Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Η παραβολή του Μεγάλου Δείπνου









Την ομιλία αυτή την βρίσκουμε στην περικοπή του κατά Ματθαίου Ευαγγελίου, κεφ. κβ΄ 2-14, που αναφέρεται στην ίδια παραβολή.

Ο Θεός θέλει τον άνθρωπο να πιστεύει σ’ Εκείνον, περισσότερο απ’ οποιονδήποτε η οτιδήποτε άλλο στον κόσμο.
Ο Θεός θέλει τον άνθρωπο να ελπίζει σ’ Εκείνον, περισσότερο απ’ οποιονδήποτε ή ο,τιδήποτε άλλο στον κόσμο.
Ο Θεός ζητάει όμως και κάτι παραπάνω: θέλει ο άνθρωπος να προσκολληθεί με αγάπη μόνο σ’ Εκείνον. Και τότε, με την αγάπη που θ’ ακτινοβολεί από μέσα του, θα γίνει ένα και με την κτίση του Θεού.
Αυτή είναι η ένωση του ανθρώπου με το Θεό. Αυτή είναι η μνηστεία της ψυχής με το Χριστό. Κάθε άλλη ένωση είναι μοιχεία και πορνεία. Μόνο τέτοια στενή ένωση της ψυχής με το Χριστό, που σ’ εμάς απεικονίζεται πιο καθαρά με τον επίγειο γάμο, μπορεί να κάνει την ψυχή πλούσια και καρποφόρα. Όλες οι άλλες σχέσεις που μπορεί να συνάψει η ψυχή είναι αγκάθια και ζιζάνια, που είναι γυμνά και άγονα από κάθε αγαθό. Αν αυτό δεν το γνωρίζουν και δεν μπορούν να το γνωρίζουν οι άνθρωποι που ζουν μακριά από την Εκκλησία του Χριστού, οι χριστιανοί όμως πρέπει να το γνωρίζουν, ιδιαίτερα οι ορθόδοξοι χριστιανοί. Είναι στο πνεύμα και την παράδοσή μας να κατανοήσουμε το βάθος και το πλάτος της αποκάλυψης του Θεού που έγινε με τον Κύριο Ιησού. Να κατανοήσουμε την αιωνιότητα πιο σωστά από τους λαούς της Ανατολής, να κατανοήσουμε το χρόνο πιο σωστά από τους ανθρώπους της Δύσης.
Με ότι είναι πιο στενά δεμένη η ψυχή του ανθρώπου, μ’ αυτό κι έχει δεσμευτεί, είτε αυτό είναι ζωντανό είτε νεκρό πράγμα, είτε πρόκειται για σώμα είτε για κάποιο ρούχο, για χρυσό ή άργυρο ή για οποιοδήποτε επίγειο αγαθό, εγκόσμια δόξα ή τιμή, πάθος ή ότι άλλο στην κτίση, όπως για παράδειγμα κόσμημα, τρόφιμο, ποτό, χορό, φύση ή οτιδήποτε άλλο. Κάθε τέτοια δέσμευση της ψυχής είναι άνομη κι επισύρει ατέλειωτη δυστυχία για την ψυχή, τόσο σ’ αυτόν τον κόσμο όσο και στον άλλον. Το ίδιο συμβαίνει με την άνομη σχέση ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, που επιφέρει στενοχώριες όχι μόνο σ’ αυτούς τους δύο, αλλά και στα τυχόν παιδιά που θ’ αποκτήσουν. Δεν πρέπει να κρύβουμε εκείνο που η Αγία Γραφή λέει πεντακάθαρα: πως ο Θεός είναι ζηλωτής (Εξ. κ΄ 5, Δευτ. δ΄ 24). Ο ζήλος του Θεού δε στρέφεται εναντίον άλλου στη γη, παρά μόνον στην ψυχή του ανθρώπου.
Ο Θεός θέλει αποκλειστικότητα στην ψυχή του ανθρώπου, την θέλει πιστή με καθαρότητα και ειλικρίνεια. Κι αυτό ο Θεός το θέλει για το καλό της ψυχής. Η άπειρη σοφία του Θεού γνωρίζει –όπως πρέπει και ’μεις να γνωρίζουμε μετά την έλευση του Χριστού– πως αν η πίστη της ψυχής στο Θεό, το Δημιουργό, είναι ελλιπής, πως αν ενωθεί με απόλυτη αγάπη με κάποιον άλλον ή κάτι άλλο στον κόσμο, τότε σιγά σιγά θα υποδουλωθεί, θα γίνει σκλάβα, θα είναι σαν μια σκοτεινή κι απελπισμένη σκιά και τελικά θα καταλήξει σε μια ελεεινή εικόνα εκεί, όπου είναι ο τρυγμός κι ο βρυγμός των οδόντων.
Η θερμή αγάπη της ψυχής προς το Θεό είναι ο μόνος νόμιμος δεσμός. Κάθε άλλη αγάπη, που είναι μακριά από το Θεό ή εναντίον του Θεού, είναι ειδωλολατρία. Με την αγάπη για το σώμα, ο άνθρωπος μετατρέπει το σώμα σ’ έναν ψεύτικο θεό, ένα είδωλο. Με την αγάπη για κάθε επίγειο αγαθό ή κόσμημα, ο άνθρωπος ειδωλοποιεί τα αντικείμενα αυτά. Με την αγάπη για οποιονδήποτε ή για ο,τιδήποτε, ο άνθρωπος ειδωλοποιεί τον εαυτό του. Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος καθοδηγεί την αγάπη, που ανήκει αποκλειστικά στο Θεό, σε κάτι μικρότερο και υποδεέστερο από το Θεό, σε κάτι λιγότερο άξιο ν’ αγαπηθεί. Σε οτιδήποτε πιστεύει ο άνθρωπος, ελπίζει ή αγαπά περισσότερο από το Θεό, παίρνει τη θέση του Θεού, καθίσταται είδωλο, ένας ψεύτικος θεός της ψεύτικης ψυχής. Κάθε τέτοια ειδωλολατρία οι προφήτες την ονόμασαν μοιχεία και πορνεία (Ιερ. γ΄ 1, Ιεζεκ. κγ΄ 7).
Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι οι ειδωλολάτρες ταυτίζονται με τα είδωλά τους. Σε κάθε αγάπη, ο άνθρωπος χάνεται σταδιακά στο
αντικείμενο της αγάπης του. Εκείνο που ο άνθρωπος σκέφτεται συχνότερα, εκείνο που αγαπά κι επιθυμεί περισσότερο, σιγά σιγά θα γίνει η ίδια η ουσία τής ύπαρξής του, είτε τρόφιμο είναι αυτό είτε ποτό, χρυσός ή ασήμι, κόσμημα ή ρούχο, σπίτια ή κτήματα, τιμή ή δύναμη. Αυτό το διαβάζουμε και στην Αγία Γραφή: «Επορεύθησαν οπίσω τών ματαίων και εματαιώθησαν» (Δ΄ Βασ. ιζ΄ 15).
Η επιθυμία ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα είναι κάτι φυσικό, δεν είναι εξαίρεση. Ο άνθρωπος ταυτίζεται με ό,τι αγαπά. Αν αυτό που αγαπά είναι ο Θεός, γίνεται Θεός. Αν είναι ο πηλός, γίνεται πηλός. Ο άνθρωπος σώζεται ή κολάζεται από την αγάπη που έχει σ’ αυτή τη ζωή. Μια μόνο σωστική αγάπη υπάρχει, η αγάπη για το Θεό. Κάθε άλλη αγάπη είναι απώλεια. Ένας μόνο νόμιμος και σωστικός γάμος υπάρχει για την ψυχή: ο γάμος της με το Θεό. Κάθε άλλος γάμος που δεν προέρχεται από το γάμο αυτό, όπως οι ακτίνες από τον ήλιο, είναι κολάσιμος.
Το σημερινό ευαγγέλιο μας δίνει την πιο καθαρή εικόνα του θαυμαστού αυτού μυστηρίου. Μας λέει δηλαδή πως η ψυχή του ανθρώπου στεφανώνεται με το Θεό, ως πιστή νύμφη· πως σαν τυφλός προδότης και άπιστος σύζυγος από την άλλη, παρασύρεται στον όλεθρο και στο σκοτάδι, στα ζιζάνια και την κακία της ειδωλολατρείας.
***
«Ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, όστις εποίησε γάμους τω υιώ αυτού» (Ματθ. κβ΄ 2). Όπως και στις άλλες παραβολές του Χριστού, έτσι κι εδώ αναφέρεται σ’ ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία, από την αρχή ως το τέλος. Άνθρωποι σοφοί δουλεύουν σκληρά για να γράψουν μεγάλα και πολλές φορές ακατανόητα βιβλία για να εξηγήσουν την ιστορία του ανθρώπου. Μπορεί να πετύχουν σ’ αυτό που προσπαθούν να κάνουν, συχνά όμως μπλέκουν τη διάρθρωσή τους και συγχέουν τα νοήματα. Ο Χριστός όμως, με μια σύντομη και απλή παραβολή, τα λέει όλα καθαρά και κατανοητά. Πράγματι, «ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος» (Ιωαν. ζ΄ 46).
Η βασιλεία του Θεού δεν μπορεί να εξηγηθεί με λόγια. Μόνο με κάτι που είναι οικείο σε μας σ’ αυτόν τον κόσμο μπορεί να παρομοιαστεί. Ανάμεσα στ’ άλλα, μπορεί να παρομοιαστεί και μ’ ένα γάμο. Ο γάμος είναι μια ευκαιρία χαράς στους ανθρώπους. Η βασιλεία των ουρανών είναι από μόνη της χαρά, μπορεί επομένως να περιγραφεί μ’ ένα γάμο. Ο βασιλιάς της παραβολής είναι ο ίδιος ο Θεός. Υιός Του είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής αποκάλυψε πως Εκείνος είναι ο Νυμφίος (Ιωάν. γ΄ 29). Κι αυτό το επιβεβαίωσε ο ίδιος ο Χριστός (Ματθ. θ΄ 15). Ολόκληρη η ιστορία του ανθρώπου, ξεκινώντας με την έξωση του Αδάμ από τον παράδεισο, είναι η πορεία προετοιμασίας της ψυχής του ανθρώπου για το γάμο της με τον Υιό του Θεού. Η έλευση του Χριστού στον κόσμο είναι η πραγματική αρχή της γιορτής του γάμου. Ολόκληρη η περίοδος από την έλευσή Του ως το θάνατο και την Ανάστασή Του, είναι η συνέχιση της γαμήλιας γιορτής στον κόσμο. Η χαρά όμως θα φτάσει στο απόγαιό της μόνο στη μέλλουσα ζωή. Η έλευση του Χριστού στον κόσμο είναι το πιο ευφρόσυνο γεγονός για το ανθρώπινο γένος γενικά και για κάθε ψυχή ξεχωριστά, όπως η έλευση του νυμφίου στη νύμφη.
Απ’ όλα τα έθνη της γης, ο πιο χαρούμενος λαός θα έπρεπε να είναι οι Ιουδαίοι, που δέχτηκαν το Χριστό ως Νυμφίο, αφού το έθνος αυτό είχε προπαρασκευαστεί καλύτερα από το Θεό να Τον δεχτεί. Το έθνος αυτό είχε την επιπλέον χαρά να είναι το πρώτο που συνάντησε το Χριστό, το πρώτο που τον γνώρισε και τον υποδέχτηκε, για ν’ αναγγείλει τη χαρά της σωτηρίας όλων των εθνών και των λαών της γης. Αυτός είναι ο λόγος που, στο αρχικό κείμενο του ευαγγελίου, χρησιμοποείται πληθυντικός: όστις εποίησε γάμους τω υιώ αυτού. Ο αναμενόμενος Μεσσίας ήρθε στο λαό της Παλαιάς Διαθήκης των Ιουδαίων. Ο νυμφίος κάθε ψυχής που αναζητούσε σωτηρία, ζωή και χαρά, είχε έρθει. Ο νυμφίος όλων των ανθρώπων είχε έρθει για όλους τους λαούς, όλα τα έθνη. Όσο μεγάλη κι αν ήταν όμως η αγάπη του Θεού για τους ανθρώπους, άλλη τόση ήταν η τυφλότητα κι η κακία των αμαρτωλών στη γη. «Εις τα ίδια ήλθε και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον» (Ιωαν. α΄ 11), γράφει ο ευαγγελιστής. Ήρθε λοιπόν πρώτα σ’ εκείνους που από πολύ καιρό και πολύ προσεχτικά είχε προετοιμάσει ως νύμφη Του: στον Ιουδαϊκό λαό. Ο λαός αυτός όμως δεν τον αναγνώρισε. Αντίθετα, τον περιφρόνησε και τον απόρριψε.
Συνεχίζει η παραβολή: «Και απέστειλε τους δούλους αυτού καλέσαι τους κεκλημένους εις τους γάμους, και ουκ ήθελον ελθείν» (Ματθ. κβ΄ 3). Θέλοντας να προετοιμάσει τη γιορτή για τους γάμους του Υιού Του, ο Θεός έστελνε πρώτα για πολλούς αιώνες τους προφήτες, για ν’ αναγγείλουν τη γιορτή που πλησίαζε και να καλέσουν τον εβραϊκό λαό να προετοιμαστεί κι εκείνος, ώστε να υποδεχτεί το Νυμφίο Χριστό. Οι προφήτες ήταν οι πρώτοι υπηρέτες που έστειλε για να καλέσει τους κεκλημένους εις τους γάμους. Όταν ο Χριστος είχε ήδη εμφανιστεί στον κόσμο, στάλθηκε ως αγγελιαφόρος ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, για ν’ αναγγείλει κι αυτός, να κραυγάσει δυνατά και να καλέσει. Όπως όμως ένας πολύ μικρός αριθμός ανθρώπων άκουσε τους αρχαίους προφήτες, έτσι και τώρα πολλοί λίγοι πρόσεξαν τον κήρυκα της ερήμου, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Και ουκ ήθελον ελθείν.
«Πάλιν απέστειλεν άλλους δούλους λέγων· είπατε τοις κεκλημένοις· ιδού το άριστόν μου ητοίμασα, οι ταύροι μου και τα σιτιστά τεθυμένα, και πάντα έτοιμα· δεύτε εις τους γάμους» (Ματθ. κβ΄ 4). Οι άλλοι υπηρέτες ήταν οι απόστολοι κι οι συνεργάτες τους. Προσκεκλημένοι ήταν πάλι οι ίδιοι: οι Εβραίοι. Ο ίδιος ο Κύριος είχε πει παλιότερα: «Ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα του οίκου Ισραήλ» (Ματθ. ιε΄ 24). Στην αρχή έδωσε την εξής εντολή στους αποστόλους: «Πορεύεσθε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ» (Ματθ. ι΄ 6). Αυτό πριν από το πάθος και την Ανάστασή Του. Όταν όμως οι Εβραίοι τον απόρριψαν, όταν οι κακοί γεωργοί τον έβγαλαν έξω από τα τείχη και τον θανάτωσαν, τότε, μετά την Ανάσταση, έδωσε καινούργια εντολή: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. κη΄ 19).
Ο Θεός έμεινε πιστός στην επαγγελία Του, οι Εβραίοι όμως την καταπάτησαν. Ο Θεός έμεινε πιστός στη νύμφη Του, στην εκλεκτή Του, στο λαό της Παλαιάς Διαθήκης, πιστός ως το τέλος. Η νύμφη όμως δε στάθηκε πιστή στο Νυμφίο της, συνήψε αμέτρητους άνομους δεσμούς με είδωλα και θεούς ψεύτικους, που δεν τους άφηνε για να γυρίσει στον προδομένο Νυμφίο της.
Ιδού το άριστόν μου ητοίμασα. Έχουν ετοιμαστεί όλα όσα είναι απαραίτητα για την ανατροφή και την ανανέωση της ψυχής. Η ψυχή τρέφεται από την αλήθεια. Την αλήθεια αποκάλυψε στην πληρότητά της με το πλούσιο συμπόσιο του βασιλιά. Η νίκη εναντίον των πονηρών πνευμάτων, εναντίον της αρρώστιας και της μέριμνας, η νίκη ενάντια στη φύση – όλες αυτές οι νίκες που τρέφουν κι ανανεώνουν την ψυχή του ανθρώπου, είναι εδώ, μπροστά μας. Γι’ αυτό προσέλθετε.
Ο ουρανός ως τότε έμοιαζε κλεισμένος με σιδερένιες μπάρες για τον άνθρωπο. Οι ψυχές των ανθρώπων έμοιαζαν με ελεεινές νύμφες, κλεισμένες μέσα σε υγρή φυλακή. Τώρα όμως ο ουρανός είναι ορθάνοιχτος. Στη γη εμφανίστηκε ο ίδιος ο Θεός, εμφανίστηκαν οι άγγελοι, οι νεκροί εμφανίστηκαν ζωντανοί κι η αξία τού ανθρώπου έφτασε στον ουρανό. Πόσο γλυκιά είναι η τροφή που προσφέρει ο Θεός! Πόσο πλούσιο είναι το τραπέζι Του! Προσέλθετε!
Οι τυφλές ψυχές που ζούσαν μέσα στη σκοτεινή και νοτερή φυλακή, αντί να δεχτούν την πρόσκληση στους γάμους, έκαναν ένα πολύ φοβερό έγκλημα: θανάτωσαν το Σωτήρα, το Νυμφίο τους. Κι αυτό ακόμα όμως δεν εξάντλησε την υπομονή του Θεού. Ο Θεός μετέτρεψε το έγκλημά τους σε πηγή χαράς και ηδονής. Το σώμα και το αίμα του σταυρωμένου Κυρίου, που ήταν ασύγκριτα γλυκύτερα από τα στέατα, προσφέρονται στο τραπέζι του Βασιλιά. Προσέλθετε! Κοινωνήστε τη γλυκύτητα που ζηλεύουν ακόμα κι οι άγγελοι. Οι ποταμοί χαρίτων του παντοδύναμου και Ζωοποιού Αγίου Πνεύματος, είναι ελεύθεροι. Πάντα έτοιμα. Όλα είναι έτοιμα, τα πάντα. Όλα όσα χρειάζεται η μολυσμένη νύμφη για να καθαριστεί, οι πεινασμένοι να τραφούν, οι πληγωμένοι να γιατρευτούν, οι γυμνοί να ντυθούν, οι παράφρονες νά ’ρθουν στα λογικά τους, οι μέθυσοι να γίνουν νηφάλιοι, οι νεκροί ν’ αναστηθούν. Εδώ υπάρχει το βάπτισμα με νερό, με φωτιά, με πνεύμα. Εδώ θα βρείτε την ανάπαυση μετά τη νηστεία, τα φτερά τής προσευχής. Εδώ είναι το λάδι, ο άρτος κι ο οίνος. Εδώ υπάρχει η βασιλική ιερωσύνη για να σας καθοδηγήσει, εδώ η Εκκλησία της αγιότητας και της αγάπης. Όλες αυτές τις δωρεές φέρνει ο Νυμφίος στη νύμφη Του και τις τοποθετεί στο τραπέζι του Βασιλιά. Προσέλθετε, λοιπόν, στους γάμους.
«Οι δε αμελήσαντες απήλθον, ο μεν εις τον ίδιον αγρόν, ο δε εις την εμπορίαν αυτού· οι δε λοιποί κρατήσαντες τους δούλους αυτού ύβρισαν και απέκτειναν» (Ματθ. κβ΄ 5, 6). Δεν ωφελεί να προσφέρεις νόμιμο γάμο σε μια επαγγελματία πόρνη. Δε θα δώσει καμιά σημασία στο νόμιμο σύζυγό της. Έχει τόσο πολύ συνηθίσει στα είδωλά της, ώστε δεν μπορεί να κόψει τους δεσμούς της μαζί τους. Το είδωλο μιας άσωτης ψυχής είναι ο αγρός, μιας άλλης είναι το εμπόριο, μιας τρίτης κάτι άλλο. Ο αγρός υποδηλώνει το σώμα με τα σαρκικά πάθη του, το εμπόριο την απληστία, δηλαδή την απόκτηση ή τον εμπλουτισμό των φθαρτών αγαθών αυτού του κόσμου. Ο καθένας κατευθύνθηκε προς το είδωλό του, δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτα για το Νυμφίο. Άλλοι ένιωσαν προσβολή με την πρόσκληση και πήραν τους υπηρέτες του Βασιλιά, τους έβρισαν ή τους σκότωσαν. Με τον ίδιο τρόπο, σύντομα μετά το Γολγοθά, μυκτήρισαν και κακοποίησαν τους αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη (Πραξ. δ΄ 3) κι αργότερα θανάτωσαν τον αρχιδιάκονο Στέφανο, τον απόστολο Ιάκωβο και πολλούς άλλους.
«Ακούσας δε ο βασιλεύς εκείνος ωργίσθη, και πέμψας τα στρατεύματα αυτού απώλεσε τους φονείς εκείνους και την πόλιν αυτών ενέπρησε» (Ματθ. κβ΄ 7). Βασιλιάς είναι ο Θεός. Η οργή Του είναι η έσχατη εξάντληση της υπομονής Του, η ώρα που η ευσπλαχνία Του μετατρέπεται σε δικαιοσύνη. Στρατεύματα είναι ο ρωμαϊκός στρατός, φονείς είναι οι Ιουδαίοι και πόλις αυτών είναι η Ιερουσαλήμ. Η υπομονή του Θεού είναι αμέτρητη, ανεξάντλητη. Δεν τιμώρησε αμέσως τους Ιουδαίους μετά το θάνατο του Κυρίου Ιησού, περίμενε άλλα σαράντα χρόνια. Όπως ο Κύριος είχε αναλάβει να κάνει νηστεία για σαράντα μέρες, έτσι ο Δημιουργός της ανθρωπότητας μετά το Γολγοθά έκανε νηστεία υπομονής για σαράντα χρόνια. Δε βιαζόταν να τιμωρήσει τα εγκλήματα που διέπραξαν οι άνθρωποι εναντίον Του, για να μην πουν έπειτα: «Δες, ο Θεός είναι εκδικητικός. Ας εκδικηθούμε κι εμείς λοιπόν». Όχι. Ο Θεός μόνο μετά από σαράντα χρόνια επέτρεψε να τιμωρηθεί το έθνος των Ιουδαίων για τα εγκλήματα που έκαναν οι άρχοντές του εναντίον των δούλων Του.
Απ’ αυτό πρέπει να διδαχτούμε πως δεν πρέπει να ζητάμε εκδίκηση για αδικίες που έγιναν προσωπικά σ’ εμάς. Πρέπει να προσπαθούμε όσο γίνεται περισσότερο να διορθώνουμε τους άδικους. Γιατί ο Θεός ονομάζει στρατεύματά Του το ρωμαϊκό στρατό; Επειδή χρησιμοποίησε το στρατό αυτόν για να τιμωρήσει τον αχάριστο περιούσιο λαό Του. Όπως παλιότερα είχε χρησιμοποιήσει τα ειδωλολατρικά στρατεύματα της Ασσυρίας, της Αίγυπτου και της Βαβυλώνας για να τιμωρήσει και να προειδοποιήσει τους Ισραηλίτες, έτσι και τώρα χρησιμοποίησε τα στρατεύματα της Ρώμης για να τιμωρήσει το αχάριστο αυτό έθνος. Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες Βεσπασιανός και Τίτος, ο ένας μετά τον άλλον, κυριάρχησαν στην Ιερουσαλήμ και την κατέκαψαν, σκότωσαν πολλούς Ιουδαίους και σκόρπισαν τους υπόλοιπους στα τέσσερα σημεία του γνωστού τότε κόσμου. Αυτό που προφήτεψε ο Κύριος με την παραβολή τού Γάμου τού Υιού τού Βασιλιά, εκπληρώθηκε στο ακέραιο. Ας δούμε τώρα τι κάνει ο βασιλιάς μετά την τιμωρία και τον διωγμό των Ιουδαίων:
«Τότε λέγει τοις δούλοις αυτού· ο μεν γάμος έτοιμός εστιν, οι δε κεκλημένοι ουκ ήσαν άξιοι· πορεύεσθε ουν επί τας διεξόδους των oδών, και όσους εάν εύρητε καλέσατε εις τους γάμους» (Ματθ. κβ΄ 8, 9). Ο γάμος έτοιμός εστιν, είπε ο Θεός στους καινούργιους δούλους Του. Από την πλευρά μου, λέει ο Θεός, είναι όλα έτοιμα. Οι πρώτοι καλεσμένοι όμως δεν ήταν άξιοι και γι’ αυτό δεν μπορούσαν να έρθουν. Κοίταξαν μα δεν είδαν, γι’ αυτό και δε χάρηκαν. Αφουγκράστηκαν μα δεν άκουσαν, γι’ αυτό και δεν ανταποκρίθηκαν. Αγάπησαν περισσότερο τα είδωλα τα σωματικά, το μαμμωνά, τα πλούτη, γι’ αυτό και αρνήθηκαν την πρόσκληση. Ήταν δεμένοι με τις αλυσίδες της δουλείας στα κατώτερα, στα υποδεέστερα, γι’ αυτό και σήκωσαν τα χέρια τους εναντίον τού Υψίστου.
Τώρα, λοιπόν, πορεύεσθε επί τας διεξόδους των οδών και καλέστε όποιον βρείτε μπροστά σας. Ο Ισραήλ είναι σαν ένα περιφραγμένο αμπέλι. Αποδείχτηκε άκαρπο όμως. Γι’ αυτό βγείτε από τον αμπελώνα αυτόν, πηγαίνετε στα απερίφραχτα αμπέλια των ειδωλολατρών και καλέστε τους όλους. Ο Ισραήλ μοιάζει, με ένα κλειστό ενυδρείο, φίδια όμως έχουν αφήσει εκεί τ’ αυγά τους. Πηγαίνετε λοιπόν στα ανοιχτά και ρίξτε τα δίχτυα στη θάλασσα όλης της ανθρωπότητας. Ο Ισραήλ δείχνει να είναι ένα φυτώριο, βαλμένο μέσα στον αγρό τού Θεού, απ’ όπου θα μεταφυτεύονταν ευγενή φρούτα στον αγρό όλης της ανθρωπότητας. Το φυτώριο όμως έμεινε άγονο. Πηγαίνετε λοιπόν στον ανοιχτό αγρό της γης και φυτέψτε ευγενείς καρπούς.
Αυτό είναι το νόημα των λόγων που είπε μετά ο Χριστός: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. κη΄ 19). Επί τας διεξόδους των οδών, εννοούσε τον ειδωλολατρικό κόσμο, εκεί που οι δρόμοι τού καλού και τού κακού είναι ανηφορικοί και δύσβατοι. Τα δρομάκια έχουν αγκάθια κι οι μεγάλοι δρόμοι έχουν κροκάλες γλιστερές. Οι σπόροι τού Θεού εκεί είναι εκτεθειμένοι σε κάθε κίνδυνο. Ο Θεός κοίταζε αυτόν τον μεγάλο και πυκνοκατοικημένο κόσμο με την ίδια πατρική αγάπη και μέριμνα όπως και τον Ισραήλ. Τον φρόντιζε κι αυτόν, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Τον Ισραήλ τον καθοδηγούσε με αποκαλύψεις, με προφήτες και σημεία. Τα άλλα έθνη τα καθοδηγούσε με το να τους χαρίζει εσωτερική δύναμη συνείδησης και αντίληψης. Ήταν πολλοί εκείνοι που σώθηκαν από τους Ισραηλίτες, όσοι ήταν πιστοί και υπάκουοι. Ήταν πολλοί όμως και ανάμεσα στους ειδωλολατρικούς λαούς –όσοι ζούσαν σύμφωνα με τη συνείδηση και την αντίληψή τους. Τώρα, που ο Υιός του Θεού ήρθε στη γη και τον απέρριψε το προηγούμενο έθνος, ο Θεός άνοιξε διάπλατα σε όλους τον ένα και μοναδικό δρόμο.
«Και εξελθόντες οι δούλοι εκείνοι εις τας οδούς συνήγαγον πάντας όσους εύρον, πονηρούς τε και αγαθούς· και επλήσθη ο γάμος ανακειμένων» (Ματθ. κβ΄ 10). Αυτή είναι η Εκκλησία τού Θεού στη γη. Αυτή είναι η νέα Διαθήκη που κάνει ο Θεός με τον άνθρωπο στο όνομα τού Υιού Του, του Κυρίου Ιησού Χριστού. Μαζεύει (η Εκκλησία) όλα τα παιδιά τού Θεού κάτω από τις φτερούγες της, από Ανατολή και Δύση, από Βορρά και Νότο, απ’ όλους τους λαούς και τα έθνη της γης, απ’ όλες τις γλώσσες και τις τάξεις ανθρώπων. Αυτός είναι ο νέος περιούσιος λαός τού Θεού, ο νέος Ισραήλ, η καινούργια γενιά τού δίκαιου Αβραάμ. Ο παλαιός Ισραήλ απίστησε, αφού έπαιξε το ρόλο του ως περιούσιος λαός στην ιστορία της ανθρωπότητας. Τώρα ο Θεός δημιούργησε ένα καινούργιο κανάλι για τη σωτηρία των ανθρώπων: το νέο Ισραήλ. Για να εξηγήσουν τη στροφή τους από τον Ιουδαϊκό λαό στους ειδωλολάτρες, οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας είπαν στους πρώτους: «Υμίν ην αναγκαίον πρώτον λαληθήναι τον λόγον του Θεού· επειδή δε απωθείσθε αυτόν και ουκ αξίους κρίνετε εαυτούς της αιωνίου ζωής, ιδού στρεφόμεθα εις τα έθνη» (Πραξ. ιγ΄ 46). Έτσι έγινε η καινούργια επιλογή μιας νέας ανθρωπότητας, μια νέα ιστορία, νέα σωτηρία με τους αποστόλους και τους διαδόχους τους, καθώς η παλιά επιλογή ξεκίνησε και πραγματοποιήθηκε με τους πατριάρχες, το Μωυσή και τους προφήτες.
Η Εκκλησία του Θεού γέμισε με καλούς και κακούς, αφού όλοι κλήθηκαν. Η Εκκλησία της Παλαιάς Διαθήκης είχε χωρίσει τον κόσμο σε Ιουδαίους και μη Ιουδαίους. Η Εκκλησία της Καινής Διαθήκης χωρίζει σε καλούς και κακούς. Όλοι κλήθηκαν, καλοί και κακοί. Δε σώζονται όλοι όμως εκείνοι που απλά γίνονται μέλη της Εκκλησίας με το βάπτισμα. Ο Πολυεύσπλαχνος Κύριος φανερώνει την υπομονή Του στην Εκκλησία τής Καινής Διαθήκης, όπως έκανε και στην παλιά Εκκλησία. Ο σοφός οικοδεσπότης λέει στους υπηρέτες του να μην ξεριζώσουν τα ζιζάνια του σίτου αμέσως, αλλά να τ’ αφήσουν να ωριμάσουν και τα δύο και να είναι  έτοιμα για το θερισμό. Μέσα στα μεγάλα δίχτυα τού Χριστού μπαίνουν καλά και κακά ψάρια κι όλα τ’ αδειάζουν στην παραλία. Τότε μόνο ξεχωρίζουν τα καλά ψάρια από τα κακά. Ο ευαγγελιστής Λουκάς προσθέτει τα εξής στην εντολή τού βασιλιά: «Έξελθε ταχέως εις τας πλατείας και ρύμας της πόλεως, και τους πτωχούς και αναπήρους και τυφλούς και χωλούς εισάγαγε ώδε» (Λουκ. ιδ΄ 21).
Οι Ιουδαίοι θα σκέφτηκαν ότι έτσι ο Χριστός έκανε μια σωστή περιγραφή όλων των εθνών της γης, εκτός από τον εαυτό τους. Στην πραγματικότητα έτσι ήταν όλοι οι λαοί και τα έθνη στη γη, ωσότου γνώρισαν το Χριστό και κάθησαν στην πλούσια τράπεζα που τους παράθεσε με όλα τ’ αγαθά που χορηγούσε κι εξακολουθεί να χορηγεί στον κόσμο. Χωρίς το Χριστό είμαστε όλοι φτωχοί, ανάπηροι, χωλοί και τυφλοί. Μόνο ο Χριστός μπορεί να μας κάνει πλούσιους με τ’ αληθινά πλούτη Του. Μόνο Εκείνος μπορεί να μας θεραπεύσει απ’ όλες τις αρρώστιες μας, να μας στρέψει προς τα αγαθά έργα και να οδηγήσει τα πόδια μας στο δρόμο της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Μόνο Εκείνος μπορεί ν’ ανοίξει τα μάτια της ψυχής μας και να μας δώσει το φως για να δούμε τον αιώνιο προορισμό μας, που είναι γεμάτος από γαμήλια δώρα, από κάθε χαρά κι ευφροσύνη.
«Εισελθών δε ο βασιλεύς θεάσασθαι τους ανακειμένους είδεν εκεί άνθρωπον ουκ ενδεδυμένον ένδυμα γάμου, και λέγει αυτό· εταίρε, πώς εισήλθες ώδε μη έχων ένδυμα γάμου; ο δε εφιμώθη» (Ματθ. κβ΄ 11, 12). Ποιό είναι αυτό το ένδυμα γάμου; Το ένδυμα του γάμου της ψυχής είναι πρώτ’ απ’ όλα η αγνότητα. Γράφει στους πιστούς ο απόστολος Παύλος: «Ηρμοσάμην υμάς ενί ανδρί, παρθένον αγνήν παραστήσαι τω Χριστώ» (Β΄ Κορ. ια΄ 2). Η παρθενική αγνότητα και καθαρότητα είναι το πρώτο και βασικό ένδυμα της ψυχής. Στη συνέχεια ο ίδιος άποστολος λέει και σε άλλους πιστούς ποιο ένδυμα πρέπει να φοράνε: «Ενδύσασθε ουν, ως εκλεκτοί τού Θεού άγιοι και ηγαπημένοι, σπλάγχνα οικτιρμού, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν… επί πάσι δε τούτοις την αγάπην, ήτις εστί σύνδεσμος της τελειότητος» (Κολ. Γ΄ 12, 14). Αυτό είναι το ένδυμα της ψυχής, όταν συνάπτει γάμο με τον αθάνατο Χριστό.
Τη μεγαλύτερη δυνατή τελειότητα αγνείας της ψυχής, απ’ όλες τις επίγειες υπάρξεις, την έδειξε η πάναγνη και παναγία Παρθένος Μητέρα του Θεού, Εκείνη που έδωσε σάρκα άπο τη σάρκα της στον Κύριο και Σωτήρα μας. Κανένας από μας δεν μπορεί να έχει το Χριστό στην καρδιά του, αν η καρδιά αυτή δεν είναι εντελώς καθαρή, αν δεν είναι αμέριστα και ολοκληρωτικά δοσμένη στο Χριστό. Σαν αγνή παρθένος έχει μια μόνο αγάπη: την αγάπη της για τον Κύριο. Αυτό είναι το ένδυμα του γάμου της, φτιαγμένο από ύφασμα και χρυσό. Η αγνότητα κι η αγάπη κυοφορούν και πολλές άλλες αρετές, είτε τις αναφέρει ο απόστολος είτε όχι, που καρποφορούν πλούσια καλά έργα. Τα καλά έργα είναι τα στολίδια και τα διαμάντια που στολίζουν το ιμάτιο της αγνότητας και το χρυσοποίκιλτο ένδυμα της αγάπης.
Ο όσιος Μακάριος γράφει στην 15η Ομιλία του: «Με το ένδυμα γάμου κατανοούμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Εκείνος που δεν είναι άξιος να φορέσει το ένδυμα αυτό, δεν μπορεί να συμμετάσχει στη γαμήλια τελετή και στο συμπόσιο».
Όταν ο βασιλιάς πήγε και είδε τους καλεσμένους, είδε κι έναν που δε φορούσε αυτό το ένδυμα γάμου. Εταίρε, του είπε. Γιατί τον ονόμασε «εταίρο», φίλο Του; Πρώτο, για να δείξει πόσο εκτιμά την αξία τού ανθρώπου. Δεύτερο, επειδή Εκείνος, ο Θεός, είναι πραγματικά φίλος κάθε ανθρώπου, χωρίς διάκριση, εκτός αν ο άνθρωπος αυτός είναι ανάξιος κι απορρίπτει τη φιλία Του. «Υμείς φίλοι μού εστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν» (Ιωάν. ιε΄ 14), είχε πει ο ίδιος ο Κύριος στους αποστόλους. Αλήθεια, πόση συγκατάβαση και πόση μεγαλοκαρδία δείχνει ο Θεός στους ανθρώπους! Ο παντοδύναμος Δημιουργός και Κύριος των πάντων, ονομάζει φίλους Του τους αδύναμους ανθρώπους! Με την προϋπόθεση βέβαια πως εκτελούν τις εντολές Του.
Ο φιλοξενούμενος αυτός όμως δε φορούσε ένδυμα γάμου. Δεν έκανε το θέλημα του Θεού, διαφορετικά θα είχε βρει τέτοιο ένδυμα για να φορέσει. Γιατί λοιπόν ο Θεός τον ονομάζει φίλο Του; Επειδή είναι βαφτισμένος κι έτσι συγκαταλέγεται με τους πιστούς, λογαριάζεται ένας από τους φίλους τού Θεού. Καλώντας τον φίλο, ο Θεός τον επιτιμά επειδή δεν έμεινε πιστός στη φιλία του. Αυτός δεν έμεινε πιστός στη φιλία του με το Θεό, όχι ο Θεός απέναντί του. Ο δε εφιμώθη.
Τι θα μπορούσε ν’ απαντήσει; Πως δεν μπορούσε ν’ αγοράσει τέτοιο ένδυμα; Ή πως δεν μπορούσε ν’ αγοράσει ύφασμα για να το κόψει και να το ράψει στα μέτρα του; Όλα θα ήταν μάταια. Ο Θεός είχε προμηθεύσει όλους τους καλεσμένους μ’ ένα έτοιμο ένδυμα. Μόνο η καλή θέληση του έλειπε, για να βγάλει τα παλιά και βρώμικα ρούχα του της αμαρτίας και να φορέσει το καινούργιο ένδυμα της σωτηρίας, το χρυσοποίκιλτο γαμήλιο ένδυμα. Δεν το έκανε αυτό όμως και τώρα έμεινε σιωπηλός, δεν είχε τίποτα να πει.
«Τότε είπεν ο βασιλεύς τοις διακόνοις· δήσαντες αυτού πόδας και χείρας άρατε αυτόν και εκβάλετε εις το σκότος το εξώτερον εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων» (Ματθ. κβ΄ 13). Τα χέρια του τα είχε κιόλας δέσει με τις αμαρτίες του, όπως και τα πόδια του, με το να βαδίζει το δρόμο της ανομίας και της αδικίας. Από την παρούσα ζωή είχε κιόλας διαλέξει το σκοτάδι από το φως, τον βρυγμό και τον τρυγμό των οδόντων, αντί της αιώνιας ζωής. Είχε καταδικάσει τον εαυτό του στην απώλεια. Στο Θεό δεν απέμενε παρά ν’ απαγγείλει τη δίκαιη κρίση Του. Ο άθεος «σειραίς των εαυτού αμαρτιών σφίγγεται» (Παρ. ε΄ 22), μας λέει η Αγία Γραφή. Όπως ήταν δεμένος και συρόταν από τις αμαρτίες του ο αμαρτωλός αυτός, έτσι θα είναι δεμένος και στον άλλο κόσμο. Στην άλλη ζωή δεν υπάρχει μετάνοια. Το δέσιμο των χεριών και των ποδιών αυτό δείχνει. Πως δεν υπάρχει μετάνοια, πως δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα να κάνει κάτι ο άνθρωπος για να κερδίσει τη σωτηρία του και την είσοδό του στην ουράνια βασιλεία.
Ο Κύριος τελείωσε την υπέροχη και προφητική παραβολή Του με τ’ ακόλουθα λόγια: «Πολλοί γαρ εισι κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί» (Ματθ. κβ΄ 14). Τα λόγια αυτά ισχύουν τόσο για τους Ιουδαίους, όσο και για τους χριστιανούς. Ανάμεσα στους Ιουδαίους ήταν λίγοι οι εκλεκτοί, όπως λίγοι υπάρχουν κι ανάμεσα στους χριστιανούς. Όλοι εμείς οι βαφτισμένοι είμαστε καλεσμένοι στο τραπέζι του Βασιλιά, μόνο ο Θεός γνωρίζει όμως ποιοί είναι οι εκλεκτοί. Αλίμονο σ’ εκείνους από μας που θ’ ακούσουν τον Ύψιστο Βασιλιά να του λέει ενώπιον των αγγέλων και των αγίων: εταίρε, πως εισήλθες ώδε μη έχων ένδυμα γάμου; Τι ντροπή, τι ανώφελη ντροπή! Τι απώλεια, τι αναπότρεπτη απώλεια!
Είναι αλήθεια πως ο Θεός μας απευθύνει τα λόγια αυτά και τώρα, κάθε φορά που πλησιάζουμε στο ιερό για να κοινωνήσουμε, να ενωθούμε πνευματικά με το Νυμφίο Χριστό. Εταίρε, πως εισήλθες ώδε μη έχων ένδυμα γάμου; Ας τεντώσουμε τ’ αυτιά και τη συνείδησή μας όταν πλησιάζουμε το άγιο ποτήριο και θ’ ακούσουμε σίγουρα τα λόγια αυτά, αυτήν την επίπληξη. Εύχομαι τα λόγια αυτά του Θεού να μην επιφέρουν τον κλαυθμό και το βρυγμό των οδόντων, στο σκότος που θ’ ακολουθήσει τα τελευταία λόγια Του.
***
Ποιος μπορεί να μας εγγυηθεί πως ο Θεός δε θα μας πει τα λόγια αυτά σήμερα, για τελευταία φορά στην επίγεια ζωή μας; Ποιός μπορεί να εγγυηθεί πως η ψυχή του δε θα βρεθεί την ίδια αυτή νύχτα στην πανένδοξη ουράνια σύναξη, γύρω από το βασιλικό τραπέζι, φορώντας το λερωμένο ένδυμα της αμαρτίας; Ποιος θνητός άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει πως η σημερινή μέρα δεν είναι καθοριστική γι’ αυτόν, για ολόκληρη την αιωνιότητα; Λίγα δευτερόλεπτα ήταν αποφασιστικά για την τύχη των δύο ληστών στο σταυρό. Ο ένας τους στάθηκε ανίκανος να εκμεταλλευτεί τα λίγα αυτά δευτερόλεπτα και οδηγήθηκε στο απόλυτο σκοτάδι. Ο άλλος χρησιμοποίησε με σοφία και σύνεση τα λίγα αυτά δευτερόλεπτα: μετάνιωσε, ομολόγησε τον Υιό τού Θεού και ζήτησε τη σωτηρία του: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» (Λουκ. κγ΄ 42). Την ίδια εκείνη στιγμή η ψυχή του απεκδύθηκε το παλιό ένδυμα της αμαρτίας και φόρεσε το υπέροχο ένδυμα του γάμου. Ο μετανιωμένος ληστής παρουσιάστηκε στο βασιλικό τραπέζι στον παράδεισο, μαζί με τους εκλεκτούς.
Ας μην καθυστερήσουμε λοιπόν ούτε για μια μόνο στιγμή τη μετάνοιά μας. Κάθε στιγμή που περνάει ίσως να είναι η τελευταία που μας συγκαταριθμεί με τους κατοίκους αυτού του κόσμου. Ας καθαρίσουμε κι ας πλύνουμε γρήγορα την ψυχή μας, τουλάχιστο με τον ίδιο ζήλο που καθαρίζουμε το σώμα μας, που αύριο θ’ αποτελέσει τροφή για τα σκουλήκια. Ας την καθαρίσουμε με μετάνοια και δάκρυα, ας την πλύνουμε με νηστεία και προσευχή. Ας την ντύσουμε με ένδυμα υφασμένο με αγνότητα κι αγάπη, στολισμένο με καλά έργα, με συγχωρητικότητα και συμπάθεια. Ας κάνουμε αυτό το λίγο που ζητάει από μας ο Θεός. Εκείνος θα κάνει τα υπόλοιπα.
Όταν ένα παιδί φωνάζει στη μαμά του πως λερώθηκε, εκείνη το καθαρίζει, το πλένει και το αλλάζει. Πόσο ποιο εύσπλαχνος όμως είναι ο ουράνιος Πατέρας μας απ’ όσο είναι οποιαδήποτε μητέρα στα παιδιά της! Η αλήθεια είναι πως η ψυχή όλων των ανθρώπων είναι τόσο λεκιασμένη, που από μόνη της δε θα μπορούσε ποτέ να καθαριστεί και να γίνει άξια για να παρουσιαστεί μπροστά στο Θεό.
Ας συνειδητοποιήσει λοιπόν κάθε άνθρωπος τον πνευματικό του ρύπο. Ας νιώσει απέχθεια γι’ αυτόν μ’ όλη του την καρδιά κι ας κάνει αυτό το λίγο που μας ζητά ο Θεός. Το σπουδαιότερο που έχει να κάνει, είναι να κραυγάσει στο Θεό, να ζητήσει να τον καθαρίσει Εκείνος εν πυρί και πνεύματι. Ο Θεός περιμένει τέτοιες κραυγές από τα μετανιωμένα παιδιά Του, κρατώντας το καλλίτερο αγγελικό ένδυμα στα χέρια Του. Περιμένει πάντα για να καθαρίσει, να πλύνει, να φωτίσει, να χρίσει, με μύρο και να ντύσει όλους εκείνους που μετανοούν και κραυγάζουν.
Ας έχει δόξα ο πανεύσπλαχνος Θεός μας! Δόξα και αίνος στον ουράνιο Νυμφίο των ψυχών μας, τον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β΄ –ΟΜΙΛΙΕΣ Ε΄ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

ΑΝ ΗΞΕΡΑΝ ΤΙ ΤΡΑΠΕΖΙ ΕΙΝΑΙ!



«Ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου»
(Λουκ. 14, 24)

Ποιο το τραπέζι
Τραπέζι με εκλεκτά εδέσματα μπροστά μας. Ό,τι εκλεκτό, εύγευστο και ορεκτικό βρίσκεται πάνω στο τραπέζι.
-Μα, θα πείτε, διανύουμε περίοδο νηστείας. Για ορεκτικά και εύγευστα μας μιλάτε; Ο διάβολος εντείνει την επιθυμία μας και μας σπρώχνει να καταλύσουμε τη νηστεία και να φάμε!
Στ’ αλήθεια, πόσοι άραγε τηρούν τη νηστεία των Χριστουγέννων; Φαντάζομαι, λίγοι. Οι περισσότεροι, άλλοι από απιστία, άλλοι από ολιγοπιστία, άλλοι από αδιαφορία, άλλοι από άγνοια, άλλοι με πρόφαση κάποια αρρώστια, άλλοι από πραγματική αρρώστια, άλλοι από αρρωστοφοβία, έχουν κάνει πέρα τη νηστεία και καταβροχθίζουν ασύστολα και αδιάκριτα κάθε λογής φαγητό. Οι προφάσεις πολλές. Όταν πρόκειται να παραβούμε το θέλημα του Θεού, μύριες προφάσεις βρίσκουμε.
Υπάρχουν βέβαια και οι λίγοι που νηστεύουν και τη νηστεία των Χριστουγέννων, και περιμένουν τα Χριστούγεννα για να στρώσουν λαμπρό τραπέζι με εκλεκτά φαγητά.

Να όμως που σήμερα, πριν από τα Χριστούγεννα, στρώθηκε μπροστά μας τραπέζι πλούσιο. Συμβολικός ο λόγος του Ευαγγελίου. Συμβολικό και το πλούσιο τραπέζι της παραβολής του μεγάλου δείπνου.
Να περιγράψουμε το δείπνο; Είναι απερίγραπτα το μεγαλείο του, ο πλούτος του, η ομορφιά του, η γλυκύτητα του. Είναι ο δείπνος, το τραπέζι της χαράς και ευφροσύνης, που γεύονται όσοι δέχτηκαν την κλήση του Χριστού και έγιναν οι υιοί της βασιλείας του. Ο μεγάλος οικοδεσπότης είναι ο Θεός, ο στοργικός πατέρας όλων. Πεινούσαν οι άνθρωποι, πεινούσε ή ψυχή τους. Και τους το έστρωσε το τραπέζι. Είναι το τραπέζι του Ευαγγελίου του Χριστού. Το τραπέζι της Εκκλησίας. Το τραπέζι της χριστιανικής ζωής. Το τραπέζι τής χάριτος. Το τραπέζι της θείας Ευχαριστίας. Το τραπέζι της βασιλείας των ουρανών. Το τραπέζι της θείας ευφροσύνης.

Η ώρα του Δείπνου
Στρωμένο για όλους αυτό το τραπέζι. Ο ερχομός του Μεσσία, η γέννηση του Χριστού, σήμανε την ώρα του δείπνου. Πεινασμένες οι ψυχές στα προ Χριστού χρόνια, πόσο τη νοστάλγησαν αυτή την ώρα, πότε θα ερχόταν η στιγμή που θα γεύονταν τον άρτον της ζωής! Διψασμένες για την αλήθεια ψυχές, πόσο την πόθησαν τη στιγμή αυτή, να βρουν το κρυστάλλινο νερό της αλήθειας πάνω στο τραπέζι του Θεού, να ξεδιψάσουν! Κουρασμένες από την αμαρτία ψυχές, πόσο τη λαχτάρησαν αυτή τη στιγμή, για ν’ αναπαυθούν στο τραπέζι του Θεού, όπου προσφέρεται η τροφή και το πιοτό της λυτρώσεως!
Ήρθε η ώρα του δείπνου, η ώρα της Καινής Διαθήκης, η ώρα της νέας ζωής, της νέας εποχής. Και ακούγεται το σάλπισμα του ουρανού. Κάλεσμα στο δείπνο της εν Χριστώ σωτηρίας και λυτρώσεως: «Έρχεσθε, ότι ήδη έτοιμα εστι πάντα». Ελάτε, ετοιμάστηκαν τα πάντα. Η περίοδος της προετοιμασίας τελείωσε. Η στιγμή του εορτασμού έφτασε. Ελάτε, ελάτε! «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, κάγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11, 28).

Τρεις παραιτήσεις
Ελάτε! Μα σαν απογοήτευση να υπάρχει στην αρχή. Οι καλεσμένοι φαίνονται απρόθυμοι. Περιφρονούν την πρόσκληση. Αρνούνται να μετάσχουν. Κι ο καθένας βρίσκει και μια πρόφαση, που την προβάλλει για δικαιολογία Στον πρώτο υπάρχει το χωράφι. «Αγρόν ηγόρασα, και έχω ανάγκην εξελθείν και ιδείν αυτόν». Στο δεύτερο υπάρχουν τα πέντε ζευγάρια βόδια. «Ζεύγη βοών ηγόρασα πέντε, και πορεύομαι δοκιμάσαι αυτά». Στον τρίτο εμπόδιο είναι η γυναίκα. «Γυναίκα έγημα, και διά τούτο ου δύναμαι έλθείν».
Οι τρεις παραιτούνται. Υποβάλλουν με ευγένεια την παραίτηση τους. Δεν αντιλέγουν, δεν δυσανασχετούν, δεν μιλάνε άσχημα. Ευγενέστατοι είναι. Μα τι να την κάνης την ευγένεια τους, αφού τελικά έμειναν μακριά από το δείπνο, από το βασιλικό τραπέζι;... Ευγενέστατοι και πολλοί άνθρωποι σήμερα. Δεν σε βρίζουν, δεν σε κακομεταχειρίζονται, σαν τους καλέσεις στο τραπέζι του Χριστού και της Εκκλησίας. Υπάρχουν βέβαια και οι αγενείς και τραχείς και θρασείς, αυτοί που χυδαία αρνούνται και πολεμούν. Αλλ’ οι πολλοί φέρονται και συμπεριφέρονται ευγενέστατα. -Ξέρετε, θα ήθελα νάρθω στην εκκλησία, στο κήρυγμα, μα... –Θα ήθελα να διαβάζω Αγία Γραφή, μα... –Θα ήθελα να είμαι κοντά στο Θεό, μα... Αυτά τα «μα...» εισάγουν τις σύγχρονες προφάσεις.
Τρεις στην παραβολή οι προφάσεις• πολλές σήμερα. Όσοι άνθρωποι τόσες και προφάσεις και δικαιολογίες. Μα αν θέλαμε να τις συνοψίσουμε όλες σε τρεις ανάλογες με τις τρεις προφάσεις τής παραβολής, θα λέγαμε:

1. Είναι η μανία για απόκτηση κτημάτων και κτισμάτων. –Ν’ αγοράσουμε ακίνητα, να πάρουν αξία τα λεφτά μας, να τάχουμε, ώστε σαν ανέβει η τιμή τους, να τα πουλήσουμε, να γίνουμε πλούσιοι. Αγωνία μέχρι να βρούμε τα λεφτά, ν’ αγοράσουμε το ακίνητο. Αγωνία να το αποκτήσουμε. Αγωνία να το ξοφλήσουμε. Αγωνία να το αξιοποιήσουμε. Και όλη αυτή η αγωνία υποκλέπτει τόσο το χρόνο μας, όσο και την ψυχική ικμάδα μας. Πού χρόνος και πού όρεξη για πνευματικά πράγματα; -Ας τελειώσουμε το σπίτι και βλέπουμε...

Δεν νομίζετε, πως ένα μεγάλο πλήθος έχει απορροφηθεί απ’ αυτή τη μέριμνα και δεν νοιάζεται καθόλου για τα πνευματικά;
Η μανία των μέσων εργασίας. Όπως π.χ. η προσπάθεια για απόκτηση και η χρήση του αυτοκινήτου. Σήμερα κυκλοφορεί το αυτοκίνητο μας πρέπει να βγούμε έξω. Δεν έχουμε σήμερα καιρό για εκκλησιασμό...
Η μέριμνα της οικογένειας. Δεν μπορώ, έχω οικογένεια, έχω παιδιά, έχω έξοδα, έχω υποχρεώσεις, δεν ευκαιρώ...

Προτεραιότητα
Μα, θα πείτε, δεν μπορεί κάποιος να νοιάζεται για τα πράγματα που αναφέραμε, και συγχρόνως να νοιάζεται και για το τραπέζι του Θεού, για τις υποθέσεις της σωτηρίας; Στ’ αλήθεια, δεν μπορούσε ο πρώτος της παραβολής να πήγαινε στο δείπνο και ύστερα να πήγαινε και στο χωράφι του; Και δεν μπορούσε ο δεύτερος να δοκίμαζε πρώτα τα ωραία φαγητά τού δείπνου και ύστερα να πήγαινε να δοκιμάσει και τα βόδια του; Και ο τρίτος δεν μπορούσε να έπαιρνε και τη γυναίκα του μαζί και να πήγαινε στο τραπέζι;
Μπορούσαν. Ο Χριστός δεν απαγορεύει ούτε νάχης κάποιο ακίνητο δικό σου, ούτε νάχης τα μέσα για τη δουλειά σου, ούτε να ενδιαφέρεσαι για την οικογένεια σου. Εκείνο που έχει σημασία είναι η προτεραιότητα. Μέσα σου ποιο έχει προτεραιότητα: όλα αυτά ή ο Χριστός; «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6, 33).
Και τότε, αφού αυτοί οι τρεις μπορούσαν και το δείπνο ν’ απολαύσουν και τα βιοτικά να μην τα απαρνηθούν τελείως, γιατί τελικά αρνήθηκαν να πάνε στο δείπνο; Και ας το γενικεύσουμε το ερώτημα: Γιατί οι περισσότεροι αρνούνται να γευτούν, το δείπνο της χριστιανικής πίστεως; Γιατί μένουν μακριά από την Εκκλησία; Γιατί;

Γιατί δεν βρίσκονται στο τραπέζι τον Θεού;

1. Δεν έχουν πείρα της γλυκύτητας της χριστιανικής ζωής. Οι τρεις καλεσμένοι της παραβολής δεν είχαν ξαναμετάσχει σε τέτοιο τραπέζι. Δεν φαντάζονταν πόσο όμορφα θα ήταν στο βασιλικό τραπέζι... Έτσι και σήμερα. Πολλοί δεν ξέρουν τι μεγαλείο και τι πλούτος είναι η χριστιανική ζωή. Δεν έζησαν ποτέ σ’ όλο του το πλάτος και το βάθος τον Χριστιανισμό. Ακούνε για Χριστό, μα δεν τον έχουν ζήσει. Ακούνε για χριστιανική ζωή, μα δεν την έχουν δοκιμάσει. Ακούνε για τροφή πνευματική, μα ποτέ δεν την γεύτηκαν. Ζουν στο δικό τους κόσμο, έχουν τις δικές τους χαρές, έχουν τα δικά τους τραγούδια και αρέσκονται σ' αυτά.
Ο τυφλοπόντικας ζει μέσα στους υπονόμους και ικανοποιείται ρουφώντας το βούρκο και τρώγοντας ακαθαρσίες. Δεν ξέρει τι καθαρός αέρας και τι ευωδία υπάρχει έξω από τον υπόνομο. Ο χοίρος αρέσκεται να κυλιέται στη λάσπη, νάνε πάντα λασπωμένος. Δεν ξέρει τι θα πει καθαρότητα και λαμπρότητα. Έτσι είναι και πολλοί άνθρωποι. Τους αρέσουν οι βρωμιές των υπονόμων, η λάσπη της αμαρτίας. Δεν ξέρουν τι θα πει καθαρός αέρας, αγνή ζωή, ευωδία Χριστού, καθαρή καρδιά, ήσυχη συνείδηση. Να γιατί ακούς να λένε: -Έμενα μου αρέσει αυτή η ζωή. Εσύ πήγαινε στην εκκλησία σου, έμενα δεν μου αρέσει... Αν κάποτε δοκιμάσουν και γευτούν, τότε θα θρηνούν για τα χρόνια που έχασαν μέσα στη βρωμιά και το βούρκο. «Γεύσασθε και ίδετε, ότι χρηστός ο Κύριος» (Ψαλμ. 33, 9).
2. Άλλοτε αρνούνται να ζήσουν τη χριστιανική ζωή και να γευτούν τις απολαύσεις του μεγάλου δείπνου, γιατί έτσι συνήθισαν. Δεν τον ξεκολλάς εύκολα τον άνθρωπο από τον
τρόπο ζωής που έχει συνηθίσει. Δεν τον ξεκολλάς εύκολα από τις αμαρτωλές του έξεις. Έτσι έμαθε, ή μάλλον έτσι κακόμαθε. Το πάθος του έγινε έξις, δεύτερη φύσις. Το σέρνει μαζί του, όπως η χελώνα σέρνει μαζί της το καύκαλό της. Να γιατί παίζει σπουδαίο ρόλο η αγωγή του μικρού παιδιού. Αν από μικρό το παιδί συνηθίσει να προσέρχεται στο τραπέζι του Θεού, να εκκλησιάζεται, να διαβάζει Ευαγγέλιο, να εξομολογείται και να κοινωνεί, να ζει χριστιανική ζωή, δύσκολα θα ξεκοπεί. Κι αν ξεκοπεί, κάποτε θα ξαναγυρίσει. Ενώ ο μεγάλος δύσκολα αλλάζει, δύσκολα διορθώνεται, δύσκολα τον κουνάς από τη
θέση του. Είναι δυσκίνητος. -Πού να πάω τώρα εγώ; Έτσι συνήθισα.
3. Άλλος λόγος, που δεν προσέρχονται στο τραπέζι του Θεού είναι το ότι δεν έχουν όρεξη. Φαίνεται, ότι εκείνοι οι τρεις της παραβολής θα ήσαν χορτάτοι, δεν πεινούσαν. Αν πεινούσαν, τροχάδην θα πήγαιναν στο τραπέζι, που ήταν μάλιστα πλούσιο. Δεν έχουν όρεξη πολλοί άνθρωποι σήμερα. Και η όρεξη κόβεται ή από το πολύ φαγητό ή από αρρώστια. Άμα είσαι βαρυστομαχιασμένος, δεν έχεις όρεξη να φας, έστω και αν σου προσφέρουν μπιφτέκι. Και άμα είσαι άρρωστος και έχεις πυρετό, δεν έχεις όρεξη να φας, έστω και αν σου δίνουν μεζέδες αχνιστούς. Βαρυστομαχιασμένοι οι άνθρωποι απ’ τις χοιρώδεις τροφές του κόσμου, δεν φαίνεται να έχουν περιθώριο για πνευματική τροφή. Άρρωστοι πνευματικά, δεν έχουν όρεξη. Τα καλύτερα λόγια να τους λες, τις ωραιότερες ιδέες να τους προσφέρεις, για τις γλυκύτερες χαρές να τους μιλάς, τα ωραιότερα τραγούδια του Θεού να τους τραγουδάς, αυτοί δεν φαίνεται νάχουν όρεξη. Όλα τα αποστρέφονται.
4. Και ένας ακόμη λόγος, που αρνούνται το κάλεσμα τού Θεού, πούνε και ο σπουδαιότερος: Δεν έχουν εισιτήριο. Σε καλούν, σου κάνουν την τιμή να πας σε πλούσιο τραπέζι. Αλλά κάτι θα προσφέρεις και συ. Πρέπει να βαδίσεις μέχρι τον τόπο του παλατιού, να πλυθείς για να μην είσαι λερωμένος, να βάλεις και κάποιο ρούχο καθαρό πάνω σου. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος παρουσιάζοντας την ίδια παραβολή λέει, ότι ένα τον έβγαλαν έξω. Τον κάλεσε ό βασιλιάς, τον μάζεψε από τους δρόμους στο παλάτι, μα αυτός, αναιδέστατος, μπήκε έτσι όπως ήταν. Και του είπε ο οικοδεσπότης: «Εταίρε, πώς εισήλθες ώδε μη έχων ένδυμα γάμου;». Δηλαδή, δεν είναι μόνο απόλαυση των δωρεών του Θεού η χριστιανική ζωή. Είναι και καθήκοντα. Έχει και υποχρεώσεις. Απαιτεί και θυσίες. Προϋποθέτει και πίστη ακλόνητη και ζωή προσεκτική και έργα αγάπης. Α, όχι! Δεν θέλει ο άλλος υποχρεώσεις, δεν ανέχεται απαγορεύσεις, δεν υποφέρει τις στερήσεις, δεν αρέσκεται στις θυσίες. Με ένα λόγο: Δεν τον συμφέρει η χριστιανική ζωή, γι’ αυτό δεν την ζει, γι’ αυτό παρουσιάζεται ότι δεν πιστεύει.

Το τραπέζι πάντα θα υπάρχει
Για όλες αυτές τις προφάσεις οι πολλοί φεύγουν, αρνούνται, παραιτούνται. Στρατιές ολόκληρες μακριά από το Θεό, λίγοι κοντά στο Θεό. Και μερικοί αποθαρρύνονται και επηρεασμένοι από τα νούμερα λένε: Τι θα γίνει ο Χριστιανισμός; Μερικοί μάλιστα φτάνουν να μιλάνε και για ψυχορράγημα του Χριστιανισμού.
Μην αγωνιάτε, αγαπητοί, για το Χριστιανισμό, για την Εκκλησία. Για τους καλεσμένους να αγωνιάτε. Για τους ανθρώπους. Για τον εαυτό μας. Τρομακτικός ο λόγος: «Ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου», θα μείνουμε έξω; Αυτό να κοιτάξουμε. Όσο για το Χριστιανισμό, δεν υπάρχει φόβος. Πάντα θα βρίσκει τρόπους ο Θεός, να μαζεύει απ’ τους δρόμους και τις πλατείες, απ’ τα Έθνη και τους λαούς, τους συνδαιτυμόνες, τα μέλη της βασιλείας του. Μη φοβάστε, θα σβήσουν τα συστήματα του κόσμου. Ο Χριστός θα μείνει. Το τραπέζι του ακένωτο. Η χάρις του παντοτινή. Η δύναμίς του αήττητη, θα βρίσκει τρόπους ν’ αναγκάζει, δηλαδή να πείθει: με θαύματα, με γεγονότα, με κηρύγματα. Μακάρι νάμαστε σ’ εκείνους, που είναι συνδαιτυμόνες του τραπεζιού της βασιλείας του Θεού.

«ΕΠΤΩΧΕΥΣΕ» (Φέτος, ποὺ ἡ πατρίδα μας βρίσκεται σὲ τόσο δύσκολη οἰκονομικὴ συγκυρία, ἔχουμε τὰ ἐχέγγυα νὰ γιορτάσουμε τὰ πιὸ κοντινὰ στὸ ἀληθινὸ νόημά τους Χριστούγεννα).

«ΕΠΤΩΧΕΥΣΕ»
τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2123, 15.12.15
Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.             Μέσα σὲ λίγες λέξεις ὁ ἀπόστολος Παῦλος περικλείει ὅλο τὸ ἀνεξιχνίαστο μυστήριο τῆς ἄμετρης συγκαταβάσεως καὶ ἀπερινόητης κενώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἑορτάζουμε τὶς ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων. «Δι᾽ ἡμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν», γράφει (Β´ Κορ. η´ 9). Γιὰ μᾶς ἐπτώχευσε ὁ Θεός, ἐνῶ ἦταν πλούσιος.
.           Ἀνέκφραστο, ἀκατάληπτο μυστήριο ἡ θεία ἐνανθρώπηση. Ἡ κένωση τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἡ «μείωσή» Του, ἡ ταπείνωσή Του, ἡ πτώχευσή Του εἶναι ἄπειρη, ἀβυσσαλέα, ἐντελῶς ἀκατάληπτη στὸν ἀνθρώπινο νοῦ, καθ᾽ ὅσον μάλιστα καὶ ὁ πλοῦτος, ἡ δόξα τῆς Θεότητος, τὸ ἀπαστράπτον μεγαλεῖo μέσα στὸ ὁποῖο βρίσκεται ὁ Θεός, πάλι ἐντελῶς ἀνέκφραστα, ἀκατάληπτα καὶ ἀπερινόητα εἶναι στὸν φτωχό, ἀδύναμο ἄνθρωπο.
.            Ἐπτώχευσε λοιπὸν ὁ πλούσιoς Θεός! Κι αὐτὴ Του τὴν πτωχεία τὴν εἴδαμε οἱ ἄνθρωποι σὲ ὅλη τὴν ἐπὶ γῆς ζωή Του, ἀπὸ αὐτὴ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς θείας Του ἐνανθρωπήσεως. Διότι ποῦ ἐπέλεξε νὰ γεννηθει ὁ Χριστός; Μήπως σὲ κανένα παλάτι; Ἀλλὰ οὔτε ἕνα ἁπλὸ σπίτι δὲν βρέθηκε νὰ φιλοξενήσει τὴν ἔγκυο μητέρα Του, τὴν Παναγία Παρθένο, προκειμένου νὰ γεννήσει. Τόσο ἐκφραστικὰ τὸ ἀναφέρει στὴ σχετικὴ διήγησή του ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «καὶ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι» (β´ 7). Σπάργανα φτωχικὰ καὶ σταῦλος καὶ παχνὶ τῶν ζώων, προκειμένου νὰ ἀνακλιθεῖ ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων· Αὐτὸς μπροστὰ στὸν Ὁποῖο ὑποκλίνονται μὲ φόβο καὶ δέος οὐράνια καὶ ἐπίγεια καὶ καταχθόνια!
.               «Τί δὲ εἴπω, ἢ τί λαλήσω;», ἀναφωνεῖ καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. «Τέκτονα καὶ φάτνην ὁρῶ, καὶ βρέφος καὶ σπάργανα, λοχὸν παρθένου τῶν χρειῶν ἔρημον, ὅλα πτωχείας ἐχόμενα, ὅλα πενίας γέμοντα. Εἶδες πλοῦτον ἐν πενίᾳ πολλῇ; πῶς πλούσιος ὢν δι᾽ ἡμᾶς ἐπτώχευσε; πῶς οὔτε κλίνην, οὔτε στρωμνὴν εἶχεν, ἀλλ᾽ ἐπὶ ξηρᾶς ἔρριπτo φάτνης;». Τί νὰ πῶ καὶ τί νὰ λαλήσω; Μαραγκὸ βλέπω καὶ φάτνη, βρέφος καὶ σπάργανα, παρθένο λεχώνα χωρίς οὔτε τὰ ἀπαραίτητα, ὅλα μέσα στὴ φτώχεια, ὅλα μέσα στὴν ἀνέχεια. Εἶδες πλοῦτο μέσα στὴν τόση φτώχεια; Πῶς, ἐνῶ εἶναι πλούσιος, ἐπτώχευσε γιά μᾶς; πῶς οὔτε κρεβάτι, οὔτε στρῶμα εἶχε, ἀλλὰ μέσα σ᾽ ἕνα ξερὸ παχνὶ εἶχε τοποθετηθεῖ; (ΕΠΕ 35, 484).
.           Ἀπερινόητη ἡ πτωχεία τοῦ πλουσίου Θεοῦ …
.           Καὶ παρέχει πλοῦτο πολὺ σ᾽ ἐκεῖνον ποὺ θὰ θελήσει νὰ τὴν ἀκολουθήσει κι ὁ ἴδιος στὴν ζωή του.
.           Ἀληθινά, ὑπάρχει κάποιος μυστηριώδης πλοῦτος μέσα στὴ χριστομίμητη φτώχεια. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἐμακάρισε τοὺς φτωχούς. «Μακάριοι οἱ πτωχοί», εἶπε (Λουκ. ϛ´ 20). Εἶναι μακάριοι οἱ φτωχοί, ὄχι ἐπειδὴ αὐτὴ καθεαυτὴν ἡ φτώχεια ἀποτελεῖ θεία εὐλογία, ἀλλὰ ἐπειδὴ αὐτὴ ὁδηγεῖ τοὺς φτωχοὺς στὸ νὰ θέτουν τὸν ἑαυτό τους, τὴν ὅλη ὕπαρξή τους, τὴν οἰκογένεια καὶ τὴν περιουσία τους σὲ ἄμεση ἐξάρτηση ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ φτώχεια βοηθεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ προδιαθέτει τὴν ψυχή του στὴν ἁγία ταπείνωση, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν κυριότερο ἀγωγὸ τῆς Χάριτος καὶ εὐλογίας τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Ὁ φτωχός, ὅταν τὴν φτώχεια του τὴν δέχεται καὶ τὴν ἀντιμετωπίζει κατὰ Θεόν, πολὺ εὔκολα καθίσταται καὶ ταπεινός, καὶ ἄρα ἀμέσως πλούσια εὐλογημένος καὶ χαριτωμένος ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ἅγιος Θεὸς ποτὲ δὲν ἐγκαταλείπει τὸν ταπεινό, ἐκεῖνὸν ποὺ δὲν στηρίζεται μὲ αὐτοπεποίθηση στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ ὅλη τὴν ζωή του τὴν ἐξαρτᾶ μὲ ἀκλόνητη πίστη καὶ ἐλπίδα ἀπὸ τὴν θεία Πρόνοια .
.            Φέτος, ποὺ ἡ πατρίδα μας βρίσκεται σὲ τόσο δύσκολη οἰκονομικὴ συγκυρία, ἔχουμε τὰ ἐχέγγυα νὰ γιορτάσουμε τὰ πιὸ κοντινὰ στὸ ἀληθινὸ νόημά τους Χριστούγεννα· ὄχι ὅπως τὰ γιορτάζαμε μέχρι τώρα, μὲ τὸν εὐρωπαϊκό, ἄκρως ἀντιπvευματικὸ τρόπο, βυθισμένοι σὲ μιὰ παραμυθένια γοητεία ὑλιστικῆς αὐτάρκειας καὶ φαντασμαγορίας, ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἦρθε ὁ Χριστὸς στὴν γῆ μας.
.           Ἐν πτωχείᾳ!
.           Καὶ ὑλική: Νὰ περάσουμε τὶς γιορτὲς μὲ ἐλαχιστοποίηση τῶν ὑλικῶν μας ἀπαιτήσεων, μὲ λιτότητα στὸ φαγητό, τὸν ρουχισμὸ καὶ τοὺς στολισμούς μας. Ὅ,τι τυχὸν μᾶς περισσεύσει, νὰ τὸ δώσουμε σ᾽ ἐκείνους ποὺ στεροῦνται καὶ τῶν βασικῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν.
.           Ἀλλὰ κυρίως μὲ πvευματικὴ πτωχεία: ταπείνωση, μετάνοια, ὁμολογία τῆς ἔνοχής μας, τῆς ἀποστασίας μας ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ ἅγιο θέλημά Του, ὁλόθερμη προσευχή, ἐκζήτηση τοῦ θείου ἐλέους γιὰ τὶς οἰκογένειες καὶ τὴν πατρίδα μας, ὑπομονὴ καὶ ἐγκαρτέρηση.
.           Ἔτσι θὰ γιορτάσουμε ἀληθινὰ Χριστούγεννα. Μόνο ἔτσι θὰ καταλάβουμε τὴν παρηγοριὰ ποὺ ἦρθε νὰ φέρει ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, τὴν ἀγάπη Του, τὴν χαρά Του, τὴν ἐλπίδα Του.
.           Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων. Αὐτὸς ὁ ἀληθινὸς πλοῦτος, ποὺ προκύπτει μέσα ἀπὸ τὴν κατὰ Θεὸν πτωχεία, τὴν ὁποία μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του ὁ Κύριος Ἰησοῦς μᾶς ἐδίδαξε.

Οι Προπάτορες του Κυρίου



Δύο Κυριακές προ των Χριστουγέννων, η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, μάς καλεί σήμερα να τιμήσουμε την μνήμη όλων των κατά σάρκα προγόνων και προπατόρων του Κυρίου, ανδρών και γυναικών, τα ονόματα των οποίων θα ακούσουμε αναλυτικά στην Ευαγγελική περικοπή της ερχόμενης Κυριακής, προ της Γεννήσεως του Χριστού. Πρόκειται για ανθρώπους που, ενώ έζησαν στην προ Χριστού μακραίωνη περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, στον κόσμο του νόμου και όχι της χάριτος, είχαν προσανατολισμένη την ζωή τους στην προοπτική της ελεύσεως του Σωτήρα, βιώνοντας, με τον τρόπο αυτό, ζωή εν Χριστώ, προ Χριστού.
Πρόκειται για ανθρώπους που βίωσαν την προσωπική τους δικαίωση και την επιβεβαίωση της πίστης τους με την Γέννηση, την Σταύρωση και την εκ νεκρών Ανάσταση του αναγγελμένου από τον Θεό Σωτήρα, που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Οι άνθρωποι αυτοί δεν υπήρξαν απλά στην ιστορία, όπως τα αναρίθμητα πλήθη των ανθρώπων που πέρασαν απ’ αυτή τη γη. Το πέρασμά τους έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένο στην ιστορία και στην μνήμη της Εκκλησίας, γιατί έζησαν προσδοκώντας τον μεγάλο Αναμενόμενο. «Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να υπάρχεις και στο να ζεις. Πολλοί άνθρωποι υπάρχουν. Λίγοι, όμως, πραγματικά ζουν. Μόνο εκείνοι που ευχαριστούνται στις εντολές Του και αγαλλιούν στην πραγματοποίηση του θελήματός Του θα περάσουν πέρα από την απλή ύπαρξη και θα βρουν την πραγματική ζωή…»1 Ο εορτασμός της μνήμης των Αγίων Προπατόρων και η διάσωση των ονομάτων τους από τις Ευαγγελικές περικοπές των ημερών δεν είναι τυχαία γεγονότα. Γίνονται, πρωτίστως, για να καταδειχθεί η ιστορικότητα του προσώπου του Χριστού και για να γίνει αποδεκτό, πέρα από κάθε αμφισβήτηση, ότι «ο Ιησούς, όντας Υιός του Θεού, έχει έλθει «εν σαρκί», ως πραγματική ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτή η διαβεβαίωση ήταν άκρως σημαντική στον καιρό των Αποστόλων και στις πρώτες Χριστιανικές γενιές, γιατί, άσχετα με ό,τι συμβαίνει σήμερα, ο πειρασμός της πρώιμης περιόδου του Χριστιανισμού δεν ήταν η άρνηση της Θεότητος του Ιησού, αλλά η άρνηση της πραγματικής και αυθεντικής Του ανθρωπότητας»2 Οι Άγιοι Προπάτορες τιμώνται, επίσης, για να καταδειχθεί η εκπλήρωση των επαγγελιών και υποσχέσεων του Θεού προς τον Αβραάμ, ότι ο Σωτήρας θα προέλθει από το δικό του γένος και προς τον Δαυίδ ότι ο Χριστός θα καθίσει πάνω στον δικό του θρόνο και θα βασιλεύσει σε μια βασιλεία που δεν θα έχει τέλος. Αυτό, όμως, που ιδιαίτερα πρέπει να προσεχθεί στο σημείο αυτό είναι ότι ο Θεός εκπληρώνει τις υποσχέσεις του, παρά το γεγονός ότι ο λαός Του δεν παραμένει πάντα πιστός. Ανάμεσα στους Προπάτορες, από τους οποίους προήλθε, κατ’ άνθρωπον, ο Χριστός, «υπάρχουν και αμαρτωλοί και ειδωλολάτρες. Με μια λέξη, ο Ιησούς δεν προέρχεται μόνο από δικαίους και αγίους, αλλά και από πονηρούς και αμαρτωλούς». Κορυφαίο παράδειγμα ο Δαυίδ, ο οποίος υπέπεσε σε πλήθη μεγάλων αμαρτιών και, εντούτοις, κατέχει κορυφαία θέση μεταξύ των Αγίων Προπατόρων. Η στάση αυτή του Ιησού είναι καθοριστική για την στάση της Εκκλησίας, διαχρονικά, έναντι της αμαρτίας και των αμαρτωλών, όλων μας δηλ. Ο Χριστός και η Εκκλησία Του στηλιτεύουν την αμαρτία και καλούν όλους να αγωνιζόμαστε για την απαλλαγή από τα δεσμά της. Την ίδια, όμως, στιγμή δέχεται την μετάνοια των αμαρτωλών, δεν κλείνει τις θύρες της καρδιάς του σε εκείνους που, ναι μεν αμαρτάνουν, αλλά, αυτοκατακρινόμενοι και μετανοούντες, αναζητούν την χάρη και το έλεος του Θεού. Από τέτοιους ανθρώπους, από τους μετανοημένους αμαρτωλούς, μπορούν να προέλθουν δοχεία αγιότητος σαν κι αυτά των Αγίων Προπατόρων, που εορτάζουμε σήμερα και είθε πάντα να λειτουργούν ως υποδείγματα πίστεως και μετανοίας για όλους μας.

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Γαμήλια γιορτή (Λουκ. ιδ΄16-24) Anthony Bloom




Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Πόσο συχνὰ ἔχουμε ἀκούσει τὴν σημερινὴ παραβολὴ γιὰ κείνους ποὺ κλήθηκαν στὴ Γαμήλια Γιορτὴ τοῦ Βασιλιᾶ, καὶ ἀρνήθηκαν νὰ πᾶνε. Ὁ ἕνας εἶχε ἀποκτήσει ἕνα κομμάτι γῆς· νόμιζε ὅτι τοῦ ἀνῆκε· στὴν πραγματικότητα ἦταν τόσο δεμένος ποὺ δὲν μποροῦσε ν’ ἀποδεσμευτεῖ ἀπ’ αὐτὴν· ἦταν φυλακισμένος σ’ αὐτὸ ποὺ νόμιζε ὅτι τοῦ ἀνῆκε. Καὶ τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ ὅ,τι νομίζουμε ὅτι κατέχουμε· μᾶς ἀρκεῖ νὰ κρατᾶμε στὰ χέρια μας τὸ πιὸ ἀσήμαντο πράγμα – καὶ αὐτὸ τὸ χέρι γίνεται ξένο πρὸς ἐμᾶς· δὲν μποροῦμε πλέον νὰ τὸ χρησιμοποιήσουμε, δὲν μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσουμε τὸ μπράτσο μας, ὅλο τὸ σῶμα μας ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κατέχουμε ἤ φανταζόμαστε ὅτι κατέχουμε: εἴμαστε δέσμιοί του.


Ἄλλοι ἄνθρωποι ἀρνήθηκαν νὰ ἔλθουν ἐπειδὴ εἶχαν ἀγοράσει πέντε ζευγάρια βόδια: ἔπρεπε νὰ τὰ δοκιμάσουν, ἔπρεπε νὰ τελειώσουν μιὰ ἐργασία, εἶχαν ὅπως νόμιζαν μιὰν ἀποστολὴ στὴ ζωή τους, γιὰ τοῦτο τὸν λόγο δὲν εἶχαν χρόνο γιὰ ὁτιδήποτε πέρα ἀπ’ ὅ,τι ἀποτελοῦσε τὴν προσωπική τους μέριμνα.

Καὶ ὁ τελευταῖος ποὺ κλήθηκε ἀρνήθηκε νὰ πάει ἐπειδὴ ἡ καρδιά του ἦταν γεμάτη ἀπὸ τὴ χαρὰ του, ἔχοντας παντρευτεῖ, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸν γάμο κάποιου ἄλλου; Ἦταν γεμάτος ἀπὸ τὴν δικὴ του χαρὰ - πῶς θὰ μποροῦσε νὰ συμμετέχει στὴ χαρὰ κάποιου ἄλλου;

Κι ἔτσι ὅλοι τους ἀρνήθηκαν τὸ κάλεσμα.

Τοὺτη ἡ παραβολὴ δὲν μᾶς ἀφορᾶ ἄμεσα; Ὁ καθένας μας κατέχει κάτι ποὺ θεωρεῖ τόσο σημαντικὸ ποὺ εἶναι ἕτοιμος νὰ γυρίσει τὴν πλάτη του στὸν Θεὸ - ναὶ, στὸν Θεὸ: δὲν ὐπάρχει χρόνος γιὰ προσευχή, γιὰ λατρεία. Τὴν ἴδια ὥρα ἀπορρίπτουμε ἄλλους ἀνθρώπους ποὺ μᾶς χρειάζονται, ἐπειδὴ εἴμαστε ἀπασχολημένοι μὲ τὶς δουλειὲς μας;

Καὶ πόσο συχνὰ συμβαινει νὰ εἴμαστε γεμάτοι ἀπὸ χαρὰ ἤ λύπη - ἀλλὰ ἀνήκουν σ’ ἐμᾶς, τὰ ἔχουμε κλείσει στην καρδιά μας, δὲν ἔχουμε χρόνο γιὰ τὴν λύπη ἥ τὴν χαρὰ κάποιου ἄλλου.

Ἀλλὰ τότε, τὶ θὰ πρέπει νὰ κάνουμε; Κάθε Κυριακὴ στὴν Θεία Λειτουργία ἀκοῦμε, «πᾶσαν τὴν βιοτικὴ ἀποθώμεθα μέριμναν»· σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν γῆ ὅπου ζοῦμε, τὶς μέριμνές μας, τὶς χαρές καὶ τὶς λύπες ποὺ ἔρχονται στὸν δρόμο μας; Ὄχι!

Ἀλλὰ ὑπάρχει ἴσως μία ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα στὶς γραμμὲς ποὺ προηγοῦνται τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς στὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, ποὺ μᾶς λέει: Ἀναστηθήκατε μὲ τὸν Χριστό; Βρίσκεστε ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται; Εἶναι ἡ ζωή σας κρυμμένη μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ εἰς τὸν Θεό; Τὶ σημαίνει πραγματικὰ αὐτὸ γιὰ μᾶς; Σημαίνει ὅτι ἄν εἴμαστε νεκροὶ μὲ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ στὸ κάθε τι ποὺ καταστρέφει τὴν ἀγάπη, τὴν συμπόνοια, στὸ κάθε τι ποὺ ἔχει σὰν κέντρο του τὸν ἐγωισμό, ποὺ εἶναι ἀγάπη γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ποὺ δὲν ἀφήνει χῶρο γιὰ κανέναν παρὰ γιὰ τὸν ἑαυτό μας - ἐὰν εἴμαστε νεκροὶ γιὰ ὅλα αὐτὰ, καὶ ἔχουμε ἀποδεχτεῖ τὴν ζωὴ μὲ τοὺς ὅρους τοῦ Χριστοῦ, ἕτοιμοι νὰ ζήσουμε γιὰ τοὺς ἄλλους, γιὰ τὸν Χριστὸ, νὰ ζήσουμε γιὰ τὴν χαρὰ καὶ τὴν ζωὴ ἐκείνων ποὺ βρίσκονται γύρω μας – τότε ἔχουμε ἀναστηθεῖ μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, καὶ ἡ ζωή μας εἶναι πραγματικὰ κρυμμένη μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ εἰς τὸν Θεό, βρίσκεται στὰ ἴδια τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς θεϊκῆς ἀγάπης! Καὶ τότε μποροῦμε νὰ γυρίσουμε πρὸς τὴν γῆ· τότε, ἀντὶ νὰ κατέχουμε μποροῦμε νὰ ὑπηρετοῦμε, ἀντὶ νὰ ὑπερισχύουμε μποροῦμε νὰ προσπαθοῦμε νὰ γίνει ἡ δική μας γῆ ἐλεύθερη, μέσα ἀπὸ μιὰ πράξη ἀγάπης, ἀπὸ μιὰ πράξη εὐλάβειας, νὰ γίνει γῆ τοῦ Θεοῦ, νὰ μπορεῖ νὰ φέρει καρποὺς, ὄχι σὰν νὰ βιάζεται ἀπὸ μᾶς, σὰν νὰ ἀνήκει σὲ μᾶς μὲ τὴ βία, ἀλλὰ προσφέροντάς μας τοὺς καρπούς της μέσα ἀπὸ μιὰ πράξη σωτήριας καὶ ἀνταποδοτικῆς ἀγάπης. Τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τὰ ἔργα μας· καλούμαστε νὰ διακονήσουμε, καλούμαστε νὰ φτιάξουμε μιὰ ζωὴ ποὺ νὰ εἶναι γιὰ ὅλους πράξη ἐνδιαφέροντος, ἀγάπης, φροντίδας – τότε, ὅ,τι κάνουμε γίνεται ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἀποκτάει νόημα καὶ δὲν μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεὸ.

Κι ἄν ἡ χαρὰ ἔχει ἔλθει στὴν καρδιά μας, εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ· ἄν ἡ θλίψη ἔχει ἔλθει στὴν καρδιά μας, μποροῦμε νὰ τὴν παρουσιάσουμε στὸν Θεό, γιὰ νὰ γίνει ἕνα μέσα στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας!

Ἄς προβληματιστοῦμε πάνω σ’ αὐτό! Ἄς παραμερίσουμε ὅλες τὶς μέριμνες τούτης τῆς ζωῆς, ποὺ πάει νὰ πεῖ νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι καὶ ὄχι φυλακισμένοι: Ὁ Χριστὸς ἦλθε νὰ μᾶς ἐλευθερώσει. Καὶ τότε ἡ γῆ καὶ ὁ μόχθος μας καὶ οἱ χαρές καὶ οἱ θλίψεις μας θὰ γίνουν κομμάτι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τότε πραγματικά, ἡ ζωή μας θὰ βρίσκεται κρυμμένη μὲ τὸν Χριστό στὸν Θεό, ἀλλὰ ἕναν Θεὸ ποὺ διάλεξε ν’ ἀγαπήσει τόσο τὸν κόσμο ὥστε νὰ ἐνδυθεῖ τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, νὰ γίνει ἄνθρωπος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, νὰ φέρει στοὺς ὤμους Του τὴν ἀνθρώπινη μοῖρα, τὴν κτιστότητα, τὴν ζωὴ σ’ ἕναν ἁμαρτωλὸ κόσμο, τὶς συνέπειες τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας, καὶ ἀκόμα τὴν ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι αὐτὸ ποὺ σκοτώνει. Καὶ ἀφοῦ, μέσα ἀπὸ μιὰ πράξη σωτηριολογικὴ καὶ λυτρωτική, τὰ ἀποδέχτηκε ὅλα, ἀναστήθηκε, καὶ ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς μπορεῖ νὰ εἰσέλθει στὴν αἰώνια ζωή, τὴ ζωὴ τῆς ἀνάστασης ἑνώνοντας τὴ ζωή του μὲ αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν.

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2014/12/blog-post_87.html#ixzz3trBPwsE1

Το Άθλημα της Πίστεως-(Κυριακή των Προπατόρων)

Το Άθλημα της Πίστεως

(Κυριακή των Προπατόρων) γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή
 Στο απολυτίκιο της εορτής των Αγίων Προπατόρων αναφέρεται ότι «εν πίστει τους Προπάτορας εδικαίωσας, την εξ Εθνών διαυτών προμνηστευσάμενος Εκκλησίαν». Πόσο βαθειά νοήματα έχουν αυτά τα λόγια, αν τα προσέξετε! Εδικαιώθησαν οι Προπάτορες, που αποτελούν το θεμέλιο της Εκκλησίας, και που φανερώνουν την αφορμή της σχέσεως του Θεού μετά των ανθρώπων πρακτικά.


Και ποίοι ήσαν οι Προπάτορες; Άνθρωποι φυσικά, εθνικοί. Όπως και όλοι οι άνθρωποι, εθνικοί ήσαν τότε. Μετά την πτώσι, ο άνθρωπος τα έχασε και ακολουθούσε τον ιδικό του δρόμο. Και ο Θεός εξέλεξε από το σύνολο των ανθρώπων μερικούς, τους οποίους εκάλεσε να τον πιστεύσουν και να τον ακολουθήσουν. Και επείσθησαν. Δια της πίστεως απεδέχθησαν την κλήσι αυτή του Θεού και έγιναν φίλοι Του, ούτως ώστε, όταν ο Θεός απεκαλύφθη, να λέγεται «εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ».

Με την πίστι την οποία απεδέχθησαν και ακολούθησαν τον Θεό, έφθασαν σε τέτοιο ύψος, ούτως ώστε ο Θεός, όταν αποκαλύπτεται, να αποκαλείται Θεός αυτών. Και κατά αυτό τον τρόπο να δημιουργείται μια σχέσι, μια αγχιστεία, μια συγγένεια πλέον, μεταξύ ανθρώπων και Θεού. Και αυτός ο πανίσχυρος δεσμός να γεννάται μόνο από την πίστι. «Εν πίστει τους Προπάτορας εδικαίωσας». Βλέπετε τι μεγάλο πράγμα είναι η πίστι; Αυτό ακριβώς ζητά ο Θεός από τον άνθρωπο. Και ακούομε εν συνεχεία από τον Απ. Παύλο τον ωραίο εκείνο ύμνο. Διότι δεν είναι απλώς μια επιστολή, ένα σύγγραμα, που έγραψε ένας φωτισμένος άνθρωπος. Αυτός είναι ένας θεοΰφαντος ύμνος. «Οι Άγιοι Πάντες δια πίστεως» - και αρχίζει να λέη εκεί βέβαια για τους Προπάτορες-«κατηγωνίσαντο βασιλείας, ειργάσαντο δικαιοσύνην, επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας, εγεννήθησαν ισχυροί εν πολεμώ, παρεμβολάς έκλιναν αλλοτρίων έλαβον γυναίκες εξ αναστάσεως τους νεκρούς αυτών άλλοι δε ετυμπανίσθησαν..., έτεροι δε εμπαιγμών και μαστιγών πείραν έλαβον, έτι δε δεσμών και φυλακής· ελιθάσθησαν, επρίσθησαν, επειράσθησαν...» (Εβρ. 11, 33-37) και συνεχίζει όλο τον υπέροχο ύμνο τον οποίο γνωρίζετε.

Και όλα αυτά τα άθλα, όλοι οι θρίαμβοι οι οποίοι παρέτειναν και ολοκλήρωσαν την σχέσι της ανθρωπινής φυλής μετά του Θεού, εγεννήθησαν από την πίστι. Αυτή είναι, που μας σώζει. Η πίστι είναι που προεκτείνεται και στον καθένα μας και στο σύνολο των πιστών και αυτό ακριβώς είναι που δικαιώνει τα πάντα.

Ερχόμεθα τώρα σε ένα βαθύτερο μυστήριο. Όλοι αυτοί οι Προπάτορες, ήσαν εκείνοι, οι οποίοι εξ αποκαλύψεως ήσαν κεκλημένοι και άρα εις αυτούς τους ανθρώπους επρόκειτο να δοθούν οι ευλογίες, διότι ο Θεός τους προώρισε και τους εκάλεσε και έμεινε μαζί τους, ούτως ώστε να καυχάται ότι είναι Θεός αυτών. Αυτοί έλαβαν κατευθείαν τις επαγγελίες και κατά πρόσωπο ωμιλούσαν με τον Θεό. Και όμως όλοι αυτοί παρόλη την βεβαιότητα της επαγγελίας η οποία επεφαίνετο επάνω τους αποτελεσματικά, εκέρδισαν την Θεοσέβεια, την ευσέβειά τους και γενικά την προς τον Θεό στροφή τους, με ένα περιεκτικό σταυρό, δηλαδή με θλίψεις, με οδύνες, με διωγμούς, με ταλαιπωρίες, και σχεδόν παρήλθαν από τον κόσμο αυτό, χωρίς να ιδούν τίποτε από όλα εκείνα τα οποία τους υπεσχέθη ο Θεός, παρά μόνο σύμβολα και κατά περιόδους διάφορες αντιλήψεις. Βλέπετε το μυστήριο; Εις αυτή την κοιλάδα του Κλαυθμώνος, οι Θείες επαγγελίες από μέρους βλέπονται, από μέρους γινώσκονται και από μέρους αποκαλύπτονται. Εδώ ακριβώς είναι που εφαρμόζεται το «τις σοφός και φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου» (Ψαλμ. 106,43).

Αυτός είναι ο τρόπος, με τον οποίο εμείς οι κεκλημένοι δια της πίστεως μένομε και εφαρμόζομε την υπόσχεσί μας προς τον Θεό και τις επαγγελίες Του. Πάλι ερμηνεύοντες δια της πίστεως, μέσα σε μια απέραντη μακροθυμία, υπομονή και καρτερία, μέσα στις διάφορες δοκιμασίες από πειρασμούς, θα τελειωθούμε και εμείς καθώς όλοι οι γιοι. Προχωρούμε λοιπόν με την ιδία πίστι, που δεν είναι πλέον αφηρημένη, διότι οι επαγγελίες ήλθαν, το πλήρωμα του χρόνου έφθασε και έγινε η σάρκωσι του Θεού Λόγου και παρουσιάστηκε ο «της μεγάλης βουλής άγγελος» (Ζαχ. 9,6). Η πίστι μας είναι συγκεκριμένη, διότι ήλθε ο Μονογενής Υιός του Θεού. Τον είδαμε, Τον εψηλαφήσαμε, Τον ακούσαμε και ήδη Τον κατέχομε. Τώρα, σε μας, η πίστι είναι κάτι παραπάνω. Δεν είναι η απλή εκείνη πίστι των Προπατόρων, που προσδοκούσαν, ότι οπωσδήποτε σύμφωνα με την υπόσχεσί Του ο Θεός θα έλθη κάποτε και θα σώση τους απογόνους των και γενικά όλη την ανθρωπότητα. Επεράσαμε τα όρια αυτής της εισαγωγικής πίστεως και εισήλθαμε στην υψηλότερα πίστι, της πραγματικής πλέον παρουσίας της επαγγελίας του Θεού. 

Τώρα πλέον με αναπεπταμένο το φρόνημα, χωρίς ποτέ να φοβούμεθα, είμεθα πεπεισμένοι ότι, εφόσον ο Κύριος μας εκάλεσε και ευρισκόμεθα πλέον στο δρόμο αυτό τον στενό, τον τεθλιμμένο, πού ανάγει στον Γολγοθά, θα ιδούμε και την ανάστασι.

Οι διάφορες αντιξοότητες και πειρασμοί που προκύπτουν, είτε από τον σατανά, είτε από τα τόσα άλλα που υπάρχουν μέσα στην ζωή μας, δεν είναι κάτι το οποίο μας απειλεί, μας φράζει τον δρόμο, μας γεννάαμφιβολία, αλλά είναι τα μυστικά  εκείνα πρακτικά μέσα, δια των οποίων κατεργάζεται το μυστήριο του Σταυρού. Είναι οι τρόποι μέσω των οποίων θα αποδείξωμε την πίστι μας ορθή, για να δικαιούμεθα της επαγγελίας Του. Όταν βλέπωμε πειρασμούς, σηκώνομε το ανάστημά μας και συνεχίζομε, διότι η παρουσία των είναι σαφής απόδειξι, ότι η Θεία Χάρις, η οποία μας εκάλεσε και μας έβαλε μέσα στον δρόμο της γνώσεως, ευρίσκεται αυτή την ώρα μαζί μας και μας ερεθίζει για το βραβείο της προαγωγής. Τι χρειαζόμεθα τώρα; Καρτερία και υπομονή. Περισσότερο όμως η καρτερία και η υπομονή μας θα γιγαντώνεται, όταν το θέμα του πειρασμού, οποιουδήποτε πειρασμού, άγεται προς το θέμα της αγάπης του πλησίον μας. Εκεί θα είναι περισσότερο η προσοχή μας. Γιατί η αποκαλυφθείσα αλήθεια, «η Καινή Κτίσις», ο Ιησούς μας, αφού μας απέδειξε με όλη την λεπτομέρεια τον τρόπο της καταγωγής μας, τον τρόπο της σχέσεως μας μετά του Θεού και τανάπαλιν, απεφάσισε να μας πη και μία καινή εντολή, «Εντολή καινήν δίδωμι υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιωάν. 13,34). Και όπως γνωρίζετε, από τις ερμηνείες των Πατέρων μας, «εκ του πλησίον ημών εστίν η σωτηρία». Υπερτονίζουν οι Πατέρες ότι η εντολή της αγάπης είναι το κεφάλαιο όλων των αρετών και εντολών. Δεν είναι μια ελεύθερη αρετή, την οποία κατά βούλησι κανείς κατεργάζεται. Για μας είναι καθήκο, γιατί αυτό είναι το έμβλημά μας, είναι το ένσημό μας, που αποδεικνύει από που καταγόμεθα και που κατευθύνεται ο δρόμος μας.

Γι’αυτό να είστε προσεκτικοί. Κάθε εντολή που προήλθε από το στόμα του Θεού, για μας είναι δόγμα.  Αλλά η εντολή της αγάπης, είναι κάτι παραπάνω. Γιατί, βλέπετε, ότι Αυτός Ούτος ο Ιησούς μας, που είναι το κέντρο της αγάπης μας, ονομάζεται καθαυτό Αυτοαγάπη. «Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αύτω» (Α’ Ιωάν. 4,16). 

Ιδού λοιπόν. Εάν θέλωμε να «μείνωμε εν τω Θεώ και να μείνη ο Θεός εν ημίν», δεν υπάρχει άλλος τρόπος και άλλος δρόμος από το νόημα της αγάπης. Γι’αυτόνα μην είστε πρόχειροι μέσα στον δαίδαλο των παρεξηγήσεων, που είναι το ευχερέστερο εργαλείο του σατανά, για να προκαλή συγκρούσεις και διαφωνίες. Εκεί να εντείνετε την προσοχή σας. Προκειμένου να πληγώσετε την αγάπη, καλύτερα να διαρρήξετε ο,τιδήποτε ευρίσκεται μπροστά σας. Κατά την γνώμη των Πατέρων, εκείνος ο οποίος πταίει στην αγάπη, είναι όμοιος με τον δούλο εκείνο που εράπισε στην παρειά τον Ιησού.

Δεν εννοούμε, ότι δήθεν μόνο με την αγάπη, με μόνο μια λέξι, προδιαγράφαμε και χαρακτηρίζομε την χριστιανική μας ζωή. Γιατί η αγάπη είναι αποτέλεσμα. Μαζί με την προσοχή μας στη φυλακή πασών των εντολών, περισσότερο στρέφεται το ενδιαφέρο μας εις αυτό τον δεσμό. Γιατί, αν τούτο κρατήσωμε, να είσθε βέβαιοι, ότι εξουδετερώνεται ο σατανάς. Είναι ο "σύνδεσμος της τελειότητας".

Όλοι οι πειρασμοί, όταν επικρατήσουν, πράγματι μας βλάπτουν και μας φράζουν τον δρόμο. Ένα έχουν σκοπό· να διαβρώσουν την αγάπη. Ο σατανάς πλάθει υποθέσεις και γεγονότα που στην ουσία είναι ανύπαρκτα και συγχίζει τον νου του ανθρώπου, που τον βρίσκει είτε στην κόπωσί του, είτε στην αδυναμία του, είτε στην συστολή της Χάριτος· και προσπαθεί να τον πείση να πιστέψη στις παρεξηγήσεις και να αρχίση να μέμφεται, να πονηρεύεται, να υπονοή, να κατηγορή, να υποψιάζεται κατά του άλλου και έτσι χαλαρώνει τον δεσμό της αγάπης που μας οδηγεί στην τελειότητα.

Το ότι είμεθα πιστοί, αυτό δεν είναι τυχαίο, για μας ιδίως τους μοναχούς. Εμεσολάβησε προσωπικά η ενέργεια της Μακαριάς Θεότητος. Κοιτάξετε τι λέει ο Ιησούς μας. «Ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν» (Ιωάν. 6,44). Δεν είπε ουδείς έρχεται προς με, εάν μη ο Πατήρ μου καλέση αυτόν. Διότι κλήσι γίνεται και από μακριά, με την φωνή, με ένα σύνθημα, με ένα νεύμα, με κάποιο άλλο μέσο. Εδώ δεν είναι έτσι. Είναι έλξι. Δηλαδή λέει ο Ιησούς μας, δεν ήλθετε σε μένα, αλλά ο Πατήρ μου πρώτος σας τράβηξε, σας ήλκυσε και σας έφερε κοντά μου. Να η ενέργεια του Πατρός. Και πάλι λέει. «Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη διεμού» (Ιωάν. 14,6). Διότι «Εγώ ειμί η οδός, η Θύρα και η ζωή». Να η δευτέρα ενέργεια του δευτέρου προσώπου. Και «ουδείς» λέει ο Παύλος «δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν, είμη εν Πνεύματι Αγίω» (Α’ Κορ. 12,3).

Και το ότι εμείς σήμερα ευρισκόμεθα μέσα στην οσμή της γνώσεως του Θεού, αυτό πλέον είναι απόδειξι - δεν είναι ένδειξι, δεν είναι σύμβολο, δεν είναι σημείο - ότι ενήργησε η Μακαριά Θεότης μέσα στην παναγάπη Της. Γιατί ο Θεός δεν κάνει λάθη και τα χαρίσματά Του είναι αμεταμέλητα. Είδατε τότε στην δημιουργία, όταν εβουλήθη ο Θεός να κατασκευάση την κτίσι, με πόση αρμονία και θεοπρεπή σύνεσι ετέθησαν τα πάντα, ούτως ώστε να είναι λίαν καλώς; Και στην κατασκευή του ανθρώπου, προετοίμασε τα πάντα - φως, γην, θάλασσα, εφύτευσε τον παράδεισο - και μετά έκανε αυτόν δια τον οποίο "τα πάντα εγεννήθησαν".

Το ίδιο και τώρα στην ανάπλασι και κάτι παραπάνω, διότι έχομε «περίσσειαν Χάριτος», κατά τον Παύλο. Ναι, γιατί αυτή την ώρα δεν «είπε και εγεννήθησαν», ο Μονογενής Λόγος του Θεού, αλλά ήλθε προσωπικά και εφόρεσε την ιδική μας φύσι και εβάδισε μαζί μας, ανέβηκε στον Σταυρό και με τα ημαγμένα Του δάκτυλα εσφράγισε την σωτηρία και κατέστρεψε την παγκόσμιο αμαρτία και συνέτριψε τον σατανά. Άνοιξε τον παράδεισο και εκαυχήθη ότι «θέλω, ίνα όπου ειμί εγώ, κακείνοι ώσι μετεμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν» (Ιωάν. 17, 24). Αυτά συγκλονίζουν. Αυτές είναι θέσεις, δεν είναι διηγήματα. Είναι η Επαγγελία του Πατρός, με λίγα λόγια, η κληρονομιά μας. Και όλα αυτά επιτυγχάνονται με την πίστι.

Κρατούντες αυτή την πίστι, ότι μας εκάλεσε ο Θεός, δεν αμφιβάλλαμε πλέον, δεν διερωτώμεθα. Εκείνο το οποίο φοβούμεθα και στενάζαμε είναι μήπως νυστάξωμε και γελαστούμε και αντί να βαδίζωμε προς ανατολάς, που είναι η κατευθύνουσα οδός, γυρίσωμε προς δυσμάς, με την ιδική μας ραθυμία. Αυτός είναι ο φόβος μας, μήπως ραθυμήσωμε, μήπως ξεχαστούμε. Αλλά πάλι και τούτα είναι έωλα, γιατί λέμε, πως είναι δυνατό να γίνη αυτό, αφού ο Θεός, εγνώριζε από πριν ότι είμεθα αδύνατοι και πάλι δεν απεποιήθη της αγάπης Του, να καλέση και εμάς, «τα μωρά και ασθενή και τα εξουθενημένα και τα μη όντα» (Α’ Κορινθ. 1,27-28). 

Η εορτή των Προπατόρων, πράγματι μας συγκινεί. Όπως εκάλεσε αυτούς ο Θεός και τον ακολούθησαν και εβάστασαν με τον τρόπο τους τον Σταυρό τους και επέτυχαν των επαγγελιών, έτσι και εις εμάς έγινε κάτι πιο σπουδαίο. Γιατί εις εμάς υπάρχει όχι η προσδοκία, αλλά η απόδειξι του παρόντος και του μέλλοντος, που κατέχαμε δια της πίστεως προς τον Ιησού μας και δια της αποδείξεως της αγάπης Του και της Χάριτός Του, που ενεργεί μέσα στις ψυχές μας. Με αυτά ας ετοιμαζόμεθα να προσκυνήσωμε και την εορτή της γεννήσεως Του και να εορτάσωμε την ιδική μας αναγέννησι.

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2012/12/blog-post_1142.html#ixzz3trAv4GYT

Η ΖΩΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ «ΑΚΙΝΗΣΙΑΣ» ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΚΙΝΗΣΙΑ ΤΗΣ «ΚΙΝΗΣΗΣ» ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ



Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, ἀπό τήν ἱστοσελίδαfloga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 13ο, στίχοι 10 ἔως 17, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 5-12-2004.

Θά ἔλεγε κάποιος πώς ἀκούσαμε ἕνα ἀκόμη θαῦμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἐπειδή τό θαῦμα ἀκριβῶς κινεῖται στόν χῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ μυστηρίου τῆς ἀγάπης Του, παρόλο πού φαινομενικά δηλώνει τί γίνεται, μέσα σέ αὐτό τό θαῦμα κρύβεται μιά ὁλόκληρη διεργασία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί τῆς καρδιακῆς ἀνταποκρίσεως τοῦ ἀνθρώπου σέ αὐτό τό θαῦμα πού κάνει. Αὐτή ἡ περικοπή πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο, τόσο ἁπλά κατανοητή, προσδιορίζει, στά ἐσωτερικά της πολύ μυστικά μεγέθη, πολύ βαθιές καρδιακές διεργασίες πού εἶναι ἀνοιχτές καί γιά μᾶς, φυσικά, γιά τή λειτουργία τοῦ δρόμου τοῦ θαύματος μέσα ἀπό ἄλλες διαδικασίες, πέρα ἀπό τόν τρόπο πού ἐμεῖς τό καταλαβαίνουμε σάν ἔκτακτο γεγονός, μέσα ἀπό τό ὁποῖο γίνεται κάτι ξαφνικά ἐπάνω μας.

Προσέξτε -καί πρέπει νά προσέξουμε- τίς λεπτομέρειες τῆς περικοπῆς. Ἐδῶ προσδιορίζεται πάρα πολύ συγκεκριμένα, σχεδόν μέ τρεῖς λέξεις (κάτι πού δέν εἶναι σύνηθες), τό εἶδος τῆς ἀρρώστιας τῆς γυναίκας, θαρρεῖς καί γράφει κάποιος ἕνα ἰατρικό δελτίο. Λέει «συγκύπτουσα, μή δυναμένη ἀνακῦψαι» καί μάλιστα «εἰς τό παντελές». Δέν εἶναι σύνηθες τό γεγονός τῆς περιγραφῆς τῆς ἀρρώστιας «τριτῶς», μέ αὐτόν τόν τρόπο πού γίνεται ἐδῶ πέρα καί θέλει κάτι νά προκαλέσει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, γιά τή διεργασία τῆς βαθιᾶς ἑρμηνείας τοῦ κειμένου. Δηλώνεται λοιπόν μιά ἀκινησία τῆς γυναίκας:

«Συγκύπτουσα», «μή δυναμένη ἀνακῦψαι» καί «εἰς τό παντελές». Ταυτόχρονα ὅμως, ἀπ᾽ ὅ,τι φαίνεται, ἀπ᾽ ὅ,τι ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες πού προσεγγίζουν τήν περικοπή, μές στήν καρδιά τῆς γυναίκας τῆς ἐξωτερικά ἀκίνητης λειτουργεῖται μιά πολύ βαθιά κίνηση. Εἶναι μυστική κίνηση πού δέν φαίνεται στό κείμενο. Ἁπλῶς συλλαμβάνουμε τήν κίνησή της μέ ἕναν τρόπο ἀποφατικό ὄχι γιατί κάνει κάτι, οὔτε λέει τίποτε (εἶναι τελείως σιωπηλή), [ἀλλά] ἀπό τή λέξη πού λέει τό κείμενο, ὅτι ὁ Χριστός «προσεφώνησε» αὐτή. 

Ὁ Χριστός, παρόλο πού μᾶς ἀγαπάει ἀτέλειωτα, δέν παρεμβαίνει ποτέ διά ἐξωτερικῶν γεγονότων γιά νά παρέμβει στήν ἐλευθερία μας. Ἐδῶ τό «προσεφώνησε» καί μάλιστα «προσεφώνησε» (δίνεται ἐπίφαση στό γεγονός τοῦ ἤχου τῆς φωνῆς) σημαίνει πού ὁ Χριστός ἀνταποκρίνεται σέ αὐτή τή βαθιά ἐσωτερική μυστική κίνηση πού κάνει ἡ γυναίκα, ἡ ἀκίνητη γυναίκα, ἀλλά κινούμενη καρδιακά πρός τόν Χριστό, ἀπ᾽ ὅ,τι φαίνεται μέ ἕναν τρόπο ἡσυχαστικό, βαθιά νηπτικό, ἀσκητικό. 

Αὐτή ἡ γυναίκα, πολύ μυστικά, πολύ κρυφά ἀσκήθηκε σέ αὐτή τήν κίνηση πρός τόν Χριστό καί ὁ Χριστός ἀνταποκρίνεται προσφωνῶν αὐτήν. Καί φαίνεται πού ἔτσι εἶναι τά πράγματα, πώς ἡ γυναίκα οὔτε διαμαρτύρεται γιά τήν ἀρρώστια, οὔτε περιγράφει τήν ἀρρώστια ἡ ἴδια, δέν κάνει τίποτε, παρά μόνο καταλήγει νά ἐμφανιστεῖ αὐτό τό μυστικό δομικό στοιχεῖο πού ἔχει πάνω της μέ τό ὅτι δοξολόγησε τόν Θεό. Καμιά ἄλλη κουβέντα. Ἐκρήγνυται ὅλη αὐτή ἡ ἐσωτερική κίνηση σέ μιά δοξολογία καί ἔρχεται ἕνα πρῶτο βασικό συμπέρασμα μέσα ἀπό τήν πορεία τῆς περικοπῆς, ὅτι ἡ βαθιά κίνηση ἡ ἐσωτερική ὁρίζει τά πράγματα γιά τή ζωή μας, ὅπου ὁ Χριστός ἀνταποκρίνεται κι Ἐκεῖνος μέ ἕναν μυστικό τρόπο, ἔστω μέ μιά φωνή πού προσεφώνησε, σέ αὐτή μας τήν κίνηση.

Εἶναι ὁλόκληρη ἡ πνευματική ζωή τοῦ χριστιανοῦ, πού εἶναι μιά πολύ βαθιά κίνηση, ἐν ἀντιδιαστολῇ μέ τόν περίγυρο τῆς περικοπῆς πού ἀκούσαμε (ὅλοι ἐκεῖνοι πού ἔβλεπαν καί ἀνέλυαν τό γεγονός, γιατί καί πῶς, εἶναι Σάββατο…). Μιά ἀνάλυση, μιά λογοκρατία, μιά κυριαρχία πληθωρικότητας τοῦ λόγου, πού εἶναι οὐσιαστικά μιά ἀκινησία γιά τή λύση τῶν προβλημάτων τοῦ κόσμου. Ὅλη αὐτή ἡ δεδηλωμένη ἀναζήτηση μέ ἕνα δυναμικό τρόπο, μέ λόγια, μέ ἐκφράσεις, μέ φιλοσοφίες, γιά τό τί θά γίνει γιά τόν κόσμο, δηλώνει αὐτή τήν ὁριζόντια, τελείως δαιμονιώδη κίνηση. Δαιμονιώδης εἶναι ἡ κίνηση ἡ ὁποία δέν καταλήγει στόν Θεό. Εἶναι ἁπλῶς μιά κίνηση πού παλινδρομεῖ συνεχῶς μέ ἕναν σπειροειδῆ τρόπο καί δέν καταλήγει πουθενά, μιά συνεχής ἀναζήτηση. Αὐτό κάνει ὁ περίγυρος. Ἔχει φαινομενικά κίνηση καί ἔχει μιά νεκρή ἀκινησία καί κάνει ἡ περικοπή ἐδῶ πέρα αὐτή τήν ἀντιπαραβολή τῆς πληθωρικῆς σιωπῆς μέ τήν πληθωρική κίνηση καί ἀπορρίπτεται ἡ πληθωρική κίνηση ἄν δέν ὑπάρχει πληθωρική αὐτή ἡ ἡσυχία καί ἡ βαθιά κίνηση πρός τόν Χριστό μας. Καί γίνεται τό θαῦμα καί ἁπλῶς ὁ κόσμος γύρω χαίρει, χωρίς νά προσδιορίζει τί ἔγινε. Ξέρουν ὅτι κάτι βαθύ ἔγινε.

Καί ἀνοίγεται ἕνας δρόμος στή ζωή μας. Εἶναι πολύ βαθιά μυστικός. Ἡ πνευματική ζωή εἶναι ἕνα μυστήριο, δέν ὁρίζεται μέ συντεταγμένες. Ἡ Ἐκκλησία ἁπλῶς δίνει τρόπους καί αὐτοί οἱ τρόποι χαράζουν ἕνα βαθύ μυστήριο μέσα μας. Λέει «μετάνοια», λέει «νηστεία», λέει αὐτά πού λέει. Μέσα ἐκεῖ πέρα ὑπάρχει μιά ὁλόκληρη σιωπηλή κίνηση πρός τόν Χριστό πού καταργεῖ καί ἀναιρεῖ ὁποιαδήποτε διαμαρτυρία, ὁποιαδήποτε ἀνάλυση τοῦ «πῶς» καί τοῦ «γιατί», τοῦ «ἔτσι» καί τοῦ «ἀλλιῶς», «γιατί εἴμαστε;». Καί καταλήγει αὐτή ἡ κίνηση πρός τόν Χριστό καί γίνεται ἁπλῶς μιά δοξολογία. Στή χαρά καί στή λύπη ὅλα εἶναι δοξολογία καί ὁ Χριστός ἀνταποκρίνεται μυστικά καί ἡ γυναίκα ἡ ὁποία δέν κινεῖται πιά εἶναι κινούμενη, γιατί ὁ ἅγιος εἶναι κινούμενος καί ἔχει μιά ἀτέλειωτη κίνηση, πού πάει στόν οὐρανό. Αὐτή λοιπόν ἡ ἀντιπαραβολή τῆς κίνησης καί τῆς ἀκινησίας ὁρίζει πραγματικά καί μπορεῖ πραγματικά νά δώσει νόημα στή συνεχῶς ταραγμένη καί κινούμενη, ἀναζητοῦσα ἐποχή μας μέ τόσο πολλά λόγια.

Ἡ ὀρθόδοξη ζωή ἔχει αὐτή τή βαθιά κίνηση καί τότε, ὅταν τή βρεῖς, καί μιλᾶς καί σωπαίνεις εἶσαι στόν Χριστό κοντά. Ἄν δέν τήν βρεῖς, καί μιλᾶς καί σωπαίνεις εἶσαι δαιμονιώδης. Ἀκολουθεῖς αὐτήν τήν πορεία, εἰδάλλως, πραγματικά, καί μή ζώντας τήν Ὀρθοδοξία καί μιλώντας γιά τό κάλλος της, γιά τούς μεγάλους θησαυρούς της, δέν θά κάνουμε αὐτή τή βαθιά κίνηση, καί κρίνεται ὁλόκληρη ἡ ζωή μας. Καί τότε ὁ Χριστός ἀνταποκρίνεται φωνάζοντας πρός ἐμᾶς, προσφωνῶν πρός ἐμᾶς καί ἐμεῖς πιά δοξολογοῦμε τόν Θεό καί τίποτε ἄλλο καί ἐκεῖ τελειώνει ὅλη ἡ ἱστορία. Τελειώνει καί ἀρχίζει ξανά, καί εἶναι καί πάλι μιά κίνηση καί πάλι μιά σιωπή καί πάλι μιά θεραπεία ἀπό τόν Χριστό. 

Εὐχόμαστε, λοιπόν, αὐτόν τόν μυστικό τρόπο τῆς ἀναιρέσεως τῆς δυναμικῆς τοῦ κόσμου τοῦ δικοῦ μας ἔτσι νά τόν ζήσουμε καί τότε πραγματικά θά βροῦμε τό κάλλος τῶν προτάσεων τῆς ὀρθοδόξου Παραδόσεώς μας.