάμεθα, κόντρα στον πλεονάζοντα ορθολογισμό, να πιστέψουμε στην άμεση και έκτακτη δημιουργία του πρώτου ανθρώπου δια της αναμφίλεκτης και υπέρνοης θείας παντοδυναμίας. Στον εμπτυσμό, επίσης, του χώματος και στον πηλό που σχηματίστηκε θα μπορούσαμε να δούμε τη Χρίση του κτιστού προσλήμματος από τη θεότητα στη μήτρα της Παναγίας και τη Σάρκωση του Λόγου.
«Παράγων ὁ Ἰησοῦς»: ο Χριστός περαστικός θεράπευσε τον τυφλό. Ο τυφλός είναι τα έθνη. Ο Κύριος ήρθε να σώσει πρώτα τον Ισραήλ και βρήκε στον δρόμο του της θείας οικονομίας και τα έθνη, τον Ισραήλ της Χάριτος. Και έτσι ίδρυσε την Εκκλησία. Αυτή η νέα ποίμνη, η πάλαι ποτέ τυφλή εκ της αγνοίας του αληθινού Θεού και της ειδωλολατρίας, δέχεται από την αρχή της το μένος και τις επιθέσεις της Εβραϊκής Συναγωγής. Όπως ο τυφλός, ο τύπος της εξ εθνών Εκκλησίας. Διώκεται η Εκκλησία, εξαρχής, διαχρονικά. Αλλά δεν παύει να μαρτυρεί τον Χριστό και τη θεότητά του. Κάτι που ακόμα δεν μπορεί να χωνέψει και να αποδεχτεί ο παλαιός Ισραήλ. Δυστυχώς…
Ο Τυφλός, μετά ουσιαστικά τον φωτισμό του υπό του Αγίου Πνεύματος, ομολογεί τον Χριστό και θεολογεί. Είναι προφανές ότι δεν μιλάει κατά το πλείστον από μόνος του, πως όλα όσα λέει δεν αποτελούν καρπό μελέτης ή ευφυΐας, αλλά άνωθεν αποκαλύψεως. Τον ομολογεί Προφήτη αρχικά και στη συνέχεια τελειώνει την ομολογία του στην παραδοχή της μεσσιανικότητας του Χριστού, τυπώνοντας κατά κάποιον τρόπο και τα διάφορα στάδια της πνευματικής ζωής και γνώσης (κάθαρση, φωτισμό, θέωση).

Οι Φαρισαίοι, οι Νομοδιδάσκαλοι, το Ιερατείο των Εβραίων (μάλλον κάθε εποχής) εμφαίνουν τα θρησκευτικά εξουσιαστικά κατεστημένα στη διαχρονική τους πορεία, με την τυπολατρία και όλα τα θλιβερά παρεπόμενα τής κάθε θρησκειοποίησης. Τάφοι κεκονιαμένοι, ζωντανοί νεκροί, ψυγέντες από την έλλειψη στοιχειώδους αγάπης και ανθρωπιάς, αντί να χαρούν για τη θεραπεία του αδελφού τους που είδε μετά από τόσα χρόνια το φως του, ψάχνουν τα σάββατα, την παράβαση του Νόμου, πώς να παγιδέψουν τον τυφλό και τους γονείς του, με ποιον τρόπο θα καταδικάσουν τον Χριστό σε αίρεση και σε θάνατο. Δαιμονικές καταστάσεις…
Ο φωτισθείς τυφλός κηρύττει με παρρησία τον Χριστό. Οι «τυφλοί» ακόμη γονείς του δειλιάζουν, κρύβονται, τρέμουν μήπως αποβληθούν εκ της Συναγωγής, μη τυχόν και ξεβολευτούν από τις θρησκευτικές και κοινωνικές τους συνήθειες. Έτσι, όμως, κινούνται οι περισσότεροι άνθρωποι κάθε γενιάς, ακόμη και οι επίσημοι εκπρόσωποι των θρησκευτικών συνάξεων, πλανώμενοι μέσα στις ψευδαισθητικές τους αυτασφαλιστικές, ψυχολογικές και άλλες, δικλείδες,  ότι τάχα είναι οι καθαροί, οι αγαπημένοι του Θεού. Αλλά δεν ξέρουν ότι είναι ήδη νεκροί, ότι ο Θεός δεν τους γνωρίζει, τους έχει διαγράψει από τη μνήμη του, πράγμα που ισοδυναμεί με αιώνιο κολασμό (Ματθ. 8:22, Λουκ. 13:25-30).
Η τραγικότητα των πνευματικά αόμματων Ιουδαίων (Ματθ. 23:16) φαίνεται στην υποκρισία, στην κακότητα, στην υπεροψία και στην ανοησία τους: «ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν… ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς;». Είναι εκπληκτικό το πόσο μωραίνεσαι, όταν σε εγκαταλείψει η Χάρη του Θεού. Ισχυρίζονται ότι δήθεν κατέχουν τη θεία αυθεντία και αποστολή του Μωυσέως, τον οποίο «γνωρίζουν» απλά εξ ακοής και παραδόσεως, και εθελοτυφλούν στα αυτονόητα που τους παραθέτει ο πρώην τυφλός, πολλώ δε μάλλον στο πρωτοφανές και ανεπανάληπτο (μέχρι τότε) θαύμα της ομμάτωσης ενός εκ γενετής τυφλώττοντος, το οποίο συνετελέσθη μπροστά τους!
Η απλή, όσο και εκπληκτική θεολογική τοποθέτησή του για τη γνησιότητα της μεσσιανικής ιδιότητας του Ιησού αποστομώνει τους πτωχούς, φαιδρούς και θλιβερούς «θεολόγους» της εποχής, της κάθε εποχής, του γράμματος της κάθε θρησκείας. Ο Κύριος δεν ευαρεστείται στο θανατηφόρο αυτό ψεύδος και στην υποκρισία που εκπορεύονται μέσα από τα πάθη και τον δαιμονισμό των ανθρώπων. Αντικατάστησε κάθε νόμο, ακόμη και τον Μωσαϊκό, με τον καινό, τον δικό του, τον μοναδικό, της διπλής αγάπης σε Θεό και πλησίον (Μαρκ. 12:30-31).
Εξεβλήθη της Συναγωγής. Απερρίφθη από τους κατά κόσμον συγγενείς του. Με τα σημερινά δεδομένα θα μιλούσαμε για αφορισμό. Θεωρήθηκε σχισματικός ή αιρετικός. Ο Κύριος τη δύσκολη τούτη ώρα τον ξαναπροσεγγίζει. Αυτός, άλλωστε, έκανε και στην αρχή το πρώτο βήμα της θεραπείας. Αυτός κάνει πάντα το πρώτο βήμα. Ο Ιησούς και τώρα περιθάλπει τον «αποσυνάγωγο». Τον εντάσσει στην Εκκλησία Του. Στη μόνη και αληθινή Κιβωτό της σωτηρίας. Πόσοι άραγε σε κάθε εποχή τέτοιοι αποσυνάγωγοι από την επίσημη θρησκευτικότητα και τα κοινωνικά status είναι ευάρεστοι στον καρδιογνώστη Κύριο; Και πόσοι, τουναντίον, «καθαροί και άγιοι» είναι βδελυροί ενώπιόν Tου, οι αληθώς, οι αιωνίως αποσυνάγωγοι…
Ο τυφλός θεραπεύτηκε, ανέβλεψε. Πρωτίστως πνευματικά. Γνώρισε, είδε τον Χριστό – Θεό. Αυτό είναι που μετράει, το μόνο σημαντικό και χρειώδες (Λουκ. 10:41-42). Η σωματική θεραπεία έρχεται δεύτερη. Ενίοτε δεν έρχεται ποτέ. Ένα γεγονός μυριομαρτυρημένο στη ζωή των αγίων του Θεού, των μαρτύρων εξάπαντος του Κυρίου. Αλλά και δεν αδιαφορεί ο Χριστός για τη σωματική θεραπεία. Γιατρεύει τον όλο άνθρωπο. Και τώρα, αλλά πολύ περισσότερο και ολοκληρωτικά και αμετάκλητα στην εσχατολογική τελειότητα τής εν Χριστώ εξανάστασης των πάντων. Τα προοίμια από δω, από τότε με τις αναρίθμητες θεραπείες του Θεανθρώπου στο σύντομο διάβα του από την Ιουδαία…
Ο Χριστός είναι το Φως του κόσμου (Ιω. 8:12). Αυτή η υπέρτατη οντολογία διατρέχει όλα τα Ευαγγέλια και ιδιαίτερα εκείνο του Ιωάννη, όπου η ζωή συμπλέκεται άριστα και άρρηκτα με το φως και ταυτίζεται με αυτό, όπως τόσο αριστοτεχνικά καταχωρείται στο πρώτο κεφάλαιό του, στο αναστάσιμο ευαγγελικό ανάγνωσμα. Το φως της Ανάστασής του και με υλικό, ορατό τρόπο, κάθε χρόνο εξέρχεται από τον Πανάγιο, τον Ζείδωρο, τον Φαεσφόρο Τάφο του. Ένα φως που διαχέεται αδιάλειπτα στην οικουμένη, αλλά που δεν παραβιάζει προαιρέσεις και συνειδήσεις. Και έτσι οι τυφλοί αυξάνονται με καταθλιπτικούς ρυθμούς, αναπαράγοντας και σκορπίζοντας στην παγκόσμια ατμόσφαιρα τα δικά τους, τα ολίγιστα, τα ψεύτικα, τα θνησιγενή, τα δαιμονόσχημα φώτα. Οι εχέφρονες, ωστόσο, και ταπεινοί πάντοτε ψάχνουν, επιθυμούν, αναζητούν, επιζητούν, αποζητούν, διψούν, ορέγονται, ανακαλύπτουν, αργά ή γρήγορα, και θεώνται (θεώνονται) το Φως, το Ένα, το μοναδικό και τριαδικό, το όντως αληθινό: τον Χριστό. Και εν Αυτώ και δι’ αυτού ζουν και βλέπουν εις τους αιώνες των αιώνων.

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Ο άφρων πλούσιος, Μητροπ. Νικοπόλεως Μελετίου (+) 1995



Ο ΑΦΡΩΝ ΠΛΟΥΣΙΟΣ
Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου (†)
Διασκευασμένη ὁμιλία του στούς Κιρκιζάτες τήν 19/11/1995
1. Ἔφαγε, ἤπιε. Εὐφράνθηκε;
Ἤρθαμε στήν Ἐκκλησία γιά νά προσευχηθοῦμε μαζί καί γιά νά αἰσθανθοῦμε ἐντονώτερα τήν χαρά τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀνάμεσά μας. Νά τοῦ ἀπευθύνομε τίς παρακλήσεις μας, νά ἀκούσομε τόν λόγο του καί νά δεχθοῦμε τήν εὐλογία του.
Μέ τήν εὐκαιρία θά ποῦμε λίγα λόγια, ἐξηγώντας τό κομμάτι τοῦ Εὐαγγελίου πού ἀκούσαμε σήμερα.
Ὁ Χριστός εἶπε τήν ἑξῆς παραβολή: Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος, ὁ ὁποῖος εἶχε πολλά κτήματα. Κάποια φορά, εὐφόρησε ἡ χώρα του. Ἔκανε πολλούς καρπούς. Ὁ πλούσιος ὑπολόγισε ὅτι δέν θά μπορέσει νά μαζέψει ὅλα τά προϊόντα στίς ἀποθῆκες του, δέν τόν ἔφταναν, ἦταν μικρές καί κατάληξε στό συμπέρασμα ὅτι ἔπρεπε νά τίς γκρεμίσει· νά φτειάξει ἄλλες μεγαλύτερες. Ἐννοεῖται, ὅτι καθένας ὅταν φτιάχνει ἀποθῆκες, τίς φτιάχνει πάντα πιό εὐρύχωρες. Νά χωρᾶνε κάτι παραπάνω, ἀπό ὅσα προβλέπεται νά συγκεντρωθοῦν. Ὅλοι ἔχομε ἀποθῆκες καί κελλάρια μεγαλύτερα ἀπ' ὅτι μας χρειάζονται.

Φαντασθεῖτε λοιπόν, πόσα χτήματα εἶχε ἐκεῖνος καί τί μεγάλη παραγωγή ἔκαναν ἐκεῖνο τό χρόνο. Ἀλλά τί παράξενο! Ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν σκέφτηκε τίποτε ἄλλο, παρά μόνο πῶς θά μαζέψει ὅλα τά προϊόντα του γιά τόν ἑαυτό του. Καί μετά νά πεῖ στόν ἑαυτό του: «Ψυχή μου, ἔχεις πολλά ἀγαθά γιά χρόνια πολλά. Φάε, πιέ, εὐφραίνου».
Ἐρώτημα: Ἔφαγε, ἤπιε. Εὐφράνθηκε;
Δηλαδή γέμισε ἡ ζωή του χαρά; Ἀπόκτησε εἰρήνη; Ἀπόκτησε ἐκεῖνο πού λέμε εὐτυχία; Λέει σέ κάποιο μέρος ὁ Θεός μιλώντας πρός τόν προφήτη Ἡσαΐα: «Ἵνα τί τιμᾶσθε ἐν οὐκ ἄρτοις; Καί ὁ κόπος ὑμῶν οὐκ εἰς πλησμονήν;» Γιατί πετᾶτε τά χρήματά σας, ἐκεῖ πού δέν ἔχει «ψωμί»; Ἐκεῖ πού δέν βρίσκεται ψωμί; Ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει κάτι πού θά σᾶς χορτάσει; Ἱδρώνετε γιά νά ἀποκτήσετε. Κοπιάζετε. Καί ἔπειτα, νομίζετε ὅτι ἅμα τά διαθέσετε κάπου θά χορτάσετε. Θά φᾶτε καί θά πίετε καλά. Ἀλλά χορτάσατε ποτέ; Γέμισε ἡ ψυχή σας; Ἱκανοποιηθήκατε;
Τί φοβερά τά λόγια τοῦ Κυρίου, πού ἔρχονται ἀπό τόν οὐρανό γιά μᾶς. Τί ἀληθινά. Εἴμαστε ἄνθρωποι. Ὅλοι, ἄλλος περισσότερο, ἄλλος λιγότερο, κουραζόμαστε ἐργαζόμενοι γιά τόν ἐπιούσιο ἄρτο μας. Δουλεύομε ἐπάνω στή γῆ. Καί ὅλοι τήν δουλειά μας τήν ἐκτιμοῦμε σάν βαρειά. Πραγματικά. Πολλές φορές, ἡ δουλειά εἶναι βαρειά. Καί κουραστική. Σωματικά καί ψυχικά. Καί μετά ἀφοῦ πάρομε τόν κόπο τῆς δουλειᾶς μας, πᾶμε νά βροῦμε μέ αὐτόν χαρά καί εὐτυχία. Λέει λοιπόν ὁ Θεός: «Εὑρήκατε χαρά καί εὐτυχία ἐκεῖ πού πᾶτε; Βρήκατε ἐκεῖνα πού ἀναζητᾶτε;» Δέν ρωτᾶ ἄν χόρτασε καί γέμισε ἡ κοιλιά μας. Ἀλλά μᾶς λέγει: Γέμισε καμιά φορά ἡ ψυχή σας; Γέμισε ἡ καρδιά σας; Εἴπατε «δέν θέλω τίποτε ἄλλο πιά».
Γιατί ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλει καί ἄλλα ἐκτός ἀπό κεῖνα πού ἔχει, σημαίνει πώς δέν τόν ἱκανοποίησαν, δέν τόν χόρτασαν, δέν τοῦ ἔφτασαν.
2. Ἡ πιό χρήσιμη ἐξίσωση
Ξέρομε ὅτι ὑπάρχουν οἱ διάσημοι πολιτικοί. Ἄν τούς ρωτοῦσε κανείς: «εἴσαστε εὐτυχισμένοι;» τί θά ἔλεγαν; Ὤ οἱ ταλαίπωροι, τί τραβᾶνε.
Ἦταν στήν Γαλλία ἕνας ἄνθρωπος σοφός. Φαινόταν ἐξωτερικά τόσο χαρούμενος, ὥστε νόμιζαν ὅλοι πώς θά ἦταν ἀληθινά εὐτυχισμένος. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἔλεγε συνεχῶς: «Ἐγώ δέν πιστεύω στό Θεό. Ἐδῶ εἶναι ὁ Παράδεισος». Κάποια μέρα τόν ρώτησε ἕνας φίλος του:
_Αἰσθάνεσαι εὐτυχισμένος; Θέλω νά μᾶς πεῖς.
Ἐκεῖνος ἀπάντησε:
_Μιλᾶς γιά εὐτυχία; Εὐτυχία δέν αἰσθάνθηκα ὄχι χρόνο, ὄχι μέρες, ἀλλά οὔτε ὥρα, οὔτε στιγμή.
Ἔχομε πάλι τούς μεγάλους ἀστέρες τῆς τηλεοράσεως. Ἔχομε κάτι ἄλλους πού παίζουν στό ποδόσφαιρο. Τρέχουν στά γήπεδα μικροί καί μεγάλοι καί τούς θαυμάζουν πού βάζουν τά γκόλ. Καί ἀγοράζονται αὐτοί οἱ ποδοσφαιριστές ἀπό τήν μιά ὁμάδα καί ἀπό τήν ἄλλη ἑκατομμύρια.
Γιά νά τούς ρωτήσει κανείς: «Χορτάσατε; Μείνατε ἱκανοποιημένοι;» Τά ταλαίπωρα τά παιδιά. Τά ταλαίπωρα τά παιδιά.
Βρίσκει κανείς ἕναν ἐργάτη πού δουλεύει. Ἕναν ἐπαγγελματία. Τόν ρωτᾶ:
_Εἶσαι χορτασμένος;
Μουδιάζει ὅταν τό ἀκούει.
Ἀλλά μήν πᾶμε μακρυά. Ἄν κάποιος ρωτοῦσε ἐμᾶς, τί θά ἀπαντούσαμε;
Γι' αὐτό ὁ Θεός φώναξε ἀπό τόν οὐρανό: «Ἵνα τί τιμᾶσθε ἐν οὐκ ἄρτοις καί ὁ κόπος ὑμῶν οὐκ εἰς πλησμονήν;» Γιατί βάζετε στόν νοῦ καί στήν καρδιά σας, ὅτι θά βρεῖτε τήν εὐτυχία σέ κεῖνα πού δέν εἶναι «ψωμί»; Πού δέν εἶναι οὐσιαστική τροφή; Γιατί δίνετε τόν κόπο σας καί δέν χορταίνετε καί δέν ἀποκτᾶτε χαρά καί εἰρήνη;
Μερικοί θεωροῦν τόν ἑαυτό τους πιό ἔξυπνο καί τρέχουν ἐκεῖ πού ἀκοῦνε ὅτι τάχα ὑπάρχει χαρά. Στά κέντρα διασκεδάσεως. Κέντρο διασκεδάσεως τί σημαίνει; Χαρά λένε, χαρά. Ἀλλά ἡ λέξη «διασκέδαση», σημαίνει «σκόρπισμα». Διασκεδάζω θά πεῖ σκορπίζω. Τί θέλει νά κάνει ἐκεῖνος πού πάει νά διασκεδάσει; Νά πετάξει πέρα-δῶθε τήν στενοχώρια πού ἔχει. Γιατί πάει στό κέντρο τῆς διασκεδάσεως; Ἐπειδή δέν ἔχει χαρά, ἀλλά στενοχώριες καί λύπες. Πάει λοιπόν ἐκεῖ, γιά νά πετάξει ἀπό πάνω του τίς στενοχώριες καί τίς λύπες καί νά βρεῖ ἐκεῖ μέσα τήν χαρά.
Ἐδῶ εἶναι πού θά φώναζε ὁ Θεός ἀπό πάνω: «Ποῦ πᾶτε καί πετᾶτε τά χρήματά σας καί τόν κόπο σας; Ποῦ ζητᾶτε ν’ ἀποκτήσετε χαρά; Τί νομίζετε χαρά; Ἐκεῖνο πού βρίσκετε, ὅταν φθάνετε σέ μία κατάσταση ἔξαλλη; Ἐκεῖνο πού σᾶς δίνει τό φτηνό πανηγύρι, καί διαρκεῖ ὅσο εἴσαστε κεῖ μέσα; Ὅταν φύγετε ἀπό ἐκεῖ, ἀπό τό κέντρο τῆς διασκεδάσεως, πού εἴτε πίνει ὁ μεγάλος, εἴτε χορεύει καί τραγουδάει ὁ μικρός, ἔχετε τίποτε μέσα στήν ψυχή σας; Χορτάσατε;»
Ἅμα τό φιλοσοφήσομε θά ποῦμε: Μηδέν, μηδέν, τίποτε.
Ὑπῆρξε ἕνας ἄνθρωπος πολύ δυνατός. Εἶχε χρήματα πολλά. Ἦταν νέος, ἦταν ἔξυπνος, ἦταν σοφός. Ὁ βασιλιάς Σολομών. Ὁ γυιός τοῦ προφήτη Δαυΐδ. Αὐτός φρόντισε νά ἀποκτήσει χρήματα πολλά, νά διασκεδάσει πολύ, νά μάθει τά πάντα. Ἀλλά στό τέλος γράφει σ’ ἕνα βιβλίο του, πού λέγεται «ὁ Ἐκκλησιαστής»: «Βρέ παιδάκι μου, νόμισα πώς ἅμα γλεντήσω θά χορτάσω ἀλλά τίποτε. Ματαιότης ματαιοτήτων». Μιά τρύπα στό νερό ἔκανα, λέει. Τί κατάλαβα; Χαρά δέν ἀπόκτησα. Ἡδονή γιά λίγο ναί. Ἀλλά εὐτυχία δέν βρῆκα. Ὅλα εἶναι κούφια. Δέν προσφέρουν στόν ἄνθρωπο τίποτε.
Ὅλοι ἔχομε πάει στό σχολεῖο. Ἐκεῖ μαθαίνουμε καί ἀλήθειες ἀλλά μαθαίνουμε καί ψέματα. Μία ἀλήθεια λέει: «Δύο καί δύο κάνουν τέσσερα». Ὅπως λοιπόν, δύο καί δύο κάνουν τέσσερα, ἔτσι καί δύο πλήν δύο κάνουν μηδέν. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, λέει ἕνας σοφός ἄνθρωπος μέ πεῖρα, πού φιλοσόφησε ἐπάνω στή ζωή, ἰσχύει:
«Ὑλικά ἀγαθά, ὅσα θέλεις βάλε, πλήν Θεός. Όταν λείπει ὁ Θεός, ἴσον μιζέρια, δυστυχία καί ταλαιπωρία. Ὑλικά ἀγαθά, εἴτε λίγα εἶναι εἴτε πολλά σύν Θεός ἴσον χαρά καί εἰρήνη καί εὐτυχία.»
Ἕνας μεγάλος ἀμερικανός παιδαγωγός καί κοινωνιολόγος σοφώτατος ἄνθρωπος, ἔχει γράψει πολλά ὡραῖα, φιλοσοφημένα καί ψυχολογημένα πράγματα. Λέγει λοιπόν σ’ ἕνα σημεῖο: «Ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται νά βρεῖ χρήματα, τιμή, διασκέδαση, χαρά. Ἀγωνίζεται, σκοτώνεται, τόν πιάνει ἄγχος καί ταλαιπωρία νά τά βρεῖ. Νομίζει πώς αὐτά φτάνουν. Ἀλλά παθαίνει ἕνα φιάσκο. Παθαίνει τήν χειρότερη ἀπογοήτευση στή ζωή του. Ξέρετε πότε; Ἄν συναντήσει ἕναν ἄνθρωπο πού δέν ἐνδιαφέρεται οὔτε γιά δόξα, οὔτε γιά χρήματα, οὔτε γιά διασκέδαση. Τότε ὁ ἄνθρωπος αὐτός καταλαβαίνει ὅτι εἶναι ὁ πιό φτωχός ἄνθρωπος τοῦ κόσμου».
3. Ὅταν μιλοῦν τά γεγονότα
Νά θυμηθοῦμε ἕνα δικό μας. Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, εἶχε γίνει κοσμοκράτορας. Μιά ἡμέρα συνάντησε τόν φιλόσοφο Διογένη. Καί τοῦ λέει:
_Πές μου Διογένη, τί θέλεις νά σοῦ δώσω. Ὅτι νά ζητήσεις στό χέρι μου εἶναι. Γιατί σέ ἐξετίμησα, εἶσαι καλός ἄνθρωπος καί σοφός.
Τοῦ λέει ὁ Διογένης:
_Μή μοῦ παίρνεις ἐκεῖνο πού δέν μπορεῖς νά μοῦ δώσεις καί ἄσε τά παραπέρα.
Θαύμασε ὁ Ἀλέξανδρος. «Μή μοῦ παίρνεις ἐκεῖνο πού δέν μπορεῖς νά μοῦ δώσεις καί ἄσ’ τίς ἐξυπνάδες ὅτι θά μοῦ δώσεις ἄλλα».
_Τί θέλεις νά πεῖς; τοῦ λέει.
_Κάνε παραπέρα μοῦ κόβεις τόν ἥλιο, τοῦ λέει.
Καθόταν στόν ἥλιο καί λιαζόταν ὁ φιλόσοφος. «Κάνε παραπέρα μή μοῦ κόβεις τόν ἥλιο καί ἄσε με ἥσυχο μέ τά δῶρα σου».
Κούνησε τό κεφάλι του ὁ μέγας Ἀλέξανδρος ὁ κοσμοκράτωρ, πού ὅτι ἤθελε ἔκανε. Ὅτι ζητοῦσε τό ἔβρισκε. Ἀκόμη καί φαιά οὐσία ἄν δέν εἶχε ὁ ἴδιος, εὕρισκε. Γιατί –ὅπως γίνεται καί σήμερα- ἔβαζε ἄλλους καί τοῦ ἔδιναν φαιά οὐσία ἀπό τό μυαλό τους. Ἔμεινε λοιπόν κατάπληκτος ὁ Ἀλέξανδρος. Βρῆκε τόν ἄνθρωπο πού τοῦ ἀπέδειξε ὅτι ἦταν φτωχός. Καί εἶπε: «Ἄν δέν ἤμουν Ἀλέξανδρος, θά ἤθελα νά εἶμαι Διογένης».
Κάποιος κεφαλαιοκράτης ἀπό ἐκείνους πού δέν ξέρουν τί ἔχουν, πῆγε στήν Λαπωνία. Στό βόρειο Πόλο. Ἐκεῖ εἶδε κάτι φτωχούς ἀνθρώπους, νά τυλίγονται μέ κουβέρτες καί δέρματα καί νά κυνηγοῦν φώκιες καί ψάρια μέσα στούς πάγους. Λέει ὁ πλούσιος: «Θεέ μου, σέ τέτοιο τόπο καί μέ τέτοιες συνθῆκες ἀγωνίζονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί νά βροῦνε χαρά καί εὐτυχία;»
Ὅμως τά πράγματα δέν ἦταν ἔτσι. Γιατί μπορεῖ ἕνας Λάπων, κυνηγώντας τίς φώκιες, νά εἶναι γεμάτος ἀπό χαρά, εἰρήνη καί εὐτυχία. Γιατί ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη, ἡ εὐτυχία, δέν εἶναι ἀπόκτημα οὔτε τοῦ χρήματος, οὔτε τῆς ἐξυπνάδας. Ἡ χαρά καί ἡ εἰρήνη εἶναι δῶρα τοῦ Χριστοῦ. Ζεῖς κοντά στό Θεό; Θά σοῦ δώσει καί χαρά καί εἰρήνη. Ὅσο πιό κοντά ζεῖς στόν Χριστό, τόσο πιό πολύ θά σοῦ δώσει χαρά καί εἰρήνη. Καί ὅσο πιό μακρυά ζεῖς, θά τήν κυνηγᾶς τήν χαρά καί τήν εἰρήνη, ἀλλά ποτέ δέν θά τίς φτάνεις. Ὅπως δέν μπορεῖς νά φτάσεις τόν ἴσκιο σου, ὅσο καί ἄν τρέχεις ξωπίσω του.
4. Θεία Εὐχαριστία, πηγή εὐτυχίας
Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, δημιουργός τοῦ κόσμου, σωτήρας καί λυτρωτής τοῦ κόσμου, ἔδωσε τά πολυτιμότερα ἀγαθά, τά πιό ἀναγκαῖα γιά τή ζωή μας, φτηνά. Τί πολυτιμότερο ἀπό τόν ἀέρα; Τί πολυτιμότερο ἀπό τό νερό; Ἄς λείψουν γιά λίγο καί τότε βλέπομε.
Ἀλλά καί τί πολυτιμότερο ἀπό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τήν ἀγάπη του, ἀπό τήν προστασία του. Τί γίνεται χωρίς ἀγάπη καί στοργή; Διαβάζουμε ἐφημερίδες... Τί τραγωδία βασιλεύει στόν κόσμο! Ἀπό τί; Ἀπό τό ὅτι ὑπάρχει ἐγκληματικότητα. Γιατί ὑπάρχει ἐγκληματικότητα; Γιά ἕνα καί μοναδικό λόγο, λένε οἱ κοινωνιολόγοι. Γιατί δέν ὑπάρχει στοργή καί ἀγάπη. Μή ἔχοντας τά παιδιά στοργή καί ἀγάπη ἀπό τόν πατέρα καί τήν μητέρα τους καί μάλιστα ὅταν εἶναι παιδιά διαλελυμένων οἰκογενειῶν, στρέφεται ἡ καρδιά τους στό κακό καί στήν περιπέτεια. Καί γίνονται αὐτά τά παιδιά μέ τήν συμπεριφορά τους, ἐκδίκηση ἐναντίον τῆς κοινωνίας πού τά ἔκανε δυστυχισμένα. Κάνουν φόνους, ἐγκλήματα, παληανθρωπιές κτλ.
Ὁ Χριστός μᾶς δίνει πλούσια τήν στοργή του καί τήν ἀγάπη του.
Καί γιά νά μᾶς τήν δείξει, κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό καί γιά χάρη μας δέχθηκε νά χτυπηθεῖ, νά τόν βρίζουν, νά τόν κακοποιήσουν καί στό τέλος γιά μᾶς καί γιά τή σωτηρία μας σταυρώθηκε. Πέθανε καί κατέβηκε στόν Ἅδη. Ἀλλά ἀφοῦ σταυρώθηκε, μᾶς ἔδωσε ἕνα φάρμακο. Φάρμακο ἐναντίον τῆς δυστυχίας. Εἶναι τό σῶμα του καί τό αἷμα του. Ἐκεῖνος πού θά ἐκτιμήσει τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί πηγαίνει καί κοινωνεῖ τακτικά, ὁ ἄνθρωπος αὐτός γεμίζει ἀπό εἰρήνη καί ἀπό χαρά.
Ὅποιος δοκιμάσει τήν γλυκύτητα τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ ἁγίου σώματός του, γεμίζει ἡ καρδιά του μέ εἰρήνη καί μέ χαρά. Γιατί ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀρχηγός τῆς εἰρήνης. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ εὐτυχία. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ χαρά. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἐγγύηση τῆς αἰώνιας ζωῆς, ὁ σωτήρας μας καί ὁ λυτρωτής μας.
5. Μακαριότητα καί παραχάραξη
Γιατί εἶπε τήν παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου ὁ Κύριος;
Γιά νά βγάλει τό συμπέρασμα πού ἀκούσαμε: «Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καί μή εἰς Θεόν πλουτῶν». Ὁ ἄφρων πλούσιος, ὄχι μόνο δέν χόρτασε τήν καρδιά του, (ὄχι τήν κοιλιά του, γιά τήν καρδιά του λέμε), ἀλλά τήν ὥρα πού εἶχε μαζέψει τά ἀγαθά του, τοῦ φώναξε ὁ Θεός: «Σήμερα θά σοῦ πάρουν τήν ψυχή· αὐτά πού μάζεψες σέ ποιόν θά μείνουν;» Αὐτά πού λαχτάρησες νά μαζέψεις, ποῦ θά μείνουν. Ἔτσι λέει ὁ Χριστός, θά τήν πάθει, θά μείνει μπουκάλα ἀπό ἐκεῖνα πού λαχτάρησε, ὁ κάθε ἄνθρωπος πού θέλει νά πλουτήσει γιά τόν ἑαυτό του. Ὁ φαταούλας. «Καί μή εἰς Θεόν πλουτῶν». Τό σωστό εἶναι νά κανονίσουμε νά πλουτίσουμε κατά Θεόν. Σέ κεῖνα πού ὁ Θεός ἐκτιμᾶ. Σέ κεῖνα πού ὁ Θεός χορηγεῖ. Σέ κεῖνα πού μᾶς λέγει ὅτι εἶναι πηγή χαρᾶς καί εὐτυχίας.
Πηγή χαρᾶς καί εὐτυχίας εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
Ἔλεγε ὁ Χριστός: «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Τί σημαίνει «μακάριοι»; Εὐτυχισμένοι. Εὐτυχισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔχουν ταπείνωση καί φέρονται μέ καλωσύνη.
«Μακάριοι οἱ πραεῖς». Ἐκεῖνοι πού δέν ἀφήνουν τόν ἑαυτό τους νά θυμώνει καί νά ὀργίζεται ἐναντίον τῶν ἄλλων.
«Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί».
«Μακάριοι οἱ πενθοῦντες». Εὐτυχισμένοι ἐκεῖνοι πού πενθοῦν, ὄχι μόνο γιά τούς πεθαμένους τους, ἀλλά γιά τό κακό πού ὑπάρχει στόν κόσμο. Καί λένε: «Θεέ μου, λιγόστεψε τό κακό ἐπάνω στόν κόσμο». Αὐτοί εἶναι εὐτυχισμένοι γιατί κατάλαβαν ποιά εἶναι ἡ πραγματική δυστυχία.
«Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ». Ἐκεῖνοι πού δέν λέρωσαν τήν καρδιά τους μέ βρώμικες πράξεις, μέ βρώμικες ἐπιθυμίες, μέ βρώμικα λόγια.
Καί μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι πού διώκωνται γιά τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἡ μεγαλύτερη εὐτυχία εἶναι νά αἰσθανθεῖ κανείς τόν ἑαυτό του ὅτι διώκεται γιά τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἐδιώχθη ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἔτσι ὁ ἅγιος Γεώργιος, ἔτσι ὁ ἅγιος Δημήτριος καί ἔτσι οἱ ἅγιοι μάρτυρες. Καί ἔγιναν πιό εὐτυχισμένοι ἀπό τούς εὐτυχισμένους ὅλου τοῦ κόσμου.
Θά τελειώσουμε μέ μιά διήγηση:
Κάποια φορά, εἶχε καλέσει ἕνας πλούσιος ἕνα παπᾶ στό σπίτι του. Ἀφοῦ τόν κέρασε, τόν ἀνέβασε στήν ταράτσα του. Εἶχε ψηλό σπίτι καί ἄρχισε νά τοῦ δείχνει.
_Παππούλη, τοῦ λέει. Νά δεῖς τί ὡραῖα τά κατάφερα ἐγώ... Μέχρι κεῖ πέρα πού φτάνει τό μάτι σου, εἶναι ὅλα δικά μου.
_Μπράβο, μπράβο, τοῦ λέει ὁ παπᾶς.
Γυρίζει ἔπειτα ἀλλοῦ.
_Καί μέχρι κεῖ κάτω μακρυά, ὅλα εἶναι δικά μου. Καί ἀπό ἐκείνη τήν πλευρά καί ἀπό τήν ἄλλη, ὅλα δικά μου παππούλη, ὅλα δικά μου.
Ὁ παπᾶς κουνοῦσε τό κεφάλι του καί τοῦ ἔλεγε:
_Μπράβο, μπράβο, πολύ ὡραῖα.
Ἀφοῦ λοιπόν τελείωσε τοῦ λέει ὁ παπᾶς.
_Νά σοῦ κάνω τώρα μιά ἐρώτηση καί ἐγώ.
_Ὅτι θέλεις παππούλη.
_Κατά κεῖ τοῦ λέει, πόσα ἔχεις;
Καί τοῦ ἔδειξε τόν οὐρανό.
Συννέφιασε ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἄκουσε τό «κατά κεῖ». Αἰσθάνθηκε ὀδύνη, γιατί τοῦ ἔδειξε ὁ παπᾶς ὅτι βλέπει μόνο ἕνα πόντο μακρυά ἀπό τήν μύτη του. Ἔσκυψε τό κεφάλι καί εἶπε:
_Ἔχεις δίκιο παππούλη. Δέν ἔχω τίποτε κατά κεῖ.
Τοῦ λέει ὁ παπᾶς.
_Δέν φροντίζεις νά ἀποκτήσεις καϋμένε καί κατά κεῖ πάνω λίγα; Νά σοῦ πῶ καί κάτι. Κατά δῶ καί κατά κεῖ, μπορεῖ νά λιγοστέψουν τά χτήματα καί κάποια ἡμέρα ὁπωσδήποτε θά χαθοῦν ὅλα. «Ἐπελθών γάρ ὁ θάνατος ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται». Τά κατά πάνω ὅμως δέν χάνονται ποτέ.
6. Νά ἡ μεγάλη φιλοσοφία
Ἔχομε χρέος νά εἴμαστε ὀλιγαρκεῖς στόν ἑαυτό μας. Νά μποροῦμε νά εἴμαστε εὐτυχισμένοι μέ τό φτωχό φαγητό, τό ἴδιο ὅπως θά εἴμαστε καί μέ τό πλούσιο. Νά δοξάζομε τόν Χριστό γιά τό φτωχικό μας, ὅπως θά τόν δοξάζαμε ἄν εἴχαμε ἀποκτήσει παλάτι.
Νά εἴμαστε εὐχαριστημένοι καί νά ζητοῦμε πρῶτον τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί μετά τά ἄλλα.
Ἔχομε βέβαια ὑποχρέωση, ἔχοντας πάντα αὐτό τό πνευματικό φρόνημα, νά κάνομε ὅ,τι καλύτερο μποροῦμε γιά τά παιδιά μας καί γιά τήν οἰκογένειά μας. Χωρίς ποτέ νά θεωροῦμε τά ὑλικά ἀγαθά εὐτυχία.
«Ὑλικά ἀγαθά πλήν Θεός, δυστυχία καί ταλαιπωρία».
«Ὑλικά ἀγαθά πολλά ἤ λίγα σύν Θεός, χαρά εἰρήνη καί εὐτυχία».
Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη φιλοσοφία. Ἔτσι ἀποκτιέται ἡ εἰρήνη καί ἡ εὐτυχία στήν παρούσα ζωή καί ἔτσι ἔχομε τήν καλύτερη ἐγγύηση γιά νά τίς κερδίσομε καί στήν μέλλουσα ζωή.
Αὐτά κήρυττε συνεχῶς ὁ μέγας καί τρισμακάριος πατέρας μας ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ὁποῖος λέει στίς διδαχές του: «Σᾶς εὔχομαι ἀγαπητοί μου ἀδελφοί ὁ Θεός νά πληθαίνει τά ἀγαθά σας. Νά σᾶς γεμίσει μέ χαρά καί μέ εἰρήνη σ’ αὐτή τή ζωή καί νά σᾶς χαρίσει καί τήν μέλλουσα χαρά καί εἰρήνη στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, γιά νά εὐφραίνεστε πάντοτε μαζί Του. Μαζί μέ τήν Μητέρα Του, τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καί μαζί μέ ὅλους τούς ἁγίους εἰς τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων». Ἀμήν.-