Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Η τολμηρή αγάπη των Μυροφόρων († Αρχ. Χριστόδουλος Φάσσος)


«Τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον» (Μάρκ. ΙΕ’, 43). Μας κάνει εντύ­πωση, αδελφοί μου, από το σημερινό Ευαγγέλιο η παραπάνω φράση που καταγράφει ο ευαγγελιστής Μάρκος. Τόλμησε, λέγει, ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, παρου­σιάστηκε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του νεκρού πλέον Κυρίου μας, για να το αποκαθηλώσει από το σταυρό μαζί με το Νικόδημο, το δεύτερο Μυροφόρο άνδρα (βλ. Ιω. ΙΘ’, 39). Ηθελαν να το πλύνουν, να το καθαρίσουν, να το «μυρίσουν», όπως λέει το Ευαγγέλιο, και κατόπιν να το περιτυλίξουν με σεντόνι καθαρό και με τα οθόνια, όπως συνήθιζαν οι Εβραίοι. Βοηθοί τους ήταν οι Μυροφόρες γυναίκες: η Παναγία μας βέβαια κατ’ αρχήν, η Μαρία η Μαγδαληνή, η Σαλώμη, η μητέρα των μαθητών του Κυρίου μας, η Μάρθα και η Μαρία, οι αδελφές του Λαζά­ρου, και άλλες γυναίκες, οι οποίες υπήρξαν πιστές μαθή­τριες του Κυρίου μας. Είπα πριν ότι ετόλμησε ο Ιωσήφ. Να σκεφτεί κανείς την ατμόσφαιρα η οποία είχε δημιουργηθεί και τον παρο­ξυσμό των πνευμάτων που υπήρχε εκείνη την ημέρα από το πρωί ως το απόγευμα, που ο Κύριός μας παρέδωσε το πνεύμα Του. Μία ατμόσφαιρα οξύτητος και εχθρότητος γύρω από το πρόσωπο του Κυρίου μας, όπως το θυμάστε από τα ευαγγέλια. Ήταν πράγματι τόλμη να πάει ο Ιωσήφ να ζητήσει το σώμα του Κυρίου, να το αποκαθη­λώσει από το Σταυρό και να του προσφέρει τα νόμιμα και μαζί με το Νικόδημο – και γι’ αυτό ήταν τολμηρή η πράξη – να το ενταφιάσουν με τη βοήθεια των γυναικών και αυτών η πράξη ήταν τολμηρή.
Γιατί τα υπογραμμίζω αυτά; Διότι όλα αυτά, αγαπη­τοί μου αδελφοί, φανερώνουν και αποκαλύπτουν το βαθύ­τερο περιεχόμενο της ψυχής και των Μυροφόρων ανδρών και των Μυροφόρων γυναικών. Ποιό ήταν αυτό το βαθύτερο περιεχόμενο έναντι του προσώπου του Κυρίου μας; Ηταν μία – δεν έχω λόγια να τη χαρακτηρίσω – μία λατρεία προς το πρόσωπό Του. Η λέξη αγάπη δεν φτάνει να την προσδιορίσει. Ούτε ακόμα και η λέξη αφοσίωση. Ενιωθαν μία αγάπη βαθιά, πολύ βαθιά, ουσιαστική, και μία αφοσίωση προς το διδάσκαλό τους, ώστε αισθάνθηκαν την ανάγκη, ενώ ήταν νεκρός πλέον, να Του προσφέρουν όλα αυτά και με κίνδυνο ακόμα της ζωής τους. Διότι οι γυναίκες που πήγαν το πρωί της Κυριακής κινδύνευαν από τους στρατιώτες, οι οποίοι εφύλασσαν τον τάφο. Κι όμως το έκαναν. Γιατί, όπως σας είπα, φανερώνει μία αγνή, καθαρή, βαθιά αγάπη και αφοσίωση. Λέω αγνή, γιατί ήταν και ανιδιοτελής. Αν αυτά τα έκαναν, όταν ζούσε ο Κύριός μας, θα είχε κάποια ιδιοτέλεια αυτή η πράξη. Θα περίμεναν να ανταποκριθεί και ο Ιησούς μας κάπως, αφού ήταν ζωντανός, και να δείξει και Αυτός κάποια αντίστοιχα συναισθήματα γι’ αυτές και γι’ αυτούς. Ομως τα έκαμαν όλα αυτά τώρα, που είναι νεκρός ο διδάσκαλος και δεν ανα­μένουν τίποτα απ’ Αυτόν, για να φανεί, το τονίζω, όλη η αγνότητα και η καθαρότητα και η θέρμη αυτής της αγάπης και της αφοσιώσεως που τρέφουν προς τον Κύριο. Αυτό το πράγμα είναι ένα δίδαγμα, αδελφοί μου, και είναι μία πρό­κληση για μας τους πιστούς.
Ο πιστός πρέπει να νιώθει αγάπη και αφοσίωση αλη­θινή προς τον Κύριό μας, τον παθόντα, ταφέντα και αναστάντα Ιησού. Τον ρώτησαν τον Κύριο κατά το διάστη­μα της τριετούς δημόσιας ζωής Του ποια είναι η μεγαλύτερη εντολή. Και είπε: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου» (Ματθ. ΚΒ’, 37). Δηλαδή με όλο σου το γνωστικό, το συναισθηματικό και το βουλητικό κόσμο, με όλη σου την ύπαρξη. Θα είναι μία αγάπη ολοκληρωτική προς τον Κύριο. Προσέξτε! Οχι μία αγάπη περιστασιακή, όχι μία αγάπη, ας το πω, συναισθηματική. Οχι! Μία αγάπη μόνιμη με συμμετοχή όλου του γνωστικού, βουλητικού και συναισθηματικού κόσμου.
Συνήθως αγαπάμε συναισθηματικά. Και τον Κύριο. Γι’ αυτό κλαίμε, μόλις λέμε κάτι. Οταν διαβάζουμε το ευαγγέλιο, αμέσως συγκινούμεθα και μας έρχονται δάκρυα στα μάτια· και πολλές φορές δεν μπορούμε να συνεχίσουμε. Είναι συναισθηματική αγάπη. Είναι ένα μέρος αγάπης. Χρειάζεται νοητική αγάπη και βουλητική. Ολόκληρη η προσωπικότητά μας να συμμετέχει με μία μονιμότητα του εσωτερικού μας κόσμου. Αμα αυτό το σκεφθείτε, τότε μπορείτε να εννοήσετε πως το εννοούσε ο Παύλος, όταν έλεγε στον Τιμόθεο: «Μνημόνευε Ιησούν Χριστόν» (Β’ Τιμοθ. Β’ 8). Μνημόνευε πάντοτε, να έχεις μέσα στην μνήμη σου, στην ύπαρξή σου, να μελετάς, να λες το όνομα του Χριστού. Και έτσι θα ερμηνεύσουμε και την προ­σευχή, που μας έχουν παραδώσει οι πατέρες της Εκκλη­σίας, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Και αυτή την ευχούλα πρέπει να τη λέμε συνεχώς.
Τί ερμηνεύεται έτσι; Τί αποκαλύπτεται; Αποκαλύ­πτεται μία βαθιά, ουσιαστική, γενική ολοκλήρου της υπάρξεώς μας αγάπη προς τον Κύριο. Να σκεφθεί δε κανείς την ευχή που διαβάσαμε προηγουμένως στη Θεία Λειτουργία, που λέει: «Συ εκ του μη όντος, εις το είναι ημάς παρήγαγες και παραπεσόντας ανέστησας πάλιν, και ουκ απέστης πάντα ποιών, έως ημάς εις τον ουρανόν ανή­γαγες και την βασιλείαν Σου εχαρίσω την μέλλουσαν. Υπέρ τούτων απάντων ευχαριστούμέν Σοι…» (Ι. Χρυσοστόμου, Θεία Λειτουργία, Ευχή Αναφοράς). Λοιπόν να σκεφθεί κανείς όλα αυτά, τι ο Χριστός μας προσφέρει για να καλλιεργηθεί μέσα στον εσωτερικό μας κόσμο αυτή η αγάπη, η οποία, όταν υπάρχει, κινεί τον άνθρωπο, το χριστιανό, σε συνεχή επικοινωνία και σύνδεσμο με τον Ιησού. Οπως έγινε με τις Μυροφόρες και τους Μυροφό­ρους, οι οποίοι και νεκρό που τον είδαν, ήθελαν να έχουν μαζί Του επικοινωνία και σύνδεσμο. Να τον πιάσουν στα χέρια τους, να τον μυρίσουν με τα μύρα. Ο ζωντανός χρι­στιανός τον αναστάντα και ζωντανό πλέον Ιησού Χριστό τον αγαπά και θέλει να επικοινωνεί μαζί Του. Και έτσι ερμηνεύεται η προσευχή η συνεχής, η μελέτη του λόγου του Θεού που είναι μία επικοινωνία. Μιλάει ο Κύριος και απαντάει ο πιστός.
Επί τη ευκαιρία, άμα καμιά φορά σας συνιστώ να διαβάσετε κάτι, σας παρακαλώ να το κάνετε. Λοιπόν να πάτε να διαβάσετε από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο τα κεφάλαια 14 και 15. Είναι μικρά κεφάλαια. Τα διαβά­ζουμε στο πρώτο ευαγγέλιο από τα δώδεκα της Μεγάλης Πέμπτης το βράδυ. Να πάτε να τα διαβάσετε, για να δείτε εκεί αυτή τη μορφή τής αγάπης, την οποίαν πρέπει να έχουμε, και της επικοινωνίας που γίνεται με αυτή τη μελέτη του λόγου του Θεού. Διαβάζοντάς το θα νιώσετε αυτή την επικοινωνία, αυτό το σύνδεσμο με τον Κύριο.
Λοιπόν η προσευχή, η μελέτη, η θ. λατρεία, η συμμε­τοχή στα μυστήρια είναι η επικοινωνία την οποίαν αισθά­νεται πλέον ο χριστιανός αναγκαία απέναντι στον Κύριο, σαν μία φυσική συνέπεια, σαν κάτι αναπόσπαστο από το είναι του. Και όλα αυτά τον κάνουν τελικά να εκδηλώνει την αγάπη του και με έργα. Εδώ θέλω να προσέξουμε κάτι. Οταν λέμε να εκδηλώνουμε την αγάπη μας προς τον Κύριο με έργα, το μυαλό μας πάει στη φιλαλληλία, στα έργα της αγάπης προς τον πλησίον μας. Και είναι σωστό. Αλλά έχετε υπ’ όψη σας ότι ο λόγος του Κυρίου στην παραπάνω περικοπή λέει: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με…» (Ιω. ΙΔ’, 21). «Εάν αγαπάτέ με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιω. ΙΔ’, 15). Εντολή του Κυρίου είναι να αγαπάμε και τους άλλους. Αλλά εντολή του Κυρίου είναι και να καλλιεργούμε εσωτερικά τον εαυτό μας και να μας διακρίνει όχι μόνο η αγαθοερ­γία, αλλά και η υπομονή, η μακροθυμία, η συγχωρητικότητα ανάμεσά μας, η εκρίζωση από την ψυχή μας της κακίας, της μνησικακίας, του μίσους που πολλές φορές υπάρχει, μίας άλλης αντιπάθειας που μπορεί να νιώθου­με. Ολα αυτά πρέπει να εκριζωθούνε. Είναι και αυτά εντολές. «Εάν αγαπάτέ με, τας εντολάς τας εμάς τηρή­σατε». Και πρέπει να ρίξουμε την προσοχή μας και σε αυτά. Οταν λέμε να εκδηλώνουμε και με έργα ζωής αυτή την αγάπη μας, δεν εννοούμε μόνο, όπως είπα, την αγα­θοεργία, αλλά εννοούμε και τον αγώνα τον προσωπικό, που πρέπει να κάνει ο άνθρωπος για την κάθαρσή του, για να εφαρμόζει στον εαυτό του τις εντολές του Κυρίου.
Και τέλος κάτι ακόμη. Οταν αυτή η αγάπη τρέφεται μέσα στην ψυχή μας και εκδηλώνεται προς τον Κύριό μας, ο Κύριος την ανταποδίδει. Τους αξίωσε τους Μυρο­φόρους να κρατήσουν στα χέρια τους το Χριστό μας. Αξίωσε τις Μυροφόρες γυναίκες να ακούσουν πρώτες αυτές το άγγελμα το χαρμόσυνο, να ιδούν πρώτες αυτές τον Αναστάντα, γιατί τον αγάπησαν. Να προσκυνήσουν πρώτες  αυτές τον Αναστάντα. Νά κηρύξουν αυτές πρώτες την Ανάσταση του Χριστού στους Αποστόλους και σε όλον τον κόσμο. Αυτά όλα είναι η πληρωμή, την οποίαν δίνει ο Κύριος προς εκείνους που τον αγαπούν. Και δια μέσου των αιώνων, άμα διαβάσετε τους βίους των αγίων, οι οποίοι αγάπησαν τον Κύριό μας, βλέπετε εκεί στο βίο τους πως και ο Κύριος ανταποκρίθηκε σ’ αυτή την αγάπη. Εχουμε πολλά τέτοια συγκινητικά παραδείγμα­τα. Θυμάμαι π.χ. τον Αγ. Ιγνάτιο το Θεοφόρο που αποκαλούσε τον Κύριό μας έρωτά του. «Ο εμός έρως» έλεγε για το Χριστό μας.
Θα σας αναφέρω και ένα μικρό απόσπασμα από μία αναστάσιμη ομιλία που έκαμε τη χρονιά, που πέθανε, ο περίφημος κήρυξ Ηλίας Μηνιάτης στα χρόνια της Τουρ­κοκρατίας. Κατήγετο από την Κεφαλληνία και έζησε πολλά έτη εδώ στην Πάτρα. Μεταξύ των άλλων λέει τα εξής, μέσα στα οποία ζωγραφίζεται όλη αυτή η αγάπη που σας είπα για τον Κύριο και η ανταπόκριση του Κυρί­ου: «Υψιστε θριαμβευτά του θανάτου, αιώνιε Νυμφίε των ψυχών ημών, θειότατε Ιησού, εις Σε στρέφεται η γλώσσα μου (εδώ φαίνεται η αγάπη που νιώθει προς τον Κύριο), εις Σε αγρυπνεί το πνεύμα μου, εις Σε αποθέτω τας ψυχάς των ποθητών τούτων ακροατών μου (η αγάπη του για τους ακροατές του). Εκεί όπου έρριψα τον σπόρον της ευαγγελικής αληθείας Σου, πέμψον τον ομβροτοκίαν της θείας Σου χάριτος (η θεία Χάρις παρουσιάζεται εδώ σαν να γεννάει βροχή, η οποία πέφτει για να βλαστή­σει καρπούς σωτηρίας). Δέξαι, ω θείε Λόγε, τους λόγους μου, ως λογικήν θυσίαν, όπου εγώ προσφέρω εις δόξαν του Αγίου Σου Ονόματος, εις σωτηρίαν της αμαρτωλής μου ψυχής και τούτου μου του ακροατηρίου» (η αγάπη του προς το ακροατήριο). Και συνεχίζει: «Εμφάνηθι νοερώς να μας ευφράνης με το φως της ενδόξου Σου αναστάσεως και, εάν εύρης τάχα κλεισμένας τας καρδίας μας, πέρασε εκεί μέσα, καθώς επέρασες κεκλεισμένων των θυρών προς τους μαθητάς Σου. Και έμπνευσον (εκεί μέσα) την Χάριν του Αγίου Σου Πνεύματος και της Θείας Σου Ειρήνης. Ειπέ άλλην μίαν φοράν προς ημάς: Λάβετε πνεύμα Αγιον. Ειρήνη υμίν» (Ηλία Μηνιάτη, Διδαχαί και Λόγοι: Κυριακή της Αναστάσεως, σ. 272, έκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θες/νίκη, 1969).
Να ευχηθούμε και αυτά τα λόγια του μεγάλου αυτού κήρυκος Ηλία Μηνιάτη, αλλά και το παράδειγμα των Μυροφόρων να μας επηρεάσουν και να καλλιεργηθεί μέσα στην ψυχή μας αυτή η αγάπη η ολοκληρωτική, η σταθερή και η μόνιμη αφοσίωση της υπάρξεώς μας προς τον Κύριον με τις εκδηλώσεις τις οποίες είπαμε.
(20-4-1996. Η παρούσα ομιλία, που εκφωνήθηκε σε στενό κύκλο μαθητών, μοιάζει, όχι μόνο βάσει του χρόνου που εκφωνήθηκε αλλά και του περιεχομένου της, να επέχει θέση πνευματικής διαθήκης του π. Χριστοδούλου. Η δε επιλογή του αποσπάσματος του Ηλία Μηνιάτη, με την οποία κατακλείει την ομιλία αυτή, του παρέχει τη δυνατότητα να εκφράσει και τη δική του προσευχή για τα πνευματι­κά του παιδιά, λίγο πριν την αναχώρησή του, χρησιμοποιώντας το «άλλοθι» των λόγων του παλαιού κήρυκος.)
(Από το βιβλίο του † Αρχ. Χριστοδούλου Φάσσου, «Η Συγκατάβαση του Θεού και η Ευθύνη του Ανθρώπου», Εκδόσεις «ΤΑΩΣ» 2008)

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Η Βαϊοφόρος (π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος)


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, στά πλαίσια τῶν μαθημάτων ἁγιογραφίας τῶν Ἁγίων εἰκόνων τῆς Ὀρθοδοξίας μας, πού ἔγινε τήν Παρασκευή 20-1-2006.
Νά ἀναλύσουμε σήμερα τήν εἰκόνα τῆς λεγομένης Βαϊοφόρου, δηλαδή τῆς εἰσόδου τοῦ Χριστοῦ τήν ἡμέρα τῶν Ἱεροσολύμων στήν πόλη αὐτή, πού ἀκολούθησε μετά ὁ σταυρός καί ὅλα τά γεγονότα τοῦ πάθους.
Βέβαια, ἐπειδή μπαίνουμε ἤδη στά γεγονότα τοῦ πάθους, ὅλη ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα ἀποκαλυπτόμενο μυστήριο. Ὅ,τι κάνει ὁ Θεός εἶναι μυστήριο, ἀλλά ἀποκαλυπτόμενο καί τό μυστήριο αὐτό τό κατανοοῦμε κατά τά μέτρα τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων πού ἔχουμε, κατά τά μέτρα τῆς καθάρσεως πού ἔχουμε καί πολλά ἄλλα σημεῖα δέν τά κατανοοῦμε. Ἔτσι μπαίνουμε σέ ἕνα χῶρο καταληπτοῦ τε καί ἀκαταλήπτου. Ὅλα εἶναι ἔτσι. Ἀλλά θέλω νά πῶ ὅτι ὅσο πλησιάζουμε στά γεγονότα τά κορυφαῖα τῆς Σταυρώσεως καί τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ μας, τά γεγονότα γίνονται πιό ἀκατάληπτα καί χρειάζονται ἀκόμα περισσότερο κάθαρση γιά νά τίς καταλάβουμε αὐτές τίς ἐκφράσεις. Βλέπετε οἱ μαθητές ἄκουγαν τόν Χριστό ὅταν ἐκήρυττε. Μερικά δέν τά καταλάβαιναν καί τοῦ ἔλεγαν δέν καταλαβαίνουμε καί γιατί τά λές καί μέ παραβολές μάλιστα; Ἐνῶ ὁ Χριστός ἔλεγε τίς παραβολές γιά νά ἦταν πιό εὔκολα, πιό βατά, πιό διδακτικά. Αὐτοί οὔτε τίς παραβολές δέν καταλάβαιναν κι ὁ Χριστός ἑρμήνευε τίς παραβολές καί αὐτοί καταλάβαιναν λίγα. Πόσω μᾶλλον ὅταν φτάνουμε στό ἀκατανόητο τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἀναστάσεώς Του. Ὅσο λοιπόν, προχωροῦμε τά πράγματα ἑρμηνευτικά γίνονται πιό δύσκολα καί χρειάζεται περισσότερη κάθαρση ἡ κατανόηση.
Θέλω νά πῶ τώρα γιά μᾶς, πού ἄν κάποτε γίνετε ἁγιογράφοι καί ἁγιογραφεῖτε τά γεγονότα αὐτά, ἀκόμη καί ἡ περιγραφή τῶν γεγονότων πρέπει νά σᾶς κάνει νά στέκεστε μέ πολύ σεβασμό πρός τά γεγονότα καί χρειάζεται πολλή προσευχή καί πολλή κάθαρση. Δέν λές ξεκινῶ τήν εἰκόνα νά τήν κάνω ἔτσι. Πραγματικά χρειάζεται μιά ἐμβάθυνση στά γεγονότα κατά τά μέτρα τοῦ δυνατοῦ. Νά δοῦμε αὐτά τά μέτρα τοῦ δυνατοῦ πού ἔχουμε στήν εἰκόνα τῆς Βαϊοφόρου.
Ἔχουμε μπροστά μας τό Χριστό, ὅπως τό περιγράφει τό κείμενο τό εὐαγγελικό. Ὁ Χριστός κάθεται πάνω στό γαϊδουράκι, κάποιοι ἄνθρωποι τόν ὑποδέχονται στήν πόλη καί πίσω ἀπό Αὐτόν εἶναι οἱ μαθητές Του. Κάποια παιδιά στρώνουν τά ἱμάτια αὐτῶν καί [ἐπίσης φαίνεται] ἡ ἁγία Πόλις. Νά δοῦμε ἕνα πρός ἕνα τά γεγονότα.
Ἔχουμε τό Χριστό, ὁ Ὁποῖος φοράει δύο ἐνδύματα ὅπως πάντα, διπλοῦς στήν φύση εἶναι. Φωτοστέφανο ἔχει ὁ Χριστός, ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἔχουν φωτοστέφανο, ἀλλά στό φωτοστέφανο τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω εἶναι χαραγμένος ἕνας σταυρός. Σέ ἄλλο φωτοστέφανο ἐπάνω δέν χαράσσεται σταυρός. Στά χέρια Του κρατάει τό γνωστό εἰλητάριο πού ξέρουμε, πού εἶναι ἡ δοθείσα ἐξουσία καί μέ τό δεξί χέρι εὐλογεῖ.
Τώρα, ὁ Χριστός κάθεται ἐπί πώλου ὄνου, εἶναι καθεζόμενος. Σᾶς ἔχω πεῖ καί ἄλλη φορά, ἡ θεολογία τοῦ καθεζομένου πού σημαίνει μιά βεβαιότητα. Σᾶς τό εἶχα πεῖ ὅταν εἴδαμε τήν Παναγία ἔνθρονο τήν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἔχει λοιπόν ἐδῶ ὁ Χριστός μία βεβαιότητα πού ξέρει τί κάνει -καί μάλιστα ὑπενθυμίζουμε τό διάλογο πού ἔκανε λίγες μέρες πρίν ἀπό τήν πορεία πρός τά Ἱεροσόλυμα, ὅταν προανήγγειλε στούς μαθητές Του τά γεγονότα πού θά γίνουν καί ὁ Πέτρος προσπάθησε νά τόν ἀποτρέψει ἀπό αὐτό τό γεγονός καί ὁ Χριστός τοῦ εἶπε, «ὕπαγε ὀπίσω μου σατανᾶ». Ὁ Χριστός εἶχε μιά βεβαιότητα πού αὐτό πού θά γίνει, θά βγεῖ σέ μιά νίκη μπροστά. Ἔτσι λοιπόν, ὑπάρχει μιά βεβαιότητα ὅτι ἐδῶ δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει ποτέ ἀποτυχία. Ὅποιος ζεῖ κοντά στήν Ἐκκλησία καί λειτουργεῖ τά γεγονότα χριστολογικά καί ἐκκλησιολογικά, δέν μπορεῖ ποτέ νά ἔχει ἀποτυχία. Τίποτα στήν Ἐκκλησία δέν ἔχει ἀποτυχία. Ἀποτυχημένοι εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Αὐτό πού κάνει ἡ Ἐκκλησία ποτέ δέν ἔχει ἀποτυχία. Δέν ὑπάρχει οὔτε ἀποτυχημένη ἐξομολόγηση, οὔτε ἀποτυχημένη Λειτουργία, τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά. Ἀποτυγχάνουμε ἐμεῖς κατά τά μέτρα τῶν παθῶν μας. Ἡ Ἐκκλησία λειτουργεῖ πάντοτε ἄνευ τῆς συγκριτικῆς ἐπιτυχία-ἀποτυχία, ξεπερνάει αὐτά τά γεγονότα. Αὐτό σημαίνει μιά βεβαιότητα, λοιπόν. Ὁ Ἰησοῦς κάθεται πάνω σέ αὐτό τό πουλάρι. Οἱ ἑρμηνευτές Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού ἑρμηνεύουν τά κείμενα καί κατ᾽ ἐπέκταση οἱ ἁγιογράφοι βέβαια, πού προσλαμβάνουν τήν ἑρμηνευτική τῶν Πατέρων καί οἱ ὑμνωδοί, οἱ ὁποῖοι καί αὐτοί ἀκολουθοῦν τήν πατερική θεολογία καί περιγράφουν τή θεολογία μέσα σέ ὕμνους. Ἔτσι ὅποιος μετέχει στά γεγονότα τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων θά δεῖ πάρα πολύ ὡραῖα τροπάρια πού θεολογοῦν. Ὅλα τά τροπάρια θεολογοῦν πάνω σέ αὐτά τά γεγονότα. Ἐκεῖ, μερικά ἀπό τά τροπάρια, ἕνα θά σᾶς πῶ μονάχα, τό ὁποῖο τό θυμᾶμαι πολύ εὔκολα στό νοῦ μου καί εἶναι πολύ πιό χαρακτηριστικό, ὅτι ὁ Χριστός εἰσέρχεται ἐπί πώλου ὄνου καθεζόμενος, λέει. Τί εἶναι αὐτό τό ὅτι κάθεται ἐπί πώλου ὄνου; Λέει ἐκεῖνο τό τροπάριο ὅτι «τό ἄλογον τῶν ἐθνῶν, ἡ καθέδρα τοῦ πώλου προετύπου». Τό ξαναλέω, τό ἄλογον τῶν ἐθνῶν, τό ἄλογον, τά ἔθνη εἶναι ἄλογα, χωρίς λογική. Τί προτυπώνει, προτυποῖ; «Ἡ καθέδρα τοῦ πώλου προετύπου». Ἡ καθέδρα πάνω σέ αὐτό τό πουλάρι, πού σημαίνει πουλάρι ἕνα γαϊδουράκι, στό ὁποῖο ποτέ δέν κάθισε ἄνθρωπος κανένας -τό λέει ἐξάλλου καί τό κείμενο τό εὐαγγελικό, ὅταν εἶπε στούς μαθητές Του νά πάρετε αὐτό τό ζῶο κ.λπ., λέει τό κείμενο ὅτι ποτέ ἐκεῖ πάνω δέν κάθισε ἄνθρωπος. Εἶναι λοιπόν, τό ἄλογον τῶν ἐθνῶν. Τά ἔθνη εἶναι ἄλογα καί δέν δέχονται κανένα ζυγό, δέν δέχονται κυριαρχία, δέν δέχονται νά ἄρχονται ἀπό κανένα. Παρά μόνο ἔρχεται ὁ Χριστός ὁ ὁποῖος κάθεται πάνω στό γαϊδουράκι, χαλιναγωγεῖ τά ἄλογα ἔθνη, ὅπως χαλιναγωγεῖ τό γαϊδουράκι καί ἔτσι ἔρχεται γιά νά χαλιναγωγήσει τά ἄλογα ἔθνη καί κατ᾽ ἐπέκταση τό ἄλογο τῶν παθῶν μας. Βλέπετε ἡ θεολογία τῶν τροπαρίων τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Νά λοιπόν, τό πουλάρι τό ὁποῖο χαλιναγωγεῖται καί μάλιστα ἔχει τήν κεφαλή κεκλιμένη. Ἀποδέχεται αὐτά τά γεγονότα, ἐνῶ δέν δεχόταν ποτέ αὐτό τό νέο τό ζῶο νά ὑπάρχει ἀναβάτης πάνω του μετά ἀπό πάρα πολλή ἄσκηση.
Προσέξτε αὐτό τό ἄλογον τῶν ἐθνῶν. Τό ἄλογο εἶναι καί ποῦ ὁδηγεῖ αὐτό τό ἄλογο; Ὁδηγεῖ στήν ἀδυναμία νά δεχτοῦν ἀρχή. Δέν δέχονται ἀρχή, δηλαδή δέν δέχονται νά ὑπάρχουν. Προσέξτε τή λέξη ἀρχή. Ἀρχή σημαίνει ὑπάρχω· ὅταν δέν δέχεσαι ἀρχή, σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχεις. Ἤ θά δεχθεῖς τό Θεό ὡς ἀρχή γιά νά ὑπάρχεις, ἤ ἄν δέν δεχθεῖς τό Θεό σάν ἀρχή καί δεχθεῖς ἄλλες ἀρχές, πάλι δέν ὑπάρχεις, γιατί κανείς ἀπό τίς ἐξουσίες τοῦ κόσμου ἤ τίς δυνάμεις δέν εἶναι ἀρχή. Ἀρχή εἶναι μόνο ὁ Θεός, «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος», ἔ; Καί εἶναι ἡ ἀρχή προπάντων τῶν αἰώνων, δέν εἶναι ἔτσι; Προσέξτε λοιπόν, αὐτή τή λέξη. Ἄν δέν δεχθοῦμε τό νά ὑπάρχουμε, νά ἔχουμε ἀρχή τό Χριστό, δέν ὑπάρχει κανείς. Καί μάλιστα ὁ ἅγιος πού γιορτάζει αὔριο, πολύ μεγάλος ἅγιος, ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, λέει σέ ἕνα κείμενό του -κάνει ἔκπληξη, δηλαδή καμιά ἔκπληξη, κάνει θεολογία πολύ βαθιά- καί λέει ὅτι, ἐγώ λέει μπορῶ νά πῶ ὅτι ὁ Θεός δέν ὑπάρχει. Ἔτσι ἁπλά τό λέει καί τό ἐξηγεῖ μετά. Λέει, δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει ὁ Θεός, εἶναι ἀδύνατο νά ὑπάρχει ὁ Θεός, γιατί ὑπάρχω σημαίνει εἶμαι κάτω ἀπό ἀρχή. Ὁ Θεός εἶναι ἄναρχος. Ὄχι δέν ὑπάρχει, πῶς θά ὑπάρχει; Κάτω ἀπό ἀρχή δέν εἶναι. Δέν παίζει κἄν μέ τίς λέξεις. Θεολογεῖ βαθύτατα. Κι ἐμεῖς πού λέμε ὁ Θεός ὑπάρχει – δέν ὑπάρχει, εἶναι ἀνόητες λέξεις. Ὁ Θεός εἶναι πέρα ἀπό τό ὑπάρχω. Ἀφοῦ εἶναι ἄναρχος, πῶς θά ὑπάρχει; Εἶναι μιά πολύ ὡραία, λοιπόν, θεολογία πού δένεται μέ αὐτά τά γεγονότα τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπάρχω. Καί ὁ Χριστός καθυποτάσσει ἀγαπητικά τά ἔθνη.
Πίσω Του εἶναι οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Οἱ μαθητές, οἱ ὁποῖοι σχεδόν ὅλοι, ὅλοι-ὅλοι, στρέφονται στό Χριστό, μέ χέρια ἀνοιχτά, ὅσα χέρια φαίνονται· μέ πόδια ἀνοιχτά, ὅσα πόδια φαίνονται· καί μέ κεφαλή κεκλιμένη. Καί τά τρία τά στοιχεῖα τά ἔχουμε ἀναλύσει σέ προηγούμενες εἰκόνες. Ἡ κεφαλή κεκλιμένη σημαίνει ἀποδοχή τοῦ γεγονότος, παρόλο πού προβληματίζονται, πειράζονται, ἐγκαταλείπουν τήν προσπάθεια τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά δέν παύουν νά παραδέχονται τό Χριστό. Νά Τόν ἀποδέχονται, πέρα ἀπό τούς δικούς τους, ἀνθρώπινους πειρασμούς τους. Καί ἡ κλίση τῆς κεφαλῆς καί τό ἀνοιχτό τό χέρι εἶναι ἀκριβῶς μιά θεολογία τῆς ἀποδοχῆς. Καί τά πόδια τά ἀνοιχτά δηλώνουν μιά κινητικότητα – μάθαμε γιά τά πόδια τά ἀνοιχτά καί τά κλειστά, ἡ κοινωνικότητα τῆς κινήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἡ στατικότητα τῆς προσευχῆς. Ἐδῶ εἶναι πόδια ἀνοιχτά, τά ὁποῖα ἀντιδιαστέλλονται μέ τά κλειστά πόδια τῶν ὑποδεχομένων τό Χριστό. Ἀλλά αὐτό δέν εἶναι ἡ ἀντιδιαστολή πού κάναμε μεταξύ κινήσεως τῆς Ἐκκλησίας καί προσευχῆς πού εἶναι στάση ζωῆς. Ἐδῶ ἡ κίνηση αὐτή τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀκολουθοῦν τόν Χριστό, εἶναι μιά στατικότητα δαιμονιώδης. Δέν εἶναι στατικότητα ἡ ὁποία ἔχει μέσα της πνευματική ἀναγωγή, γιατί ὁ ἀσκητής καί ἐμεῖς στεκόμαστε νά προσευχηθοῦμε γιά νά ἔχουμε πνευματική ἀναγωγή, συνδυάζοντας αὐτήν τή στατική στάση πού εἶναι δυναμική πρός τόν οὐρανό, μέ τήν κίνηση στά ὁριζόντια πράγματα πάντα. Ἡ Ἐκκλησία κινεῖται πάνω στόν κόσμο καί ταυτόχρονα ὁδηγεῖται πρός τόν οὐρανό. Κάνει δύο κινήσεις. Ἄν δέν ὑπάρχουν αὐτά τά δύο ταυτόχρονα, ὑπάρχει μιά ἀνατροπή. Ἀκόμα καί τῆς ψυχολογικῆς μας ἰσορροπίας. Ἐδῶ λοιπόν, αὐτή ἡ στατικότητα εἶναι δαιμονιώδης, γιατί δέν εἶναι μιά στάση προσευχῆς. Εἶναι μιά στάση ψευτοαποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ. Δέν ὑπάρχουν χέρια ἀνοιχτά καί τό χέρι τό ὁποῖο κρατάει ἁπλῶς τά βάγια τῶν φοινίκων, ἕνα σημεῖο θριαμβευτικό, τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τήν παράδοση τοῦ Ἰσραήλ, ὅπου ὅταν ἔγινε ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ Ἰσραήλ, ἡ ἔξοδος ἀπό τόν Ἰσραήλ, καί ὅταν γινότανε καί ἄλλα γεγονότα ἀπελευθερωτικά, κινοῦσαν τά βάγια τῶν φοινίκων.
Ὅλες οἱ κεφαλές εἶναι ὄρθιες καί ἐγωιστικές κεφαλές, δέν εἶναι κεκλιμένες κεφαλές. Ἄρα αὐτοί τόν Χριστό Τόν δέχονται ἐγωιστικά. Τί σημαίνει; Ψεύτικα Τόν δέχτηκαν; Τόν δέχτηκαν, ἀλλά εἶχαν ἄλλες προϋποθέσεις. Ἐξωτερικά Τόν δέχονται, ἀλλά Τόν δέχονται ὅπως θέλουν αὐτοί, ὄχι ὅπως εἶναι Ἐκεῖνος. Ὅπως πολλές φορές λέμε, ἐγώ θέλω νά εἶμαι κοντά στήν Ἐκκλησία ἀλλά θέλω «αὐτό», ὄχι ὅπως θέλει «αὐτό» ἡ Ἐκκλησία. Πολλές φορές τό ἀκούω αὐτό στήν ἐξομολόγηση. Αὐτό δέν τό καταλαβαίνω. Ὅλα τά ἄλλα τά δέχομαι, αὐτό δέν τό καταλαβαίνω. Δεχόμαστε τόν Χριστό κατά τά μέτρα τῶν παθῶν μας, δηλαδή. Ἔτσι λοιπόν, ἐδῶ ὑπάρχει μιά ἀποδοχή ἐγωιστική, γιατί θέλουν τό Χριστό ὅπως θέλουν αὐτοί. Τόν θέλουν, ἀλλά ὅπως Τόν θέλουν αὐτοί. Καί αὐτό πού θέλουν ἀπό τόν Χριστό, οὐσιαστικά, εἶναι νά εἰσέλθει θριαμβευτής μέσα στήν πόλη καί βάζουν στό πρόσωπό Του τό πρότυπο τοῦ ἀναμενόμενου μεσσία. Πάρα πολύ σωστά τό κάνουν, πολύ καλά τό κάνουν, μόνο πού γι᾽ αὐτούς τό πρόσωπο τοῦ ἀναμενόμενου μεσσία ἦταν ὁ ἐθνικός ἀπελευθερωτής, πού θά ἔβγαζε τόν Ἰσραήλ ἀπό τήν πολύχρονη σκλαβιά κάτω ἀπό διάφορους ζυγούς, πού σέ αὐτή τήν ἐποχή ἦταν ὁ ζυγός τῶν Ρωμαίων. Καί ὅταν βλέπουν οὐσιαστικά πού ἀποτυγχάνει αὐτή ἡ ἐπαναστατική προσπάθεια πού νόμιζαν πού θά φέρει ὁ Χριστός, μέ ὅπλα καί δυνάμεις, γι᾽ αὐτό ἦταν ἕτοιμοι πάρα πολλοί νά πολεμήσουν πλάι στόν ἐπερχόμενο μεσσία, γι᾽ αὐτό σήμερα ἀκόμη καί ὁλόκληρος ὁ Ἰσραήλ περιμένει ἕνα μεσσία, ὁ ὁποῖος θά ἔρθει νά κατακτήσει τόν κόσμο καί νά γίνει ἀρχηγός ὅλων τῶν κρατῶν τοῦ κόσμου. Θά εἶναι ὁ δυναμικός μεσσίας. Εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος ἔρχεται νά καθυποτάξει τά ἔθνη ἐν δυνάμει. Δέν τό καταλαβαίνουν αὐτό ὅτι ὁ Χριστός λειτουργεῖ ἄλλα πράγματα. «Ἐγώ δέν ἦρθα ἐδῶ πέρα γιά νά χρησιμοποιήσω ὅλα τά ὅπλα», «βάλε τήν μάχαιράν σου εἰς τήν θήκην», λέει στόν Πέτρο. Καί καταλαβαίνουν ἀπό ἐδῶ, ὅτι ἔτσι ἐπανάσταση δέν μπορεῖ νά γίνει. Καί κατ᾽ ἀνάγκην, ὄχι μόνο γι᾽ αὐτήν τήν αἰτία ἀλλά καί γιά ἄλλες θεολογικές αἰτίες, Τόν σταυρώνουν.
Στό ἴδιο παιχνίδι παίζει καί ὁ Ἰούδας, ὁ ὁποῖος Ἰούδας οὐσιαστικά ἦταν ἕτοιμος γι᾽ αὐτό τόν ἀγώνα. Ὁ Ἰούδας ἦταν Σικαριώτης. Δέν ἦταν Ἰσκαριώτης, ἦταν Σικαριώτης. Εἶναι ἕνας ἀναγραμματισμός, πού δέν εἶναι κακός ἀναγραμματισμός. Εἶναι πιό εὔηχο τό Ἰσκαριώτης ἀπό τό Σικαριώτης. Δέν ὑπάρχει τέτοια περιοχή. Νά ποῦμε Γαλιλαῖος, δέν εἶναι ἔτσι; Ἤ Ναζαρηνός. Δέν ὑπάρχει περιοχή τῆς Ἰσκαρίας στό χῶρο τῆς Ἰουδαίας. Ἦταν ἕνα πολιτικό κόμμα, τό ὁποῖο προϋπῆρχε τά τελευταῖα ἑκατό χρόνια πρίν ἀπό τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο πολιτικό κόμμα ἑτοιμαζόταν νά κάνει ἐπανάσταση. Καί ἐπειδή αὐτό τό κόμμα θά ἔκανε ἐπανάσταση, ὅπως πάντα οἱ ἐπαναστάσεις γίνονται μέ τά ὅπλα, κρατοῦσαν στή μέση τους, σάν σύμβολο αὐτῆς τῆς ἐπαναστατικῆς προετοιμασίας, ἕνα μικρό, πολύ μικρό σπαθάκι, τό ὁποῖο λεγόταν λατινικά σικάριουμ. Σικάριουμ σημαίνει ἕνα πολύ μικρό σπαθί, πού ἦταν τό σύμβολο αὐτῆς τῆς ἐπαναστατικῆς κινήσεως. Ὁ Ἰούδας λοιπόν, ἦταν Σικαριώτης. Ἦταν ζηλωτής ὁ Ἰούδας. Καί ἀκριβῶς ἐκεῖ παίζεται πολύ μεγάλο παιχνίδι τῆς δικῆς του ἀκαταληψίας κατά τά μέτρα τί κάνει ὁ Χριστός ἐδῶ· γιατί ἀκολούθησε τό Χριστό μέ ἕνα δυναμικό τρόπο. Ἔνιωσε ὅτι ἐδῶ γίνεται μιά ἐπανάσταση καί ἐδῶ τήν ἐπανάσταση τήν ὁρίζει ἐκεῖνος σέ αὐτά τά μέτρα, γι᾽ αὐτό ἀποτυγχάνει καί ἀπογοητεύεται.
Βλέπει ὅτι χωρίς τίς δυνάμεις τοῦ κόσμου δέν μπορεῖ νά γίνει τίποτε κι αὐτός εἶναι ὁ μεγάλος πειρασμός, πολλές φορές, ἡμῶν τῶν χριστιανῶν καί κατά τά μέτρα τῆς ἀνθρώπινης λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ἐκκλησίας. Ὅτι πολλές φορές ἡ Ἐκκλησία θέλει νά πέσει σέ ἐκκοσμίκευση, γιατί ἀκριβῶς θέλει νά ἀποδείξει πού ἔχει δυνάμεις κοσμικές. Ἐκεῖ εἶναι ἡ μεγάλη ἀποτυχία μας. Κάθε φορά πού ἀναμετριόμαστε μέ τίς δυνάμεις τίς κοσμικές, ἐκεῖ εἶναι ἡ μεγάλη καταστροφή μας καί ἐκεῖ εἶναι ἡ ἱστορία, τό ὅτι χάνουμε τό κάλλος πού ἔχουμε· τό ὅτι ἐμεῖς ζοῦμε ἀπό τό Χριστό καί ὄχι ἀπό τίς δυνάμεις τοῦ κόσμου. Αὐτός εἶναι ἕνας καθημερινός κίνδυνος τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά ἀποδείξει ἡ Ἐκκλησία πού εἶναι δυνατή καί νά χρησιμοποιήσει κατ᾽ ἐπέκταση τά μέτρα τοῦ κόσμου γιά νά ἐπιβληθεῖ πάνω στόν κόσμο. Ὁτιδήποτε, πλύση ἐγκεφάλου, διαφημίσεις, ὁτιδήποτε μπορεῖτε νά φανταστεῖτε. Προβολή, ἐγωισμοί, χίλια πράγματα, πού πάντα ἡ Ἐκκλησία ἀενάως τά ζεῖ καί προσδιορίζεται αὐτό τό μέγεθος ἀκριβῶς τῆς ἐκκοσμικεύσεώς Της, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία παραμένει αὐτό πού εἶναι. Αὐτοί εἶναι, λοιπόν, οἱ Ἰουδαῖοι.
[Στό κάτω μέρος τῆς εἰκόνας] τά παιδάκια στρώνουν τά ἱμάτια αὐτῶν. Ἐδῶ ἐπαληθεύεται καί ἑρμηνεύεται ὁ βιβλικός στίχος «ἐκ στόματος νηπίων καί θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον». Εἶναι βιβλικός ὁ στίχος, πού λέει ἀπό τό στόμα τῶν νηπίων καί τῶν θηλαζόντων, τά παιδιά πού θηλάζουν, κατηρτίσω αἶνον. Λέει ὁ Θεός, ἄν ἀποτύχετε ὅλοι ἐσεῖς καί δέν μπορεῖτε νά καταλάβετε Αὐτόν πού ἔρχεται, τότε ἀκόμη καί τά νήπια, καί τά νήπια τοῖς φρεσί φυσικά, αὐτοί πού ἔχουν ταπείνωση, θά καταλάβουν τό Χριστό, γι᾽ αὐτό βάζει αὐτά τά νήπια. Εἶναι [αὐτά] τά ὁποῖα ἀποδέχονται οὐσιαστικά τό Χριστό καί στρώνουν τά ἱμάτια αὐτῶν. «Παῖδες Ἑβραίους ἀνύμνουν» λένε τά τροπάρια καί λέει ἡ προφητεία. Εἶναι ἡ ἀποδοχή πού κάνουν ὅλα τά παιδιά, τά νήπια καί ἄν δέν δεχθοῦμε τό Χριστό σάν νήπια, δέν μποροῦμε νά καταλάβουμε τίποτα ἀπό αὐτό τό λυτρωτικό ἔργο πού κάνει, πού λειτουργεῖ μέσα ἀπό μιά νηπιακή ταπεινότητα.
[Ἐπίσης στό] ἐπάνω [μέρος τῆς εἰκόνας] ὑπάρχει ἕνα δέντρο. Κοιτάξτε πάντα νά σκέπτεστε μέ τούς μηχανισμούς πού σᾶς ἔχω μάθει ὥς τώρα. Σᾶς ἔχω μάθει πώς ἡ φύσις πάντοτε καθυποτάσσεται. [Σέ ὅλη τήν εἰκόνα] δέν ὑπάρχει φύσις. Μερικά χορταράκια ὑπάρχουν κάτω, στοιχειώδη πράγματα. Εἶναι μιά ξερή γῆ, ἀλλά τό δέντρο εἶναι ὑπερβολικά μεγάλο. Ποτέ σέ μιά τέτοια εἰκόνα, ὅπου προβάλλεται τό γεγονός τοῦ Χριστοῦ, τῆς εἰσόδου στά βάγια, δέν θά βάζαμε τόσο προκλητικά ἕνα τόσο πολύ μεγάλο δέντρο. Κι ἄν ἀκόμη βάζαμε δέντρο, θά ἦταν κάτι μικρό. Φανταστεῖτε πού τό δέντρο αὐτό ἀναμετριέται μέ τό βουνό [τῆς εἰκόνας], τό μεγάλο. Καί μήν ξεχνᾶτε πού αὐτό τό βουνό συμβολίζει τό ὄρος Σιών, πάνω στό ὁποῖο εἶναι οἰκοδομημένη ἡ πόλις τῶν Ἱεροσολύμων. Σιών ἦταν ἕνας μεγάλος λόφος, ἀλλά δέν μπορεῖ νά ἀναμετρηθεῖ συγκριτικά, κατά τά φυσικά μεγέθη, μέ αὐτό τό δέντρο. Καί πάνω σέ αὐτό τό δέντρο ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀνεβαίνει νά δεῖ τό Χριστό – ἔχουμε τήν ἱστορία [τοῦ Ζακχαίου], πού ἀνέβηκε νά δεῖ τό Χριστό πάνω.
Ἀλλά ἐδῶ τό δέντρο ἔχει πολύ μεγάλη σημασία· γιά νά προβάλλεται καί αὐτό τό δέντρο [στήν εἰκόνα] σημαίνει πού κάνει θεολογία τοῦ δέντρου καί τό δέντρο τό ὁποῖο γνωρίζουμε εἶναι τό δέντρο τῆς ζωῆς ἐν τῷ παραδείσῳ, ἀπό τό ὁποῖο ἠγέρθησαν οἱ ἄνθρωποι καί ἀπέτυχαν. Καί ἐδῶ ἔρχεται ὁ Χριστός νά ἀποκαταστήσει τό δέντρο τῆς ζωῆς, γιατί τό δέντρο τῆς ζωῆς, νομίζω τό ἔχω πεῖ καί ἄλλη φορά, δέν ἦταν κάτι ἁμαρτωλό τό δέντρο. Ὁ Θεός δέν κάνει τίποτα ἁμαρτωλό, οὔτε κάτι κακό. Ἀλίμονο ἄν ὁ Θεός ἔβαζε μέσα στόν παράδεισο ἕνα δέντρο γιά νά προκαλέσει τόν ἄνθρωπο, θά ἦταν ἕνας κακός θεός, ὁ ὁποῖος παίζει μέ τόν ἄνθρωπο. Τό δέντρο τῆς ζωῆς εἶναι κάτι πάρα πολύ καλό. Τό δέντρο τῆς ζωῆς εἶναι πρός βρῶσιν, εἶναι γιά νά τό φᾶνε οἱ ἄνθρωποι καί ἄν δεῖτε τήν ἁγία Γραφή, τήν Ἀποκάλυψη στό τέλος, πρός τά τελευταῖα κεφάλαιά της, λέει ὅτι τώρα μπορεῖτε νά φᾶτε ἀπό τό δέντρο τῆς ζωῆς. Ἁπλῶς οἱ ἄνθρωποι δέν ἦταν ἕτοιμοι ἐκείνη τήν ὥρα νά τό φᾶνε, χρειαζόταν μιά πορεία. Δέν μπορεῖς νά πεῖς σέ ἕνα παιδάκι, τό ὁποῖο δέν γνωρίζει τίποτα, δύο χρονῶν, νά χρησιμοποιήσει τίς πρίζες στήν κουζίνα γιά νά ἀνάψει τή φωτιά, δέν ξέρει, θά καταστραφεῖ. Δέν εἶναι κακή ἡ φωτιά, οὔτε αὐτή ἡ κουζίνα εἶναι κακή, ἀλλά δέν μπορεῖ ἀκόμα νά τό κάνει. Ἄρα χρειαζόταν ὁ ἄνθρωπος, ἐν ἐλευθερίᾳ νά ἔχει πορεία, νά λειτουργήσει τά πράγματα τοῦ κόσμου καί νά πάει ἀναγωγικά. Ὁ Ἀδάμ δέν εἶχε τελειώσει, δέν ἦταν ὁριστικά ἅγιος· καί ἄν ἀκόμη δέν ἔπεφτε, θά εἶχε πορεία πρός τό Θεό. Ἁπλῶς ἀπέτυχε. Χρειαζόταν νά κάνει αὐτή τήν πορεία γιά νά φτάσει ἐκεῖ. Τό δέντρο τῆς ζωῆς, λοιπόν, ἦταν ὁ Χριστός, ἐν τῷ παραδείσῳ. Ἦταν δηλαδή, ἡ πρόκληση τοῦ Χριστοῦ, πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός τήν εὐκαιρία νά Τόν γευτοῦμε. Εἶναι ἡ θεία Κοινωνία, δηλαδή ὁ Χριστός προκαλεῖ νά Τόν φᾶμε καί πρίν ἀκόμη νά ὑπάρχει ἡ πτώση. Εἶναι πέρα ἀπό τήν πτώση ὁ Χριστός.
Ἄν πεῖ κάποιος ὅτι, γιατί ἦρθε ὁ Χριστός στή γῆ; Γιά νά μᾶς σώσει ἀπό τήν ἁμαρτία. Εἶναι σωστή ἡ φράση θεολογικά, ἀλλά εἶναι ἡ μισή. Καί θά σκεφτεῖ κάποιος καί θά πεῖ: Θά γινόταν ἄνθρωπος ὁ Θεός, ἄν δέν ὑπῆρχε πτώση; Τό ρωτάει πάλι ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής πού αὔριο γιορτάζει, σέ ἕνα ἔργο του ὅπου παίρνει θέση μέ ἕνα ἐρώτημα. Λέει, ὁ Θεός θά γινόταν ἄνθρωπος ἄν δέν ὑπῆρχε πτώση; Εἶναι ὑποθετικό ἐρώτημα. Τώρα δέν ἔγιναν τά πράγματα ἔτσι. Καί ἡ ἀπάντηση εἶναι πάρα πολύ ἁπλή. Ἐάν ὁ διάβολος ἔβαλε τόν ἄνθρωπο νά ἁμαρτήσει. Ἁμαρτάνει ὁ ἄνθρωπος, πέφτει. Ὁ Θεός θέλει νά τόν σώσει καί γίνεται ἄνθρωπος. Τότε προσέξτε τό σχῆμα, ποιός προκάλεσε ὅλη τήν κίνηση; Ὁ διάβολος. Ἄρα ὁ Χριστός ὑποχρεώθηκε ἀπό τό διάβολο νά γίνει ἄνθρωπος, ἄρα ὁ Χριστός δέν εἶναι ἐλεύθερος, ἀνταποκρίνεται στίς κινήσεις τοῦ διαβόλου. Τότε δέν εἶναι Θεός. Καταλάβατε τή σκέψη μου; Εἶναι πολύ συγκλονιστική ἡ σκέψη. Καί ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέει, τά πράγματα δέν ἔγιναν ἔτσι. Δέν μπορῶ ἐγώ νά ἀπαντήσω, ἀλλά οὐσιαστικά ἀπαντάει καί λέει, δέν μπορεῖ ὁ Θεός νά εἶναι ὑποταγμένος στίς κινήσεις τοῦ διαβόλου. Κάνει ὁ διάβολος κάτι καί ἐμεῖς τοῦ ἀνταποκρινόμαστε. Τό παθαίνουμε πολλές φορές· μᾶς βάζει ἕνα πειρασμό, τά χάνουμε, ἐξαντλούμαστε. Τρέχουν στήν ἐκκλησία κάθε μέρα, μᾶς κάναν μάγια, λένε. Καί ἐγώ τούς λέω, δέν λύνω τά μάγια, δέν λύνω μάγια. Νά εἶσαι ἐλεύθερος καί νά μπεῖς σέ μιά ἄσκηση, νά δεχθεῖς τό Χριστό, καί δέν θά ὑπάρχουν τότε γιά σένα μάγια πού θά σέ πιάνουν. Πολύ ἁπλό εἶναι. Δέν κάνει κάτι ὁ διάβολος, τό ὁποῖο θά μᾶς δεσμεύσει.
Ἔτσι λοιπόν, ὁ Χριστός κατ᾽ αὐτήν τή θεολογία θά γινόταν ἀκόμη καί ἄνθρωπος κι ἄν δέν γινόταν ἡ πτώση. Θά ἐξέφραζε μέ αὐτό τόν τρόπο τήν ἄπειρη ἀγάπη Του. Ἔτσι ἀκόμη καί τό γεγονός τῆς Μεταλήψεως τῆς εὐχαριστιακῆς δέν εἶναι θέμα, πού κατ᾽ ἀνάγκην ἀπό τήν πτώση Τόν μεταλαμβάνω. Ἔτσι ἦρθαν τά πράγματα, ἀλλά ὁ Χριστός εἶναι πέρα ἀπό αὐτά τά πράγματα. Ἐδῶ λοιπόν, δηλώνεται αὐτό τό δέντρο τῆς γνώσεως τό ὁποῖο ἀποκαθίσταται.
Καί τέλος ἔχουμε [στό ἐπάνω μέρος τῆς εἰκόνας] τό ναό τοῦ Σολομῶντος, πού εἶναι αὐτός ὁ ναός στά Ἱεροσόλυμα, ὁ ὁποῖος, κατά τά μέτρα τῆς γεωμετρικῆς ἰσορροπίας αὐτῆς τῆς πόλεως, εἶναι ὑπερμεγέθης. Δέν μπορεῖ ἡ πόλις νά εἶναι, ξέρω ᾽γώ δέκα ἑκατοστά καί ὁ ναός νά εἶναι τέσσερα ἑκατοστά. Νά καταλαμβάνει περίπου, τά 4/6 τῆς πόλεως. Δέν εἶναι δυνατόν, ἀλλά ἐδῶ πέρα γίνεται μιά θεολογική πρόκληση, πού σημαίνει, εἶναι μιά πόλη μαζεμένη, ἔχει τείχη. Εἶναι μιά κοινωνία συγκεκριμένη, ἡ ὁποία ὁρίζεται καί ὑπάρχει γιατί ὑπάρχει ναός. Αὐτή ἡ πόλη χωρίς ναό θά ἦταν μιά πόλη ἀνερμάτιστη, θά ἦταν μιά πόλη χωρίς ἀρχή, τίποτα. Θά ἦταν ἕνα χάος. Αὐτή ἡ πόλη λοιπόν, ὑπάρχει γιατί ὑπάρχει ναός ὅπου μαζεύει τήν πόλη καί μάλιστα ἕνας ναός πού ἔχει ἀναγωγική πορεία, καί ὁ ὁποῖος ἔχει τροῦλο.
Εἶναι ἡ θεολογία τοῦ τρούλου πού μπῆκε μετά τόν 4ο αἰώνα στήν Ἐκκλησία μας, εἰδικά μάλιστα μετά ἀπό τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ὅπου κάνουμε Χριστολογία καί ὅπου ὁ Χριστός προσλαμβάνει τόν ἄνθρωπο καί ὁ τροῦλος δηλώνει αὐτή τήν κατάβαση τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι αὐτό πού λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά γίνουμε ἐμεῖς Θεοί. Ἔτσι λοιπόν, αὐτή ἡ πόλη προσλαμβάνεται καί δένεται κι ὑπάρχει λόγω τοῦ ναοῦ, ὁ ὁποῖος ναός ἔχει ἀναγωγική πορεία, σάν πύραυλος θέλει νά τραβήξει ὅλη τήν πόλη πρός τά πάνω κι ὁ κάθε ναός, σέ κάθε περιοχή, ἔχει αὐτό τόν προορισμό. Εἶναι τό μάζεμα μιᾶς γειτονιᾶς, μιᾶς ἐνορίας, ὅπου ἐκεῖ μαζεύονται τά πάντα καί μαζεύεται ὅλη ἡ ἐνορία. Δέν σημαίνει πού τά σπίτια μπαίνουν ἐκεῖ πέρα μέσα, ἀντί τά σπίτια νά καταλάβουν τό ναό, ἡ Ἐκκλησία ἔρχεται νά ἁγιάσει τά σπίτια.
Ἄν πήγατε στή Μύκονο θά εἴδατε σχεδόν ὅλα τά ἐκκλησάκια, εἶναι κολλημένα πάνω σέ σπίτια. Θαρρεῖς καί πῆγαν τά σπίτια καί κολλοῦσαν πάνω στήν ἐκκλησία, θαρρεῖς καί θέλουν νά ἁγιαστοῦν ἀπό τήν ἐκκλησία ὁλόκληρη· καί σέ ἄλλα νησιά μας εἶναι αὐτό τό πράγμα, δηλαδή δέν εἶναι μόνο ἡ ἐκκλησία χωριστή, θαρρεῖς καί θέλει νά προσληφθεῖ ὁ κόσμος. Ἔτσι δέν ἔρχεται ὁ κόσμος νά προσλάβει τήν Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία τά προσλαμβάνει ὅλα, τά παίρνει ὅλα, παίρνει ὅλη τή γειτονιά μαζί καί τήν πάει στόν οὐρανό. Αὐτός ὁ τροῦλος, ὁ ὁποῖος [εἰκονίζεται στή Βαϊοφόρο] ἔχει ἀποτύχει γιατί ἔρχεται Ἐκεῖνος πού ἔκανε τό ναό, Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος λατρεύεται μέσα στό ναό καί αὐτοί λατρεύουν λάθος θεό. Εἶναι μιά πρόκληση αὐτή καί πάλι θεολογική γιά τήν ἱστορική ἀποτυχία τοῦ Ἰσραήλ.
Αὐτά θά μποροῦσα νά πῶ ἀπό αὐτή τήν πανέμορφη εἰκόνα τῆς Βαϊοφόρου, τοῦ γνωστοῦ ἐκφραστοῦ τοῦ Θεοφάνους τοῦ Κρητός, τῆς Κρητικῆς τέχνης στήν ἁγιογραφία μας.
Ἄν ἔχετε κανένα ἐρώτημα.
Ἐρώτηση: Ὁ τροῦλος δέν προϋπῆρχε σάν ναός τοῦ Σολομῶντος.
Ἀπάντηση: Ὄχι δέν ὑπῆρχε. Μετά πάνω στόν γκρεμισθέντα ναό τοῦ Σολομῶντος πού ἔμειναν τά τείχη, μπῆκε πιά τό τέμενος τοῦ Ὀμάρ· πού οἱ ναοί πιά οἱ μουσουλμανικοί ἀντιγράφουν τούς ὀρθόδοξους ναούς, σάν τροῦλος. Γι᾽ αὐτό βλέπεις στήν Πόλη κάνανε τήν Ἁγία Σοφία καί ἀπέναντι ὁ Μιμάρ Σινάν πού εἶναι τό μπλέ τζαμί, πού ἦταν Ρωμιός ὁ Μιμάρ Σινάν, Ρωμιός ἀρχιτέκτων, πού μετά ἔγινε Τοῦρκος, κάνει ἀντίστοιχο τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς καί δείχνει τόν τροῦλο· κάτι τέτοιο θέλει νά δείξει.
Ἐρώτηση: Γιά τόν Ἰούδα αὐτό πού λένε οἱ καθολικοί. Τί…;
Ἀπάντηση: Εἶναι μιά πρόσφατη θεολογία πού πᾶνε νά περάσουν, μερικοί καθολικοί, ὄχι ὅλη ἡ ρωμαιοκαθολική ἐκκλησία, ὅτι ὁ Ἰούδας εἶναι δικαιολογημένος, ἔπαιξε ἐπαχθῶς τό παιχνίδι τοῦ Χριστοῦ. Πάρα πολύ ὡραῖα αὐτό, τό προέβαλε ἡ ταινία: “Jesus Christ super star”. Σέ αὐτή τήν ταινία προβαλλόταν καθαρά αὐτή ἡ θεολογία, πού ἦταν μιά καί προτεστάντικη θεολογία, πού ὁ Ἰούδας ἦταν εὐεργέτης τοῦ Χριστοῦ, γιατί κάποιος ἔπρεπε νά προδώσει, ἔ, κι αὐτός παίρνει τό ρόλο τοῦ προδότη. Εἶναι τραγικό αὐτό πού λένε. Ὁ Χριστός δέν θέλει κανείς νά ἀποστατήσει. Δέν σημαίνει πού ἄν δέν ὑπῆρχε ὁ Ἰούδας δέν θά Τόν σταύρωναν, προσέξτε, ἁπλῶς κι αὐτός μετέχει στήν τραγωδία. Καί αὐτές τίς μέρες, πράγματι τό εἶδα κι ἐγώ, κάποιοι καθολικοί θεολόγοι πᾶνε νά περάσουν αὐτό τό μήνυμα ὅτι, ἔ, ἔπαιξε καί αὐτός ἕνα ρόλο, δηλαδή κατ᾽ ἀνάγκη ἦταν, ἔπαιξε ἕνα ρόλο. Τό ρόλο τῆς δικῆς του ἀποτυχίας ἔπαιξε.
Στό χῶρο τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας γίνονται τρομερές θεολογικές ζυμώσεις. Εἶναι πάρα πολύ στατικός χῶρος καί πολύ ἄκαμπτος καί ἐκεῖ ὅ,τι γίνεται θεολογία εἶναι ἐντολή τοῦ πάπα. Δέν μπορεῖ κανείς νά θεολογήσει ἐλεύθερα. Αὐτό ἦταν μιά λάθος πρόταση, ἀλλά τό ὅ,τι γίνεται σάν ἐλεύθερη κίνηση, δηλώνει καί μιά ἀντίδραση στήν παπική βία. Ἐκεῖ δέν μπορεῖ νά θεολογήσει κανένας.
Ἐρώτηση: Εἴπατε ὅτι ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητή ἀνέφερε, ὅτι ὁ Χριστός δέν ὑποχρεώθηκε ἀπό τόν διάβολο, νά γίνει ἄνθρωπος. Σωστά;
Ἀπάντηση: Βεβαίως. Ὁ Χριστός δέν εἶπε: «Ἄχ! Τώρα κοίτα τί ἔκανε ὁ διάβολος, μοῦ χάλασε τό ἔργο. Τώρα ἐγώ θά ἀναγκαστῶ νά γίνω ἄνθρωπος». Θά ἀναγκάσει ὁ διάβολος τό Θεό; Εἶναι δυνατόν δηλαδή;
Ἐρώτηση: Μπορεῖτε, λίγο νά μᾶς ξαναπεῖτε αὐτό γιά τά πόδια τά ἀνοιχτά;
Ἀπάντηση: Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά κίνηση ὁριζόντια καί μιά κίνηση κάθετη. Κίνηση ἀγαπητική πρός τόν κόσμο καί κίνηση προσευχῆς, πρός τά πάνω. Εἶναι κινουμένη ἀκινησία, τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ πάλι. Ἔτσι; Κοίταξε, ἡ Ἐκκλησία ἄν πεῖ κινοῦμαι μόνο, θά γίνει μία Ἐκκλησία ἐγκόσμια. Κινεῖται μόνο. Πρέπει νά εἶναι καί προσευχόμενη. Κοίταξε τί ἔκανε τό βατικανό, εἶπε: καταργῶ τό οὐσιαστικό, ὁ μοναχισμός πρέπει νά εἶναι ἐνεργητικός μοναχισμός. Κάνει ἔργο. Λάθος ἦταν. Δέν ὑπάρχουν στο βατικανό νηπτικά μοναστήρια σήμερα, ὑπάρχουν μοναστήρια πού κάνουν μόνο κοινωνικό ἔργο. Σέ μᾶς ὑπάρχουν καί νηπτικά μοναστήρια πού κάνουν καί κάποιο κοινωνικό ἔργο, ἄν χρειαστεῖ. Δέν μπορεῖς νά καταργήσεις αὐτή τή διπλή κίνηση τοῦ χριστιανοῦ. Ἄλλο τίποτε;
Ἐρώτηση: Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καί ἡ Παναγία, πού εἶναι τά πρόσωπα τά πιό ψηλά ἀνθρώπινα στόν ἁγιαστικό τομέα. Αὐτοί, ἄς ποῦμε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἔχει φάει τό δέντρο τῆς ζωῆς, χωρίς νά ἔχει γνωρίσει τό Χριστό;
Ἀπάντηση: Κανείς. Ἀκόμη καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος πῆγε στόν ἅδη ὅταν πέθανε. Καί μάλιστα σέ πολλές εἰκόνες καθόδου στόν ἅδη ὑπάρχει ὁ Πρόδρομος, πού γίνεται Πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ στόν ἅδη καί λέει στούς πεθαμένους στόν ἅδη, τούς ἑτοιμάζει, ἔρχεται ὁ Χριστός γιά νά βγοῦμε ἀπό δῶ, πῆγε καί ὁ Ἰωάννης στόν ἅδη. Ἐκπληκτικό, ἔ; Δέν ὑπῆρχε ἁπλῶς ἡ κατάλυση τοῦ θανάτου. Αὐτό δέν ὑπῆρχε.
Ἐρώτηση: Ὅταν εἴπατε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό δέντρο τῆς ζωῆς, ἄρα δόθηκε ὁλόκληρος ἐξ ἀρχῆς. Νά συναναστραφεῖ δηλαδή μέ τούς ἀνθρώπους. Ἐάν ἐπιλέγανε τόν ἁγιαστικό τρόπο ζωῆς καί ἁγιάζοντο, θά ἐμφανίζονταν πάλι νά τούς τραβήξει πιό πέρα; Αὐτό ἐννοεῖτε;
Ἀπάντηση: Ὁ Χριστός εἶναι ἐλεύθερος. Ὁ Χριστός τούς ἀγαπάει. Καί μέσα στήν ἀγάπη Του συγκαταβαίνει καί γίνεται κι ἄνθρωπος. Λέει ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, θά γινόταν καί ἄνθρωπος. Δέν ἔχω νά πῶ κάτι ἄλλο.
Ἐρώτηση: Τότε δέν ὑπάρχει οὔτε ἡ ἀγάπη, οὔτε ἡ ἐλευθερία σάν ἀρχές. Ὁπότε οὔτε ἐμεῖς μποροῦμε νά ἀγαπήσουμε, οὔτε νά εἴμαστε ἐλεύθεροι πραγματικά, ἄν δέν εἴμαστε ἐν Χριστῷ.
Ἀπάντηση: Αὐτό εἶναι δεδομένο. Τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐλευθερία. Γιά νά ἀγαπήσει κανείς ἐλεύθερος πρέπει νά τό πάρεις ἀπό κάπου αὐτό τό χάρισμα. Κι ἡ ἀγάπη ἔχει στάδια. Ἔχει σπόρο, ἔχει καλλιέργεια καί ἔχει κι ὡρίμανση. Δέν εἶναι ἔτσι; Κι ἐδῶ ἀποκαλύπτεται, λένε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, μέ τό ἔργο αὐτό τοῦ Χριστοῦ, ὅλη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στά μάτια μας, ἔ; Ὁ Θεός ἔχει ὅλη τήν ἀγάπη, ἀλλά σέ ἐμᾶς σιγά-σιγά ἀποκαλύπτεται κατά τά μέτρα τοῦ δυνατοῦ. Γι᾽ αὐτό βλέπεις, διαβάζεις τήν Παλαιά Διαθήκη καί στά πρῶτα βιβλία νομίζεις πού ὁ Θεός εἶναι σκληρός καί μετά καταλαβαίνεις λίγο πού μαλάκωσε ὁ Θεός. Δέν ἄλλαξε ὁ Θεός. Ἐμεῖς προχωροῦμε πνευματικά.

(Πηγή: http://www.floga.gr/50/04/2005-6/09_2006012004.asp)

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Δ’ Κυριακή των Νηστειών: Ομιλία περί εξομολογήσεως (Ηλίας Μηνιάτης, Επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων)


«Διδάσκαλε, ήνεγκα τον υιόν μου προς σε, έχοντα πνεύμα άλαλον» (Μάρκου Θ’ , 17).
Είπε κάποιος σοφός, ότι το να φοβάται κανείς τους νόμους, επιφέρει μεγάλην αφοβίαν [1]. Όποιος σέβεται τους νόμους δεν πρέπει να φοβάται καμμιά τιμωρία από τους νόμους. Ο Κριτής είναι φοβερός, φοβερή είναι και η Κρίσις Του. Όποιος θέλει να ζήση άφοβα και από την οργή του Κριτού και από την τιμωρία της Κρίσεως, ας έχη τον φόβο και του Κριτού και της Κρίσεως. Έχω την γνώμην πως κάποια άλλη περασμένη φορά σας έκαμα να καταλάβετε κατά κάποιον τρόπο, τι μέλλει να συμβή κατά την Δευτέραν του Χριστού Παρουσία, όταν κριτής είναι ο Θεός˙ γεμάτος οργή, χωρίς έλεος˙ γιατί η δικαιοσύνη Του κρίνει και εκδικείται. Και ο αμαρτωλός τότε ευρίσκεται πταίστης χωρίς απολογία, γι’ αυτήν την κατηγορία και την απόφασι.
Έρχομαι λοιπόν σήμερα να σας πω ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μη φοβάσθε ούτε τον φοβερόν Κριτή, ούτε εκείνη την φοβερή Κρίσι, εκτός από το να έχετε τον φόβο και του Κριτού και της Κρίσεως. «Αφοβία μεγάλη, το φοβείσθαι τους νόμους».
Τι είναι εκείνο που μας κάνει να φοβούμεθα τόσο την Δευτέραν Παρουσίαν του Χριστού; Οι αμαρτίες μας. Οπότε ας αφήσουμε τώρα τις αμαρτίες μας, για να μη φοβηθούμε τότε ούτε την κατηγορία και την απόφασι της ίδιας της συνειδήσεώς μας, ούτε την Κρίσι και την εκδίκησι της θείας δικαιοσύνης. Και δεν δυνάμεθα να αφήσουμε τις αμαρτίες μας αλλιώς, παρά μόνο με την ιεράν εξομολόγησι. Με την χάρι του μυστηρίου αυτού εκδιώκεται αυτό το άλαλο πνεύμα, το οποίον δεν μας αφήνει να ομολογήσουμε τα πάθη μας, ώστε να μη λάβουμε την ιατρεία μας. Ο Θεός για όλα τα πταίσματα που κάνουμε εμείς οι άνθρωποι έστησε δύο κριτήρια. Ένα εδώ στην γη το κριτήριο της εξομολογήσεως, και άλλο στον ουρανό, το της Δευτέρας Παρουσίας Του. Εδώ κάθεται ως κριτής ένας άνθρωπος γεμάτος ευσπλαγχνία˙ εκεί κάθεται ως κριτής ένας Θεός, όλος οργή. Εδώ όποιος κρίνεται, συγχωρείται˙ εκεί όποιος κρίνεται, κολάζεται. Απαραιτήτως δε εμείς θα κριθούμε ή σε τούτο ή σε εκείνο το κριτήριο.
Ακούσατε ήδη τι είναι η Δευτέρα Παρουσία. Θα ακούσετε τώρα και τι είναι η εξομολόγησις. Εγώ θα σας αποδείξω σήμερα τρία πράγματα. Πρώτον˙ όποιος θέλει να κάμη μιαν αληθινή και τέλεια εξομολόγησι τι πρέπει να κάμη πριν πάη στον πνευματικό. Δεύτερον˙ τι πρέπει να κάμη εκεί όπου θα συναντήση τον πνευματικό. Και τρίτον˙ τι πρέπει να κάμη αφού φύγη από τον πνευματικό. Και αφού εξετάσω όλα αυτά θα σας αφήσω να διαλέξετε όποιο θέλετε από τα δύο κριτήρια. Ακολουθώντας το παράδειγμα του μεγάλου διδασκάλου των εθνών, του μακαρίου αποστόλου Παύλου, ο οποίος λέγει: «σοφοίς τε και αγραμμάτοις οφειλέτης ειμί» [2], σας διδάσκω απλά όσον δύναμαι για να με κατανοούν όλοι. Όμως σήμερα θα σας ομιλήσω απλούστερα και από άλλες φορές διότι θέλω να καταλάβουν τα λόγια μου όλοι˙ άνδρες, γυναίκες, άρχοντες και ταπεινοί ξωμάχοι, μεγάλοι και μικροί˙ επειδή η υπόθεσις της εξομολογήσεως μας εγγίζει όλους εξ ίσου.
ΜΕΡΟΣ Α.
Σαν να βλέπω σε τι στενοχώρια είχε πέσει αφ’ ενός μεν ο βασιλεύς Δαυΐδ όταν ήλθε απεσταλμένος εκ Θεού ο προφήτης Γαδ για να του φέρη την φοβερήν εκείνην απόφασι [3], αφ’ ετέρου δε η σωφρονεστάτη Σωσάννα όταν έπεσε στα χέρια των ασελγεστάτων εκείνων συκοφαντών [4].
Ο Δαυΐδ αμάρτησεν γιατί θέλησε να απαριθμήση τους πολεμιστές του Ισραήλ [5] και θέλοντας ο Θεός να τον τιμωρήση έστειλε αυτόν τον προφήτη για να του ειπή: «Εσύ έσφαλες και ήλθα απεσταλμένος από τον Θεό για να σου πω ότι ήλθεν η ώρα να πληρώσης για την αμαρτία σου. Η τιμωρία που καθώρισεν ο Θεός είναι τούτη˙ ή θα πέση για τρία χρόνια πείνα σ’ όλο σου το βασίλειο, ή για τρεις μήνες θα σε κυνηγούν οι εχθροί σου, ή για τρεις ημέρες θα πέση θανατικό. Διάλεξε εσύ ποιάν τιμωρία θέλεις από τις τρεις».
Έως ότου όμως να σκεφτή ο Δαυΐδ, ας πορευθούμε μέχρι την Βαβυλώνα και ας εισέλθουμε στον κήπο του Ιωακείμ. Εκεί λούζεται η ωραιοτάτη σύζυγός του, η Σωσάννα. Μπαίνουν μέσα κρυφά δύο γέροντες, σκεύη του διαβόλου, στων οποίων την καρδιά εδώ και πολύ χρόνο είχεν ανάψει έρωτας σατανικός. Βρήκαν λοιπόν την κατάλληλη ευκαιρία, ξεπηδούν ξαφνικά μπροστά στην Σωσάννα, που ήτο μόνη, και της λένε: «Ήλθεν η ώρα που επιθυμούσαμε τόσον καιρό. Χωρίς άλλο, εκπλήρωσε την επιθυμία μας, γιατί αλλιώς θα πούμε στον άνδρα σου πως σε βρήκαμε εδώ μαζί με ένα νεαρό, οπότε σύμφωνα με τον νόμο θα σε λιθοβολήσουν [6]. Διάλεξε εσύ από τα δύο, όποιο διαλέγεις».
– Δαυΐδ, τί απεφάσισες; Υπάρχουν τρία μεγάλα κακά: πείνα, διωγμός, θανατικό. Ποιο από τα τρία διαλέγεις;
– Σωσάννα, πώς σου φαίνεται; Υπάρχουν δύο μεγάλοι κίνδυνοι. Ή να χάσης την ζωή σου ή να χάσης την τιμή σου. Τί διαλέγεις;
«Στενά μοι πανταχόθεν!» αποκρίνεται και ο Δαυΐδ και η Σωσάννα. Μεγάλη στενότης είναι και εδώ και εκεί. Συλλογίζεται ο Δαυΐδ: «Τρεις μήνες να με κυνηγούν οι εχθροί μου! Κι αν πέσω στα χέρια τους; Τρεις χρόνους πείνα και τρεις ημέρες θανατικό! Και πάλι να πέσω στα χέρια του Θεού; Δεν ξέρω τι να αποφασίσω˙ Στενά μοι πανταχόθεν!».
Συλλογίζεται η Σωσάννα: «Αν αμαρτήσω, πέφτω στα χέρια του Θεού. Αν δεν αμαρτήσω, πέφτω στα χέρια των ανθρώπων! Δεν ξέρω τι να ειπώ˙ Στενά μοι πανταχόθεν!».
«Εγώ αποφάσισα», λέγει ο Δαυΐδ. «Απ’ το να με κυνηγούνε οι εχθροί μου, ας μου στείλη ο Θεός θανατικό˙ προτιμώ να έχω να κάμω με τον κριτή μου, παρά με τους εχθρούς μου. «Εμπεσούμαι δη εν χειρί Κυρίου, ότι πολλοί οι οικτιρμοί αυτού σφόδρα, εις δε χείρας ανθρώπου ου μη εμπέσω» [7]. Θέλω καλύτερα να πέσω στα χέρια του Θεού, γιατί η αγάπη του είναι πολύ μεγάλη, παρά στα χέρια των ανθρώπων».
«Απεφάσισα και εγώ», λέγει η Σωσάννα. «Ας με συκοφαντήσουν στον άνδρα μου, ας με λιθοβολήση ο λαός, όμως δεν θα αμαρτήσω. «Αιρετόν μοι εστίν μη πράξασαν εμπεσείν εις τας χείρας υμών ή αμαρτείν ενώπιον Κυρίου» [8]. Καλύτερα να πέσω στα χέρια σας παρά να αμαρτήσω μπροστά στον Κύριο».
Δεν νομίζετε ότι αυτοί οι δύο εύχονται τα ενάντια; Ναι, πράγματι! Όμως και οι δύο σκέπτονται καλά.
Η Σωσάννα λέγει πως καλύτερα είναι να πέση στα χέρια των ανθρώπων, παρά στα χέρια του Θεού. Πότε το λέγει; Πριν να αμαρτήση. Επομένως πριν να κάμη κανείς την αμαρτία και είναι ακόμη άπταιστος και καθαρός, είναι χίλιες φορές καλύτερα να πέση στα χέρια των ανθρώπων, δηλαδή να τον συκοφαντήσουν και να τον λιθοβολήσουν, παρά κάνοντας την αμαρτία να πέση στα χέρια του Θεού, ήγουν να τον υβρίση, να τον παροργίση και να τον κάμη εχθρό. Δεν είναι κάτι το φοβερό να πέση κανείς που δεν έχη αμαρτήση στα χέρια των ανθρώπων, που τελικά δεν έχουν άλλη δύναμη παρά να θανατώσουν το κορμί και όχι την ψυχή. Γι’ αυτό λέγει ο Χριστός: «Μη φοβηθήτε από των αποκτενόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» [9]. Φοβερό πράγμα είναι, λέγει ο απόστολος Παύλος, να πέση κανείς αμαρτάνων στα χέρια του Θεού. «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος» [10], που δύναται να θανατώση και το σώμα με πρόσκαιρο θάνατο και την ψυχή με αιώνιο θάνατο. Η έχθρα των ανθρώπων δεν είναι μεγάλο κακό, διότι ή είναι αδύναμη ή είναι προσωρινή. Η έχθρα του Θεού είναι κακό ανυπόφορο και βαρύτερο και από την ίδια την κόλασι του άδη! Διδάσκει ο ιερός Χρυσόστομος: «Γεέννης απάσης σφοδρότερον το προσκρούσαι Θεώ!» [11].
Φρονιμώτατα λοιπόν λέγει η Σωσάννα που δεν θέλει να πέση σε αμαρτία και ως εκ τούτου ευχαριστείται να πέση στα χέρια των ανθρώπων παρά στα χέρια του Θεού: «Αιρετώτερόν μοι εστί μη πράξασαν εμπεσείν εις χείρας υμών, ή αμαρτείν ενώπιον Κυρίου». Ο Δαυΐδ πάλιν λέγει πως θέλει καλύτερα να πέση στα χέρια του Θεού παρά στα χέρια των ανθρώπων. Πότε όμως το λέγει; Αφού αμάρτησε. Που σημαίνει πως αν κάποιος κάμη μιαν αμαρτία, καλλίτερα είναι να πέση στα χέρια του Θεού που πάντοτε είναι φιλάνθρωπος˙ που με ένα «ήμαρτον» εξιλεώνεται˙ όπου με ένα δάκρυ σβύνει τον θυμό Του. «Οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος, μακρόθυμος και πολυέλεος, ουκ εις τέλος οργισθήσεται, ουδέ εις τον αιώνα μηνιεί» [12]. Αυτό προτιμούσε, παρά να πέση στα χέρια των ανθρώπων που είναι άσπλαγχνοι και ασυμπαθείς˙ που είναι αιωνίως μνησίκακοι. Επομένως εφ’ όσον έσφαλε ο Δαυΐδ, πολύ καλά έλεγεν πως προτιμούσε μετ’ ευχαριστήσεως να πέση στα χέρια του Θεού˙ «εις δε χείρας ανθρώπων ου μη εμπέσω».
Άρα, αδελφέ Χριστιανέ, πριν να αμαρτήσης, φυλάξου να μη αμαρτήσης. Να φοβάσαι σαν την Σωσάννα την δικαιοσύνη του Θεού μη τυχόν και σε τιμωρήση˙ και ευχαρίστως καλλίτερα να κινδυνεύση η ζωή σου, παρά να πέσης σε αμαρτία. Όμως, αν αμαρτάνης να ελπίζης, σαν τον Δαυΐδ, στην πολλήν ευσπλαγχνία του Θεού και θα συγχωρεθής. Εσυγχωρήθη από την μοιχεία και τον φόνο αυτός ο Δαυΐδ [13]. Εσυγχωρήθη από την ειδωλολατρεία ο Μανασσής [14]. Εσυγχωρήθη από τας αδικίας του ο Τελώνης [15]. Εσυγχωρήθη από τις ακαθαρσίες της η Πόρνη [16]. Εσυγχωρήθη από τα τόσα κακά που έκαμε ο Ληστής [17]. Θα εσυγχωρούντο και αυτοί οι ίδιοι που εσταύρωσαν τον Χριστόν, αν ήθελαν να μετανοήσουν ειλικρινώς. Λέγει ο σοφός Σειράχ: «Εμπεσώμεθα εις χείρας Κυρίου, και ουκ εις χείρας ανθρώπων˙ ως γαρ η μεγαλωσύνη αυτού, ούτω και το έλεος αυτού» [18]. Κάμε μόνον ένα πράγμα, που είναι και πολύ εύκολο. Πέσε στα χέρια του Θεού με μιαν αληθινή και τέλεια εξομολόγησι. Και θέλοντας να πορευθής προς τον πνευματικό, άκουσε προσεκτικά τι πρέπει να κάμης!
Από τους Αποστόλους του Χριστού δύο έσφαλαν πολύ. Ο Ιούδας που Τον επρόδωσε χάριν τριάκοντα αργυρίων και ο Πέτρος που Τον αρνήθηκε τρεις φορές. Αλλ’ από τους δύο ο ένας, ο Πέτρος, εσυγχωρήθη. Έλαβε πάλιν το αποστολικόν αξίωμα, έγινε και πάλιν φίλος και μαθητής του Χριστού. Ο άλλος, ο Ιούδας, έμεινεν ασυγχώρητος. Εκρεμάσθη˙ άφησε το άθλιο σώμα του σ’ ένα δένδρο και παρέδωσε την ψυχή του στην αιώνιο κόλασι.
Αλήθεια, γιατί ο Πέτρος έλαβε τόσην χάρι και ο Ιούδας εφάνη ανάξιος; Τί έπρεπε να κάμη τούτος ο δυστυχής και δεν το έκαμε; Έπρεπε να εξομολογηθή το σφάλμα του; Το εξωμολογήθηκε φανερά, είπε πως έσφαλε˙ «ήμαρτον παραδούς αίμα αθώον» [19]. Μαζί με την εξομολόγησι, επλήρωσε, επέστρεψε όλα τα τριάκοντα αργύρια που είχε λάβει ως αμοιβή για την προδοσία˙ «ρίψας τα αργύρια εν τω ναώ ανεχώρησε» [20]. Το να εξομολογηθή κάποιος και να πληρώση για την εξομολόγησι, πώς σας φαίνεται; Αυτή είναι μια σωστή εξομολόγησις; Έτσι κάνετε όλοι, έτσι είναι η συνήθεια, και αν τολμήση κάποιος να πη το εναντίον γίνεται αποσυνάγωγος και νεωτεριστής [21].
Ναι, αλλά για σκεφθήτε, σας παρακαλώ, δύο πράγματα:
Το ένα˙ με τα αργύρια αυτά του Ιούδα, εκείνοι οι αρχιερείς που τα πήραν, αγόρασαν λέγει, τον αγρόν του Κεραμέως και τον έκαμαν κοιμητήριο για να θάπτωνται οι ξένοι, «εις ταφήν τοις ξένοις». Μήπως έπρεπε να αγοράσουν καλλίτερα ένα αμπέλι ή ένα χωράφι να προσφέρη καρπό; Ή ένα σπίτι να τους δίδη τόκο; Δεν θα ήσαν αυτά καλλίτερα από ένα αγρό για να θάπτωνται οι ξένοι, που ούτε καρπό κάνει, ούτε τόκους δίδει, επειδή ούτε καλλιεργείται ούτε ενοικιάζεται;
Μυστήριο! Για να καταλάβουμε, όμως, πως όπου πέσουν αυτά τα αργύρια, με τα οποία πωλείται σιμωνιακώς [22] ο Χριστός, ο τόκος εκείνος δεν καρποφορεί, δεν δίδει τόκους, δεν τελεσφορεί, δεν προκόπτει. Γίνεται τόπος δυστυχισμένος, δεν προξενεί κανένα καλό σ’ αυτόν που τον κατέχει. Ίσως μόνον σαν καταφυγή και βοήθεια για κάποιον ξένο˙ «εις ταφήν τοις ξένοις». Και τελικώς τόπος έρημος και ακατοίκητος, σύμφωνα με την ψαλμική προφητεία: «γενηθήτω η έπαυλις αυτών ηρημωμένη και εν τοις σκηνώμασιν αυτών μη έστω ο κατοικών» [23].
Το άλλο˙ ο Ιούδας ετιμωρήθη και σωματικώς και ψυχικώς. Τι λογής θάνατο υπέστη ο ταλαίπωρος; Κρεμασμένος να σπαράζη τόσες ώρες˙ έπειτα να κόβεται στην μέση, να πέφτουν τα εντόσθιά του στην γη και απ’ εκεί η μιαρή του ψυχή να διαβή εις το πυρ το αιώνιον. «Απελθών απήγξατο˙ και πρηνής γενόμενος ελάκησε μέσος και εξεχύθη τα σπλάγχνα αυτού» [24]. Επομένως η εξομολόγησίς του δεν τον ωφέλησε σε τίποτε.
Μα ο Πέτρος, που συγχωρήθηκε τί έκαμε; Αυτός έστεκε και εθερμαίνετο μέσα στην αυλή του Καϊάφα. Είχε αρνηθή τον Κύριο τρεις φορές. «Ουκ οίδα τον άνθρωπον» [25]. Όμως όταν άκουσε για τρίτη φορά να λαλή ο αλέκτωρ, θυμήθηκε εκείνο που του είπεν ο Χριστός. Ανεγνώρισε το σφάλμα του. Συνετρίβη από τον πόνον η καρδιά του! Αμέσως, βγήκε έξω από εκείνη την αυλή, αμέσως εχωρίσθη από εκείνη την κακή συντροφιά των υπηρετών, αμέσως παραμέρισε και σκεπτόμενος με τον νου του τι έκαμε, έκλαυσε πικρά˙ «εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς» [26].
Υπάρχει παράδοσις, πως σε όλη του τη ζωή, κάθε φορά που άκουε λάλημα πετεινού εθυμόταν την αμαρτία του και γίνονταν τα μάτια του δυο βρύσες πικροτάτων δακρύων! «Έκλαιε πικρώς»! Τέτοιου είδους εξομολόγησις τον ωφέλησε πολύ. Μετά την Ανάστασι, όταν ο Χριστός τον ερώτησε τρεις φορές «Πέτρε, φιλείς με» [27]. Πέτρε με αγαπάς; Μ’ αυτές τις τρεις ερωτήσεις εδιώρθωσε τις τρεις αρνήσεις, λέγει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος [28]. Και όταν του είπε «βόσκε τα αρνία μου, ποίμαινε τα πρόβατά μου» του εχάρισε, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος [29] την προτέραν αποστολικήν εξουσία και τιμή.
Σημείωσαι τώρα, Χριστιανέ, πως η αληθινή και τελεία εξομολόγησις, αυτή που προξενεί συγχώρησι των αμαρτιών, αυτή που οδηγεί στην χάρι και στην αγάπη του Θεού, δεν αρκείται μόνον στο να ομολογήσης τις αμαρτίες σου, διότι ενδέχεται μια τέτοια εξομολόγησις να είναι μόνον του στόματος και όχι της καρδιάς ή να γίνεται από συνήθεια. Ούτε όταν πληρώσης δίδοντας χρήματα, σαν να είναι η μετάνοια εμπόριον και οι πνευματικοί (καθώς το λέγει ο απόστολος Παύλος) ιερόσυλοι έμποροι που έχουν για «πορισμόν την ευσέβειαν» [30].
Αδελφέ, πλανάσαι! Τέτοιου είδους εξομολόγησις ενδέχεται να είναι εξωτερική, όπως εκείνη του Ιούδα, εντελώς μάταιη και ανωφελής. Σου λέγω ότι πρέπει η εξομολόγησις να γίνεται όπως την έκαμεν ο Πέτρος. Όταν ησθάνθη το σφάλμα του αμέσως εξήλθε από το αφωρισμένο σπίτι εκείνου του αρχιερέως, μέσα στο οποίον ηρνήθη τον Χριστόν, τον θείο διδάσκαλο˙ «εξελθών έξω». Και συ, όταν αποφασίσης να εξομολογηθής βγες αμέσως από εκείνο το καταραμένο σπίτι, εκεί που για την αγάπη μιας πόρνης αρνήθηκες όχι τρεις φορές, αλλά κάθε ημέρα τον Θεό! Και βγες όχι με το σώμα μόνον, αλλά και με τον νουν και την καρδιά. «Εξελθών έξω». Ο Πέτρος ξεχώρισε από την συντροφιά εκείνων των ασεβών στρατιωτών και υπηρετών, που συνέλαβαν τον Χριστόν. «Εξελθών έξω» και συ αναχώρησε από εκείνες τις κακές συναναστροφές, από εκείνες τις διεστραμμένες παρέες, από εκείνους τους δρόμους της απωλείας μέσα στους οποίους έζησες σαν άλλος Άσωτος. «Εξελθών έξω». Ο Πέτρος παραμέρισε και μένοντας μοναχός, σκέφθηκε καλά το πολύ κακό που έπραξε, επόνεσε, κατενύγη, «έκλαυσε πικρώς». Αυτό θέλει να πη ότι δεν έχυσε μόνον δυο δάκρυα, μα ανέλυσε την καρδιά του σε δάκρυα˙ «εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς».
Και συ που συνηθίζεις να πηγαίνης στον πνευματικό χωρίς καμμία προετοιμασία, παραμέρισε για λίγη ώρα, άφησε κάθε άλλη φροντίδα, περιμάζεψε τους σκορπισμένους σου λογισμούς, προσευχήσου για λίγο, παρακάλεσε τον Θεό ώστε να σε φωτίση να θυμηθής τις αμαρτίες σου. Εάν γνωρίζης ότι δεν θυμάσαι και καλά, γράψε τες σ’ ένα μικρό χαρτί. Λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος πως οι μοναχοί της εποχής του «πτυχίον μικρόν εν τη ζώνη κρεμάμενον είχον, εν ώ εσημείουν τους καθ’ εκάστην λογισμούς και τω προεστώτι εξήγγελλον» [31].
Βάλε εμπρός στα μάτια σου τις δέκα εντολές του Θεού και δες ποιαν παρέβεις. Βάλε τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα [32] και σκέψου καλά σε ποια έπεσες. Εξέτασε καλά την συνείδησί σου, σε τι έφταιξες με τον νου, με τα λόγια, με τα έργα. Σε τι έσφαλες στον Θεό, στον πλησίον, στον εαυτό σου. Αν έχης έχθρα με κάποιον, συγχώρεσέ τον με όλη σου την ψυχή. Αν έχης ξένο πράγμα επίστρεψαί το. Αν έθιξες κάποιου την τιμή, διόρθωσαι το κακό που του έκαμες. Πόνεσαι, κατανύξου, αναστέναξε, κλάψε πικρά! Και πάνω απ’ όλα κατηγόρησε τον εαυτό σου. Κατάργησε τις προηγούμενες αμαρτίες. Αποφάσισε με σταθερή απόφασι να μη τις επαναλάβης άλλη φορά.
Με τέτοια διάθεσι και τέτοια προετοιμασία πήγαινε στον πνευματικό να εξομολογηθής και να είσαι βέβαιος ότι θα λάβης την συγχώρησι διότι «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει» [33].
Κοντολογής: Θέλεις να πας στον πνευματικό; Μη του προσφέρης λόγια και χρήματα, σαν τον Ιούδα. Προσκόμισέ του έργα και δάκρυα, όπως ο Πέτρος!
Όταν δε φθάσης επί τέλους στον πνευματικό, πρέπει οπωσδήποτε να φυλάξης επιμελώς δύο τινά: Να εξομολογηθής χωρίς ντροπή ή ενδοιασμούς και χωρίς προφάσεις.
Χωρίς ντροπή˙ διότι ξέρω καλά πως σ’ αυτόν τον κόσμο ζούμε όλοι με υποκρισία φαρισαϊκή. Άλλοι είμαστε και άλλοι θέλουμε να φαινώμαστε. Απ’ αυτό δημιουργείται η συστολή που έχουμε στην εξομολόγησι. Δηλαδή ντρεπόμαστε να φανερωθούμε ότι είμεθα αμαρτωλοί καθ’ ην στιγμή στον κόσμο θέλουμε να περνούμε ως άγιοι.
Χωρίς προφάσεις˙ διότι γνωρίζω καλά πως στην εξομολόγησι φανερώνουμε μεν τα σφάλματά μας, αλλά τα μετασχηματίζουμε. Ομολογούμε ότι φταίξαμε άλλ’ αμέσως απολογούμεθα. Το δε χειρότερο είναι πως για τα κακά που διεπράξαμε ρίχνουμε την αφορμή στους άλλους. Οπότε αντί να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας κατηγορούμε τους άλλους! Και αυτό είναι το προπατορικό αμάρτημα. Έσφαλαν οι προπάτορες, ο Αδάμ και η Εύα. Παρέβησαν την θείαν εντολή και έφαγαν από το ξύλο της γνώσεως. Τους φωνάζει ο Θεός να δώσουν εξηγήσεις «Αδάμ πού ει; Εύα τι εποίησας;». Αχ! και αν ομολογούσαν με θάρρος το σφάλμα τους! Αχ! και να είχε πη ο Αδάμ: «ήμαρτον, Θεέ μου»! Αχ! και να είχε πη η Εύα: «ήμαρτον ποιητά μου»! Όμως δεν απάντησαν έτσι, επειδή τους εμπόδισεν η ντροπή και η πρόφασις. Τότε εκρύφθησαν και ο Αδάμ και η γυνή αυτού «από προσώπου Κυρίου του Θεού» [34].
Επροφασίσθησαν και έρριξεν ο ένας στον άλλο το φταίξιμο. Απελογήθη ο Αδάμ˙ δεν ήμουν εγώ η αφορμή, η γυναίκα που μου έδωσες ήτο: «η γυνή, ην δέδωκας μετ’ εμού, αυτή μοι έδωκε από του ξύλου και έφαγον». Εγώ, αποκρίθηκε από την άλλη πλευρά η Εύα, δεν έφταιξα. Με παρεπλάνησε το φίδι: «ο όφις ηπάτησέ με και έφαγον». Και ο Αδάμ και η Εύα εξωρίσθησαν – αλλοίμονο! – από τον Παράδεισο, παίρνοντας μαζί τους την θεία κατάρα!
Πηγαίνει, λοιπόν, να εξομολογηθή ένας Χριστιανός ή μία Χριστιανή και τους εξετάζει ο πνευματικός. Αδάμ πού ει; Εύα, τί εποίησας; Ντρέπονται, κρύβονται. Άλλα τα λένε μισά, άλλα τα αποσιωπούν εντελώς. Όμως, όποιος κρύβει τις αμαρτίες του, λέγει το Πνεύμα το Άγιον διά στόματος Σολομώντος, δεν πρόκειται να ωφεληθή σε τίποτε˙ «ο κρύπτων την εαυτού αμαρτίαν, ου χρησιμεύσει» [35]. Μα η αμαρτία, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, είναι σαν την πληγή η οποία αν δεν φανερωθή στα μάτια του γιατρού σαπίζει και καταντά να γίνη ανίατος˙ «κακία σιωπηθείσα, νόσος ύπουλός εστίν εν τη ψυχή» [36]. Αδάμ πού ει; Εύα τί εποίησας; Αυτοί προφασίζονται προφάσεις εν αμαρτίαις [37]. Είναι σκανδαλώδες και ντροπή να καταγράψουμε τι ακούμε στην εξομολόγησι στα χρόνια που ζούμε, μάλιστα των γυναικών. Η μια κατηγορεί τον άνδρα της, η άλλη την πεθερά της, εκείνη την νύφη της τούτη τον γιό της, άλλη την υπηρέτριά της. Έφταιξε, λέγει, ο όφις, ο διάβολος την επείραξε˙ «ο όφις ηπάτησέ με».
Τι μεγάλη υπομονή χρειάζεται ένας πνευματικός να ακούη τα μωρολογήματα μιας γυναίκας όταν εξομολογείται, η οποία λέγει όλα τα άσχετα εκτός από τις αμαρτίες της! Μα όταν στην εξομολόγησι, ω Εύα, ω γυναίκα, όποια κι αν είσαι, εσύ κατηγορείς τους άλλους και δεν κατηγορείς τον εαυτό σου, αυτή πια δεν είναι εξομολόγησις, αυτή είναι κατάκρισις. Οπότε πας στον πνευματικό με μια αμαρτία και γυρίζεις με δύο. Πηγαίνεις αμαρτωλή και γυρίζεις αμαρτωλότερη.
Αλλά γιατί ντρέπεσαι; Γιατί προφασίζεσαι, Χριστιανέ; Μήπως επειδή είσαι ένας άρχοντας ευγενής και δεν θέλεις να γνωρίζη άλλος κάποια πράξι σου ανάξια της υπολήψεώς σου; Όμως μάθε πως ο Δαυΐδ που ήτο βασιλεύς, έκαμε και μοιχεία και φόνο. Παρ’ όλα αυτά δεν ντράπηκε, δεν δικαιολογήθηκε. Ομολόγησε την αμαρτία του˙ «την ανομίαν μου», λέγει «εγνώρισα και την αμαρτίαν μου ουκ εκάλυψα» [38]. «Ήμαρτον, ήμαρτον τω Κυρίω» [39] είπε προς Νάθαν τον προφήτη, ο οποίος απεστάλη υπό του Θεού για να τον ελέγξη. Ένεκα τούτου ο προφήτης και πάλιν εκ μέρους του Θεού του έδωσε την συγχώρησι˙ «αφείλε Κύριος την αμαρτίαν σου». Γιατί λοιπόν ντρέπεσαι και είσαι όλο προφάσεις, Χριστιανέ; Μήπως επειδή είσαι ιερωμένος και δεν θέλεις να φανερώσης ένα σφάλμα που έκαμες και που είναι ίσως ανάξιον της ιερωσύνης σου; Άκουσε τώρα και φρίξε!
Στα παληά τα χρόνια, όταν στους ιερωμένους ο ζήλος για την πίστι ήτο θερμότερος, εφύτρωναν συχνά – πυκνά αιρέσεις. Γι’ αυτό τον λόγο γίνονταν τακτικά Σύνοδοι, για να τις ξερριζώνουν από την Εκκλησία του Χριστού.
Σε μια τέτοια Σύνοδο, στην Δύσι, μετέσχε και ένας επίσκοπος, ονόματι Ποτάμιος, σεβάσμιος στην ηλικία, περιβόητος για την αρετή του, εξαιρετικός ζηλωτής της σωφροσύνης. Αυτός επρότεινε και εξεδόθη ένας κανών εναντίον εκείνων που θα έπεφταν σε σαρκικά αμαρτήματα.
Ύστερα όμως απ’ αυτόν τον κανόνα, κατά Θεού παραχώρησιν, έπεσε και αυτός. Έπεσε μα εσηκώθη, ανεγνώρισε το σφάλμα του και απεφάσισε να εξομολογηθή. Ανέμενε το επόμενο έτος που συνεκλίθη πάλι Σύνοδος και συνήχθησαν τότε πενήντα επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί, διδάσκαλοι πολλοί, αλλά και αυτός ο Ποτάμιος ως πρόεδρος της Συνόδου. Μέσα στην καρδιά του αισθανόταν ότι τον πολεμούσαν δύο ενάντιες σκέψεις, ντροπή και συντριβή. Ποτάμιε, του έλεγε από το ένα μέρος η ντροπή, τι πας να κάμης; Ποτάμιε, αποκρινόταν από το άλλος μέρος η συντριβή, τι περιμένεις και δεν πραγματοποιείς ακόμη εκείνο που αποφάσισες; Δεν ντρέπεσαι τους ανθρώπους, έλεγε η ντροπή. Μα εσύ δεν ντράπηκες ούτε τον Θεό, έλεγεν η συντριβή. Το σφάλμα σου είναι κρυφό, μπορεί να διορθωθή με μια κρυφή εξομολόγησι. Ναι, αλλά αφού είναι φανερό στα μάτια του Θεού, τι σε μέλει αν γίνη φανερό και στα μάτια των ανθρώπων; Ενθυμήσου πως είσαι αρχιερεύς και θα σκανδαλίσης όλους τους ανθρώπους. Ενθυμήσου ότι είσαι αρχιερεύς και πρέπει να δώσης στους ανθρώπους ένα μεγάλο παράδειγμα. Ποτάμιε συλλογίσου, Ποτάμιε μη χάνης καιρό. Ενίκησεν η συντριβή, παραμέρισεν η ντροπή. Ο Ποτάμιος εγείρεται από τον θρόνο του και λέγοντας το του Δαυΐδ «την ανομίαν μου εγνώρισα και την αμαρτίαν μου ουκ εκάλυψα», ίσταται εις το μέσον της Συνόδου και εξομολογείται φανεράν την αμαρτίαν του εις επήκοον πάντων. Με μια τέτοια εξομολόγησι εθαύμασαν και εξέστησαν και οι άγγελοι του ουρανού! Εποχή που είδες τέτοιο παράδειγμα που είσαι; Έως εδώ φθάνει.
Ύστερα λοιπόν από τέτοιο παράδειγμα ενός αρχιερέως, ο οποίος δεν ντράπηκε να εξομολογηθή την αμαρτία του μπροστά σε μια Σύνοδο, ντρέπεσαι εσύ να εξομολογηθής κρυφά την αμαρτία σου σε ένα συνάδελφό σου ιερέα; Όχι, αδελφέ, χωρίς ντροπή πες με θάρρος την αμαρτία σου, χωρίς προφάσεις. Πες ότι για την αμαρτίας σου κανείς άλλος δεν στάθηκε αφορμή, παρά μόνον η δική σου κακή προαίρεσις. Αμαρτία που εξομολογείται δεν είναι πλέον αμαρτία˙ «αφείλε Κύριος την αμαρτίαν σου». Αμαρτία η οποία ή εντελώς δεν εξομολογείται λόγω ντροπής, ή δεν εξομολογείται καθώς πρέπει αλλά με προφάσεις, είναι κόλασις˙ «αμαρτία σιωπηθείσα, νόσος ύπολός εστίν εν τη ψυχή». Τώρα λοιπόν, εσύ, με την χάρι του Θεού εξωμολογήθης χωρίς ντροπή και χωρίς προφάσεις. Εσυγχωρήθης από τον πνευματικό. Παίρνεις την ευχή του και αναχωρείς. Τί άλλο σου μένει να κάμνης; Σου μένει το αναγκαιότερο.
Πρώτον˙ να πραγματοποιήσης τον κανόνα που σου επέβαλεν ο πνευματικός. Ο πνευματικός, σαν έμπειρος γιατρός πρέπει να έχη εξαιρέτως δύο προσόντα˙ χέρι ελαφρό και μάτι καλό. Χέρι ελαφρό, να είναι δηλαδή συμπαθής. Και τούτο διότι το ευσυμπάθητον του πνευματικού ωφελεί κατά πολύ, όπως λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος˙ «το σύγγνωμον πολλάκις μέγα προς σωτηρίαν» [40]. Δηλαδή, η συγγνώμη πολλές φορές βοηθεί πάρα πολύ στην σωτηρία. Ο ασθενής πρέπει να θεραπεύεται, όχι να θανατώνεται˙ «το αρρωστούν θεραπεύεται, άλλ’ ου συντρίβεται» [41], λέγει ο αυτός Πατήρ. Χρειάζεται δε και μάτι καλό, να είναι δηλαδή διακριτικός, διακρίνοντας τα πρόσωπα. Στον πλούσιο κανόνας για ελεημοσύνη, στον φτωχό μετάνοιες, στον εύρωστο νηστεία, στον αδύνατο προσευχή. Πρώτον λοιπόν, σου λέω πάλι, να κάμης τον κανόνα που σου έδωσεν ο πνευματικός.
Δεύτερον˙ να διορθώσης την ζωή σου. Αλλιώς αυτό που έκαμες δεν είναι εξομολόγησις, είναι αργολογία. Το λέγει ο Μέγας Βασίλειος˙ «όταν τις εξομολογείται και ου διορθούται, αργός λόγος» [42].
Ανάμεσα σε εκείνα που πρέπει να διορθώσης, τρία είναι τα κυριώτερα. Εάν έχης έχθρα με κάποιον για οιανδήποτε αφορμή, που ίσως αυτός σου έδωσε, οφείλεις να τον συγχωρήσης μέσα από την καρδιά σου. Διότι αν δεν τον συγχωρήσης δεν πρόκειται να συγχωρηθής και εσύ. Είναι απόφασις του Χριστού˙ «εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών αφήσει και υμίν ο Πατήρ ημών ο Ουράνιος˙ εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο Πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» [43].
Ξέρετε όμως τι συμβαίνει στην εποχή μας; Ακούσατε ένα παράδειγμα παλαιό. Οι Αθηναίοι Θεμιστοκλής και Αριστείδης είχαν ανάμεσά τους έχθρα μεγάλη και πολλήν ασυμφωνία. Όμως η πατρίδα τους έστειλε πρέσβεις για κάποια σοβαρή υπόθεσι, οπότε έπρεπε να ομονοήσουν. Οπότε λέει ο Αριστείδης στον Θεμιστοκλή: Θέλεις να αφήσουμε την έχθρα μας εδώ στα σύνορα και όταν επανέλθουμε να την ξαναπιάσουμε; «Βούλει, ώ Θεμιστόκλεις, επί των όρων την έχθραν απολίπωμεν; Εάν γαρ δοκή, πάλιν επανιόντες ληψόμεθα». Έτσι και έκαμαν. Άφησαν την έχθρα τους στα σύνορα, έφεραν εις πέρας την ομοφωνία την υπόθεσι της πατρίδας και σαν ξαναγύρισαν την ξαναπήραν και παρέμειναν εχθροί όπως πρώτα!
Έτσι ακριβώς πράττουν και δύο Χριστιανοί, εχθροί θανάσιμοι και ασύμφωνοι σε όλα. Όταν έλθη ο καιρός να εξομολογηθούν αφήνουν την έχθρα. Πού; Στην πόρτα της Εκκλησίας. Μεταλαμβάνουν μαζί, ζητούν αναμεταξύ τους συγχώρησι και όταν θα βγουν από την Εκκλησία έξω ακριβώς από την πόρτα της, την ξαναπαίρνουν και γίνονται σαν πρώτα εχθροί! Και είναι αυτή εξομολόγησις; Αργολογία είναι.
Άλλο˙ έχεις κάποια φιλία και αγάπη με ωρισμένα πρόσωπα; Ξέχνα την για πάντα, αρνήσου την για πάντα. Δεν μπορείς να αγαπάς μαζί και την πόρνη και τον Θεό! Ένας φιλόσοφος κάποτε ταξίδευε, αλλά του έτυχε τέτοια φοβερή θαλασσοταραχή που εκινδύνευσε να πνιγή. Παραδόξως εγλύτωσε. Ήλθε στο σπίτι του. Όμως ένα παράθυρο έβλεπε προς την θάλασσα. Το έχτισε λοιπόν για να μη την βλέπη και επιθυμήση να ταξιδεύση και πάλιν. Αχ, Χριστιανέ! Πόσες φορές εκινδύνευσες να χάσης και την ζωή σου και την ψυχή σου εξ αιτίας μιας πικρής αγάπης και γλύτωσες; Απόφυγε τις αφορμές, μη ξαναπεράσης πάλι απ’ εκείνο τον δρόμο, μη εισέλθης πια σ’ εκείνη την πόρτα, μη δης πια εκείνο το παράθυρο, κλείσε σφιχτά τα μάτια σου για να μη μπη ξανά το φίδι μες στην καρδιά σου! Αλλιώς αυτό που έκαμες δεν ήταν εξομολόγησις, ήταν αργολογία.
Το τελευταίο˙ κρατάς στα χέρια σου ξένο πράγμα; Αδίκησες κανένα; Επίστρεψέ το γιατί είναι αδύνατον να λάβης συγχώρησιν. Όχι ένας πνευματικός απλός ιερεύς, αλλά και ο Πατριάρχης και όλη η Σύνοδος, όλοι οι άγγελοι του ουρανού δεν έχουν εξουσία να σε συγχωρήσουν, αν δεν το επιστρέψης. Τολμώ να πω ότι ούτε ο ίδιος ο Θεός δεν μπορεί να σε συγχωρήση! Διότι όπως είναι δίκαιος, μάλιστα είναι η Αυτοδικαιοσύνη, έτσι δεν δύναται να θελήση το άδικο. Όχι! Ο δεσμός της αδικίας είναι άλυτος.
Πέθανε ένας άνθρωπος νυμφευμένος. Ο Θεός θέλησε να κάμη ένα θαύμα και τον ανέστησε. Η γυναίκα του τον ζητεί πάλιν για άνδρα της μα εκείνος δεν την θέλει. Έρχονται, το λοιπόν και οι δύο στο πνευματικό δικαστήριο της Εκκλησίας. Προεστώτες των εκκλησιών, πνευματικοί πατέρες που έχετε την ευθύνη των ανθρωπίνων ψυχών, τι αποφασίζετε, τι λέτε; Εκείνος ο άνθρωπος είναι υποχρεωένος να πάρη την πρώτη του γυναίκα ή είναι ελεύθερος; Είναι ελεύθερος, λέγουν οι θεολόγοι. Ήτο υποχρεωμένος να την έχη μέχρι το θάνατό του. Πέθανε; Ο θάνατος έλυσε το δεσμό. Ανεστήθη; Ναι, μα αυτή είναι μια άλλη ζωή. Αυτό σημαίνει ότι ξαναγεννήθηκε από την κοιλιά της μάνας του. Όταν κανείς γεννιέται, γεννιέται ελεύθερος.
Πέθανε και ένας άλλος που είχε ιδιοποιηθεί την περιουσία ενός φτωχού. Ο Θεός ηθέλησε να κάμη άλλο ένα θαύμα και ανέστησε και αυτόν. Έρχεται ο φτωχός και ζητάει τα αρπαγμένα, αυτός όμως δεν θέλει να τα επιστρέψη. Έρχονται και οι δύο στο δικαστήριο. Σας ερωτώ πάλι. Αυτός ο άνθρωπος που αδίκησε είναι υποχρεωμένος να επιστρέψη το ξένο πράγμα ή όχι; Ναι, είναι υποχρεωμένος, λένε οι αυτοί θεολόγοι, γιατί αυτό είναι χρέος της ψυχής, που το οφείλει ώσπου ζη η ψυχή. Η ψυχή όμως είναι αθάνατη, επομένως και το χρέος είναι αιώνιο. Υποχρεωμένος είναι να τα επιστρέψη και ζώντας και μετά τον θάνατό του, μέχρι τον καιρό της μελλούσης κρίσεως. Απέθανε; Ήταν υπόχρεως. Ανεστήθη; Είναι ωσαύτως υπόχρεως. Χίλιες φορές να πεθάνη και να αναστηθή, απαραιτήτως πρέπει να αποτίση το χρέος. Επομένως ο θάνατος δύναται να λύση τον δεσμό του γάμου, που είναι τόσο σφιχτός, αλλ’ ο θάνατος δεν μπορεί να λύση τον δεσμό της αδικίας. Αυτός μένει άλυτος!
Εσύ βλασφημείς το όνομα του Θεού, εσύ αρνείσαι την πίστι, εσύ ξανασταυρώνεις τον Χριστόν! Υπάρχουν μεγαλύτερες αμαρτίες απ’ αυτές; Μ’ όλα ταύτα, αν μετανοήσης και εξομολογηθής, ο πνευματικός έχει τόσην εξουσία που μπορή να σε συγχωρήση. Όμως αν εσύ κατακρατείς ξένο πράγμα και το εξομολογηθής, αν δεν το επιστρέψης δεν έχει εξουσία να σε συγχωρήση. Και γιατί; Διότι μ’ αυτές σου τις αμαρτίες υβρίζεις τον Θεό. Ο Θεός για όσα πράττουν εναντίον Του οι άνθρωποι, ετοποθέτησεν ως επίτροπό Του τον πνευματικό. Του έδωσε εξουσία όσα λύση ή δέση να είναι λυμένα και δεμένα [44]. Ο πνευματικός, σαν επίτροπος του Θεού μπορεί να συγχωρήση τις αμαρτίες αυτές που είναι εναντίον του Θεού. Όμως εσύ κατακρατείς το πράγμα εκείνου του φτωχού, τον οποίον αδίκησες. Ο φτωχός δεν έχει κάμει επίτροπό του τον πνευματικό και δεν του έδωσε εξουσία να σε συγχωρήση. Επομένως εφ’ όσον ο πνευματικός δεν είναι επίτροπος του φτωχού, δεν μπορεί να σε συγχωρήση με το πράγμα του φτωχού!
Λέγεις όμως ότι να εγώ δίνω τόσα σαρανταλείτουργα, τόσα ονόματα στα μοναστήρια (για να μνημονεύωνται στην πρόθεσι). Και τάχα με αυτά υπολογίζεις ότι συγχωρείσαι; Σώπασε! Κανείς νόμος ούτε ανθρώπινος, ούτε θείος διαλαμβάνει ότι μπορείς να κάνης καλωσύνες με ξένη περιουσία. Τα όσα κρατάς από τον φτωχό, είναι ξένα, δεν είναι δικά σου. Επομένως ποιος μπορή να σου τα χαρίση;
Αν ο Δεκάλογος, ο οποίος διατάζει όχι μόνο να μη παίρνουμε ξένα πράγματα, αλλά και να μη επιθυμούμε, είναι ένα παραμύθι, τότε εσύ έχεις το δίκαιο. Ο πνευματικός σου που το συγχωρή και παίρνει και την αμοιβή του, είναι ένας φρόνιμος άνθρωπος που ξέρει καλά την δουλειά του και εγώ είμαι ένας ψεύτης. Μα αν ο Δεκάλογος είναι αψευδέστατα λόγια του Θεού, εσύ είσαι ασυγχώρητος, ο πνευματικός σου είναι ένας πλάνος και εγώ λέω την αλήθεια.
Όχι, όχι αδελφέ! Θέλεις να κάμης μιαν αληθινή και τελεία εξομολόγησι; Πρώτον, πριν πας στον πνευματικό, εξέταζε την συνείδησί σου. Δεύτερον, όταν είσαι με τον πνευματικό, εξομολογήσου χωρίς ντροπή και προφάσεις. Και τρίτον, όταν φύγης από τον πνευματικό, διορθώσου, κάμε τον κανόνα σου, συγχώρησε τον εχθρό σου, άφησε τις σατανικές σου αγάπες, πλήρωσε τις αδικίες σου και τότε είσαι αληθινά και τέλεια συγχωρημένος˙ και τότε διώκεται το πνεύμα το «άλαλον και κωφόν».
Πνεύμα Άγιον! Αυτά που εκήρυξα σήμερα, που είναι όλα λόγια της αληθείας Σου, κάμε με την θεία Σου χάρι να καταλάβω εγώ πρώτος αυτά που είπα και όλοι εκείνοι που τα άκουσαν!
ΜΕΡΟΣ Β.
Ακούσατε πως πρέπει να γίνεται η αληθινή και τελεία εξομολόγησις. Αν τώρα με ρωτάτε πότε πρέπει να γίνεται, σας αποκρίνομαι:
Ένας αβροδίαιτος άνθρωπος ερώτησε κάποτε τον Διογένη, πότε πρέπει κάποιος να τρώη, σε ποια ώρα δηλαδή της ημέρας. Εκείνος του απάντησε με την συνηθισμένη του αστειότητα: «Αν είσαι πλούσιος, όποτε θέλεις, αν είσαι φτωχός, όταν έχης». Μ’ αυτό θέλησε να του πη ότι η ώρα είναι απροσδιόριστη.
Πότε πρέπει να εξομολογήται ένας χριστιανός; Αποκρίνομαι: αν είναι γέροντας, σήμερα˙ αν είναι νέος αύριο. Όμως δεν απαντώ σωστά! Είτε γέροντας, είτε νέος πρέπει να εξομολογήται το γρηγορώτερο δυνατόν. Δεν πρέπει να περιμένει μέχρι την Μεγάλην Εβδομάδα, όπως όταν είναι άρρωστος δεν περιμένει την Μεγάλην Εβδομάδα για να φωνάξη τον γιατρό. Κι ο αμαρτωλός αναμένει έως την Μεγάλην Εβδομάδα για να φωνάξη τον πνευματικό; Ώ, μεγάλη πλάνη των ανθρώπων! Θέλεις να σου πω έως πότε μπορεί να περιμένη κανείς για να εξομολογηθή; Έως ότου θα είναι βέβαιος πως μπορεί να ζήση. Αλλά με ποιά βεβαιότητα μπορεί να ζη κανείς όταν αυτή του η ζωή υπόκειται κάθε ώρα σε κίνδυνο; Το σήμερα είναι δικό μου, το αύριο δεν γνωρίζω. Αν μετανοήσω, ο Θεός μου έταξε συγχώρησι. Αλλά για να μετανοήσω ο Θεός δεν μου έταξε το αύριο. Ο Θεός μάλιστα μου λέει πως δεν γνωρίζω ούτε την ημέρα, ούτε την ώρα του θανάτου μου. και εγώ επαναπαύομαι να ευρίσκεται σε τόσο κίνδυνο η ψυχή μου;
Πότε πρέπει να εξομολογήται κανείς; Το γρηγορώτερο. Διότι άλλο λογαριάζω και άλλο μου τυχαίνει. Επιτρέψτε μου να τελειώσω την διδασκαλία μου με ένα μύθο.
Ένα ελάφι ήταν τυφλό από το ένα του μάτι. Μιαν ημέρα έβοσκε στην ακροθαλασσιά. Σκέφθηκε το εξής: «Εδώ που βρίσκομαι έχω από την μία πλευρά την ξηρά, από την άλλη την θάλασσα. Επομένως ας κοιτάζω με το γερό μάτι προς την ξηρά, διότι από κει μπορεί να έλθουν κυνηγοί. Από την μεριά της θαλάσσης δεν φοβάμαι, οπότε ας είναι απ’ εκεί το τυφλό». Ωστόσο πέρασαν από κει με μια βάρκα κάποιοι ψαράδες. Είδαν το ελάφι, του έριξαν ένα κοντάρι και το σκότωσαν! Αποθνήσκοντας έλεγε: «Δεν μου ήλθε από κει που φοβόμουν. Μου ήλθε ο θάνατος από κει που δεν φοβόμουν»!
Ο μύθος δηλοί ότι άλλο λογαριάζω και άλλο μου συμβαίνει. Φοβούμαι απ’ εδώ και μου έρχεται απ’ εκεί η πληγή. Φυλάγομαι από το φυσικό και μου έρχεται το αιφνίδιο!
Αν είμαι άνθρωπος με νουν, αν είμαι Χριστιανός με πίστι, τι πρέπει να κάμω; Να εξασφαλισθώ για να μη φοβάμαι από πουθενά και από τίποτε. Με τι; Με την εξομολόγησι. Πότε; Το γρηγορώτερο!
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Όρα και Α’ Τιμόθεον Α’, 9 «δικαίω νόμος ου κείται» και Παροιμιών Θ’, 10 «το γαρ γνώναι νόμον διανοίας εστίν αγαθής».
2. Κατ’ ακρίβειαν το χωρίον έχει ούτως: «έλλησί τε και βαρβάροις, σοφοίς τε και ανοήτοις οφειλέτης ειμί» (Ρωμαίους Α’, 14), ένθα ταυτίζει το «ανόητος» (ο μη έχων νουν) με το «αγράμματος».
3. Β’ Βασιλειών κεφ. ΚΔ’
4. Τα περί της Σωσάννης εύρηνται προ του βιβλίου του προφήτου Δανιήλ.
5. Αυτό εδείκνυε έλλειψιν εμπιστοσύνης εις τον Θεόν τον καθοδηγούντα τον Ισραήλ.
6. Συμφώνως ταις διατάξεσι του Δευτερονομίου ΚΒ’, 23.
7. Β’ Βασιλειών ΚΔ’, 14.
8. Σωσάννα, 23.
9. Ματθαίου Ι’, 28.
10. Εβραίους Ι’, 31.
11. Ομιλία ΛΣΤ’, εις Ματθαίον.
12. Ψαλμός ΡΒ’, 8-9.
13. Πρόκειται περί της Βηρσαβεέ, εξ ής μοιχείας προήλθεν ο Σολομών, και περί Ουρίου του συζύγου αυτής, ον εμμέσως εφόνευσεν Δαυΐδ (όρα Β’ Βασιλειών κεφ. ΙΑ’).
14. Εβασίλευσεν από 697 έως του 642. Ασεβής και εξωλέστατος κατ’ αρχάς, μετανοήσας λόγω αιχμαλωσίας υπό Ασσυρίων, γέγονε αξιολογώτατος βασιλεύς.
15. Λουκά ΙΘ’, 2 και εξής.
16. Λουκά Ζ’, 37 και εξής.
17. Λουκά ΚΓ’, 39 και εξής.
18. Σοφίας Σειράχ Β’, 18.
19. Ματθαίου ΚΖ’, 4.
20. Αυτόθι.
21. Κακίστη συνήθεια που κρατεί και έως της σήμερον, ευτυχώς εις ολίγους.
22. Σιμωνιακά καλούνται τα επί πληρωμή μυστήρια, έκ τίνος Σίμωνος μάγου εξαιτήσαντος δια χρημάτων παρά των Αποστόλων ίν’ εξαγοράση την χάριν του Αγίου Πνεύματος ίν’ επιτελή και αυτός θαύματα.
23. Ψαλμός ΞΗ’, 26.
24. Ματθαίου ΚΖ’, 5 και Πράξεων Α’, 18.
25. Ματθαίου ΚΣΤ’, 72.
26. Ματθαίου ΚΣΤ’, 75.
27. Ιωάννου ΚΑ’, 15 και εξής.
28. Ομιλία ΛΘ’ «Εις τα άγια Φώτα».
29. «Περί Μετανοίας», Ομιλία Γ’.
30. Α’ Τιμόθεον ΣΤ’, 5.
31. Κλίμαξ, Λόγος Δ’, λβ’ «Περί της μακαρίας υπακοής».
32. Κυρίως θανάσιμον αμάρτημα είναι η αμετανοησία ήτις λέγεται και βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος (όρα Μάρκου Γ’, 28-29). Ο περιορισμός των θανασίμων (άτινα προκαλούν πνευματικόν θάνατον) εις επτά οφείλεται εις λατινικάς επιδράσεις. Εισί δε ταύτα α) γαστριμαργία, β) ακολασία πάσης φύσεως, γ) φιλαργυρία, δ) οργή και φθόνος, ε) κενοδοξία, στ) ακηδία, ζ) υπερηφανία. Πάντα ταύτα και έτερα πολλά απαλείφονται διά της ειλικρινούς μετανοίας και της εξομολογήσεως.
33. Ψαλμός Ν’,19.
34. Γένεσις Β’, 8 και εξής.
35. Παροιμίαι ΙΒ’, 16. Το σωστόν κείμενον έχει ούτω: «κρύπτει δε την εαυτού ατιμίαν πανούργος».
36. Όροι κατά πλάτος Β’.
37. Ψαλμός ΡΜ’, 4.
38. Ψαλμός ΛΑ’, 5.
39. Β’ Βασιλειών ΙΒ’, 13 και εξής.
40. Λόγος ΙΗ’ «Εις τον Πατέρα αυτού σιωπώντα δια την πληγήν της χαλάζης».
41. Επιστολή ΡΜΘ’, Γεωργίου.
42. Ερευνήσαντες εισταμένως ουχ εύρομεν που το χωρίον τούτο εν τοις του Μεγ. Βασιλείου κείται.
43. Ματθαίου ΣΤ’, 14-15.
44. Πρβλ. Ματθαίου ΙΣΤ’, 19 και ΙΗ’, 18.
(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)