Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Οι παραβολές των ταλάντων και της εσχάτης Κρίσεως

του Μανώλη Σκαρσούλη



(Κατά Ματθαίον 25, 14-30 και 25, 31-46)
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ
«προσελθών ο τα πέντε τάλαντα λαβών προσήνεγκεν άλλα πέντε τάλαντα λέγων κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας ίδε άλλα πέντε τάλαντα εκέρδησα, έφηξ αυτώ ο κύριος αυτού εύ, δούλε αγαθέ και πιστέ επί ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω.
            Οι παραβολές σημαίνουν κάτι που για να εκφρασθεί χρειάζεται μια ιστορία εξ ολοκλήρου πλαστή και ότι στα Ευαγγέλια  τις χαρακτηρίζει μια εσχατολογική δυναμική και προοπτική το πιστοποιεί, μεταξύ άλλων, και η παραβολή των ταλάντων.  Η παραβολή των ταλάντων ανήκει στις λεγόμενες παραβολές της Κρίσεως και την παραδίδουν μόνο ο Ματθαίος και ο Λουκάς (19, 11-27).  Μάλιστα ο τελευταίος με αξιοσημείωτες, όχι όμως και καταλυτικές διαφορές στην κοινή και για τους δύο πνευματική συνάφεια, καθώς τοποθετεί την αφήγηση στην σκιά των ιστορικών γεγονότων που ακολούθησαν τον θάνατο του Ηρώδη του Μεγάλου, το 4 μ.Χ. και την Σταύρωση / Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Ο γιός του Ηρώδη Αρχέλαος ταξίδεψε στην Ρώμη για να ζητήσει από τον Αύγουστο να τον ανακηρύξει βασιλέα της Ιουδαίας, αλλά παράλληλα κατέφθασε και αντιπροσωπεία πενήντα Ιουδαίων για να εμποδίσει αυτή την αναγνώριση.  Η αποστολή των πενήντα απέτυχε και ο Αρχέλαος επέστρεψε θριαμβευτής.  Ο Φλάβιος Ιώσηπος, που καταγράφει στη Ιουδαϊκή αρχαιολογία τα διατρέξαντα, δεν κάνει λόγο για εκ των υστέρων εκδικητική συμπεριφορά του Αρχελάου.  Εννοείται, ο χριστιανός αναγνώστης της παραβολής προσελάμβανε την επάνοδο του «λαβόντος την βασιλεία» κυρίου ως συμβολισμό της επιστροφής του Χριστού και οριστική φανέρωση της Θείας Βασιλείας. Αυτών των περιστατικών απόηχος, είναι το «άνθρωπός τις ευγενής επορεύθη εις χώραν μακράν λαβείν εαυτώ βασιλείαν και υποστρέψαι» το «οι δε πολίται αυτού εμπίσουν αυτόν, και απέστειλον πρεσβείαν οπίσω  αυτού λέγοντες  όπου θέλομεν τούτον βασιλεύσαι εφ’ημάς» ή το καταληκτικό «πλην τους εχθρούς μου τούτους τους μη θελήσαντάς με βασιλεύσαι επ’αυτούς αγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμπροσθέν μου». Πέρα του ιστορικού πλαισίου ο Λουκάς θέλει αντί ταλάντων μνας –ποσό αντίστοιχο της σημερινής αγγλικής λίρας –δέκα δούλους να παίρνουν από μια,  ο πρώτος να κερδίζει δέκα και να ανταμείβεται με διοίκηση δέκα πόλεων, ο δεύτερος να κερδίζει πέντε και να του δίνεται η διοίκηση πέντε πόλεων, ενώ θα πάρουν την μνα από τον τρίτο, που προτίμησε να την φυλάξει άγονη μέσα σ’ ένα πανί.΄ Είναι προφανές, ότι και οι δύο ευαγγελισταί έχουν επεξεργασθεί μια αρχική μορφή ιστορίας, εξ ου και αν αφαιρέσουμε τις προσθήκες βρίσκουμε την πηγή. Ένας άνθρωπος προκειμένου να ταξιδέψει εμπιστεύεται ορισμένο ποσό στους υπηρέτες του, για να το αξιοποιήσουν όσο θα απουσιάζει. Επιστρέφει κάποτε και ζητεί λογαριασμό. Δυο από αυτούς έχουν πετύχει σοβαρά κέρδη ο τρίτος εφρόντισε απλώς να το κρύψει ξέρώντας τον κύριό του και από τα ελάχιστα κέρδη. του νόμιμου τόκου. Οι μεν ανταμείβονται για την δημιουργική πίστη τους ο δε τιμωρείται για την συμβατική του στάση.
ΕΝΕΡΓΟΝ  ΠΑΡΕΛΘΟΝ
            Την λογική της διαφοροποιημένης επεξεργασίας ενός πυρήνα κοινού βοηθεί να κατανοήσουμε η θέση της παραβολής στην αφήγηση του Λουκά και του Ματθαίου. Η σειρά των γεγονότων προδίδει συχνά τον τρόπο που σκεπτόμαστε  την έβαση.  Ως γνωστόν ο Ματθαίος υπογράμμιζε οραματικά την έλευση της Βασιλείας στο μέλλον, εν αντιθέσει προς τον Λουκά, ο οποίος έχει κατά νου μια εν εξελίξει ιστορία της σωτηρίας που αρχίζει με την Σταύρωση ως παρόν και προχωρεί μαζί της προς το τέλος. Υπ΄ ἀυτό το πρίσμα ο μεν Λουκάς θα τοποθετήσει την παραβολή προ της  θριαμβευτικής εισόδου του Ιησού στα Ιεροσόλυμα, όπου ιστορικώς ολοκληρώνεται η αποστολή του, ενώ στον Ματθαίο την βρίσκουμε αμέσως μετά την παραβολή των δέκα παρθένων και πριν την παραβολή της εσχάτης κρίσεως.  Στην πρώτη περίπτωση ο χρόνος του Ιησού υφίστανται ως ενεργό παρελθόν στο ιστορικό παρόν μας στην δεύτερη έρχεται από το μέλλον και συνδυάζεται με πλήρωση προϋποθέσεων που αφορούν το παρόν.  Ο τρόπος με τον οποίο ζούμε στο χρονικό παρόν και η ανταπόκριση στις απαιτήσεις του θα μας κρίνουν στο μέλλον. Η αποτυχία συνεπάγεται τον κολασμό της ατομικής μας εκπτώσεως ή επιτυχία  ως συμπαράσταση στον συνάνθρωπο προεξοφλεί την σωτηρία του πιστού στην μέλλουσα Βασιλεία.
            Ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά.  Ένας άνθρωπος αποφασίζει να ταξιδέψει μακριά. Καλεί τους υπηρέτες του και τους εμπιστεύεται την περιουσία του. να την διαχειρίζονται κυριαρχικά όσον καιρό θα λείπει.  Δεν μοίρασε τα χρήματα σε τρία ίσα μέρη, αλλά κατά το επιχειρηματικό τους χάρισμα  και την ικανότητά τους να κάνουν δική τους την ξένη υπόθεση. Τους είχε ψυχολογήσει και έπραξε αναλόγως στον ένα έδωσε πέντε τάλαντα, στον άλλο δύο και στον τρίτο ένα.  Σημειωτέον ότι το ένα τάλαντο ισοδυναμούσε με έξι χιλιάδες δηνάρια και ότι το ένα δηνάριο ήταν το ημερομίσθιο του εργάτη ή του στρατιώτη.  Επομένως το ποσό που παρέδωσε αντιστοιχούσε σε δέκα επτά έτη εργασίας!  Μοίρασε άνισα –όχι όμως άδικα –και έφυγε για το μακρινό ταξίδι.  Αμέσως μόλις έφυγε,  χωρίς καμία χρονοτριβή, ευθέως κατά το κείμενο (το ἑυθέως» δεν συνδέεται με το προηγούμενο ἁπεδήμησεν» αλλά με το επόμενο «πορευθείς»), οι δύο πρώτοι υπηρέτες άρχισαν να δουλεύουν τα χρήματα σαν να επρόκειτο για δική τους περιουσία, οπότε εις βάθος χρόνου ο ένας εκέρδισε πέντε τάλαντα και ο άλλος εκέρδισε δύο. Διπλασίασαν τα αρχικώς πεπιστευμένα, επιβεβαίωσαν τις δυνατότητές τους και επαλήθευσαν την εμπιστοσύνη που τους έδειξε ο κύριος.  Η αποδοτική διαχείριση των μεγάλων πιστών ήταν και ασφαλής δοκιμασία πίστεως. Θα μπορούσαν να τα σπαταλήσουν ή να τα καταχρασθούν. αλλά εκείνοι τα δούλεψαν υπεύθυνα παρά τους πειρασμούς της ελευθερίας.  Μπορεί οι ικανότητές τους να διέφεραν, όχι όμως και η ψυχική τους ποιότης. Να παίρνεις διαφορετικά και να κερδίζεις ίσα είναι προϋπόθεση αρμονικής ανθρώπινης  κοινότητας. Αντίθετα ο τρίτος άνοιξε λάκκο στην γη και έθαψε το τάλαντό του.  Αυτός δεν ιδιοποιήθηκε ψυχικά τα χρήματα που του εμπιστεύθηκε ο κύριος, δεν ηργάσατο εν αυτοίς, σαν να ήταν δικά του.  Στο «σαν» έγκειται η  ψυχική του διαφορά. Τυπικώς ήταν εντάξει, αφού διατήρησε το τάλαντο, αλλά ψυχικώς έμεινε ξένος προς το έργο που ανέλαβε. Ανταποκρίθηκε στην ευθύνη της φυλάξεως, όχι της δημιουργικής προσπάθειας που θα έκανε τον κύριο πλουσιότερο. Υπήρξε ένας παθητικός συντηρητής.
ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΕΝΑΝΤΙ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑΣ
            Κάποτε, μετά πολύ καιρό, ο ξενητεμένος κύριος επέστρεψε.  Η αφήγηση δεν προσδιορίζει πόσο έλειψε.  Αρκείται στο αόριστο «μετά δε πολύ χρόνον» καθώς το νόημα χρειαζόταν απλώς ένα ικανό διάστημα που ο αναγνώστης υπέθετε κατά βούλησιν.  Εμφανίζεται λοιπόν ο κύριος, καλεί τους υπηρέτες και τους ζητεί λογαριασμό. τους είχε εμπιστευθεί την περιουσία του, αλλά μένει πάντα δική του –δεν τους χάρισε τίποτε.  Παρουσιάσθηκαν και οι τρείς. Ο πρώτος με τα πέντε τάλαντα και ο δεύτερος με τα δύο απέδωσαν το αρχικό ποσό διπλασιασμένο, προς μεγάλη ικανοποίηση του αφέντη τους, ο οποίος την εξέφρασε αυθόρμητα: τους έδωσε θέση στην άνεση και την χαρά της ελεύθερης συνθήκης τους.  Δεν τους αμείβει τόσο για την πίστη και την υπακοή που επέδειξαν, όσο για την αυτονομία της ψυχικής των διαθεσιμότητας,. χάρη στην οποία μπόρεσαν να αναπτύξουν δημιουργική  πρωτοβουλία.  Οι δύο υπηρέτες επέλεξαν  να αυξήσουν εκείνο που τους δόθηκε, προσφέροντας από καρδιάς την θέληση και την ύπαρξή τους. Αυτό ενθουσίασε τον κύριο.  Και στις δυο περιπτώσεις η παραβολή δίνει το προβάδισμα στην λογοδοσία έναντι της κερδοφορίας.  Την ψυχική στάση των δύο υπηρετών επιδοκιμάζει ο κύριος και όχι το εν στενή εννοία οικονομικό αποτέλεσμα. Εξ ου και η γενναιόδωρη ανταπόκρισή του.
            Τα πράγματα πήραν άλλη τροπή με τον τρίτο υπηρέτη.  Εκείνος έθαψε το τάλαντο του κυρίου, αντί να το αυξήσει ιδιοποιούμενος το ψυχικά, οπότε το επέστρεψε ακριβώς όπως το παρέλαβε και με ψυχολογία διαφορετική από την ψυχολογία των δύο άλλων. Εκείνοι, σύμφωνα με την αφήγηση του Ματθαίου, άρχισαν  με το ποσό και την αύξηση που επέτυχαν (κύριε, πέντε / δύο τάλαντά μοι παρέδωκας ίδε άλλα πέντε /δύο τάλαντα εκέρδησα), αυτός αρχίζει  με τον χαρακτήρα του κυρίου και προχωρεί στον δικό του απολογισμό κύριε, έγνων  σε ότι σκληρός μεί άνθρωπος, θερίζων όπου ουκ έσπειρας, και συνάγων όθεν ου δεἶ εσκόρπισας και φοβηθείς απελθών έκρυψα τον τάλαντόν σου εν τη γη ίδε έχεις τον σον).  Διεκδικεί την επιδοκιμασία του κυρίου επειδή δεν διακινδύνευσε να το αυξήσει ούτε να το μειώσει.  Η στάση του ήταν προκαθορισμένη ανεξαρτήτως χρόνου απουσίας του κυρίου.
            Αυτά όλα για την ιστορία αλλά και για σήμερα. Διότι ο φόβος του υπηρέτη είναι ο ίδιος φόβος που απαγορεύει ή εμποδίζει να δεχθούμε μια ουσιαστική προσφορά ως μεταμορφωτική ευκαιρία.  Όποιος δεν διακινδυνεύει ένα προσωπικό τρόπο ζωής, μια δική του έκφραση, πνίγει την επιθυμία του, οπότε τα χάνει όλα –μαζί με τον εαυτό του και την χαρά του κυρίου του.  Αν η Βασιλεία βιάζεται, τότε οφείλεις να διακινδυνεύσεις, να παραιτηθείς από την ακινησία της ασφάλειας και να αναλάβεις την ελευθερία.  Η Βασιλεία είναι εδώ, στο  ψυχικό μας δόσιμο.
            Την παραβολή της εσχάτης κρίσεως διαβάζουμε μόνο στον Ματθαίο, ο οποίος την τοποθετεί μετά την παραβολή των δέκα παρθένων και εκείνη των ταλάντων. το μήνυμά της δεν είναι ειδικώς χριστιανικό, δεδομένου ότι υφίστανται αιγυπτιακά και περσικά παράλληλα και βεβαίως ιουδαϊκά προηγούμενα.
ΗΘΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
            Αναμφίβολα με την παραβολή της εσχάτης κρίσεως ο Ιησούς θέτει το ζήτημα του ποιού των ανθρώπων ασχέτως εξωτερικών προσδιορισμών της ηθικής των ταυτότητος. Εμμέσως πλην σαφώς εισάγει κριτήρια εσωτερικά και τα θεμελιώνει στο υλικό γεγονός της υπάρξεώς του. Η μοίρα του έγινε παραδειγματική. Να το πω όσο καθαρότερα γίνεται: Το εσωτερικό κριτήριο της ανθρωπίνης ποιότητος θα έμενε κυριολεκτικά μετέωρο εάν ο Υιός του ανθρώπου δεν ήταν σαν κι εμάς.  Ως προορισμός μας επιτρέπει να βλέπουμε στο πρόσωπο του άλλου τον ίδιο τον Θεό και να  ταυτιζόμαστε μαζί του, αφ’ης στιγμής μάλιστα περνά από την αδυναμία μας, να συμφιλωνόμαστε λυτρωτικά με τον εαυτό μας και ακτ’΄ επέκτασιν να κοινωνούμε με τον άλλο. Ο Χριστιανισμός  έφερε μέσα μας το Α και το Ω της ζωής, και άλλαξε τη πορεία του κόσμου κάνοντας τους λαούς να υιοθετούν κεκτημένα του σαν να είναι δικά τους, την έγνοια, ας πούμε, για τον συνάνθρωπο, αντί της απρόσωπης μοίρας του σύμπαντος.  \Τα ίδια τα ιδρυτικά του κείμενα ως μαρτυρίες ανθρώπων με αντινομίες, την ενότητα της πίστεως, καθώς απαιτούν την συμμετοχή μας για να κατανοηθούν, και αντλούν κύρος από την ερμηνεία στην οποία τα υποβάλλουμε, προκειμένου να απαντούν στα εκάστοτε ερωτήματά μας.  Εξ ου και με τον εικοστό κυρίως αιώνα εγκαταλείπουμε βαθμηδόν την ιδέα μιας κυρίαρχης δογματικά μονοσήμαντης αλήθειας, στην οποία οφείλουμε  τυφλή υπακοή και την οποία εγγυάται η αυθεντία της εκκλησιαστικής αρχής και της παραδόσεώς της, για να στραφούμε  στο ανοικτό πνεύμα και νόημα ζωής  που περικλείει ο κόσμος της Καινής Διαθήκης.
ΚΡΙΤΗΡΙΟ Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ
            Κατά την παραβολή στην εσχάτη κρίση λαμβάνεται υπ΄όψιν θετικά ή αρνητικά  η εμβίωση της πίστεως.   Αξιολογήσεις  με τυπικά κριτήρια δεν υφίστανται και οι πάντες – Ιουδαίοι ή εθνικοί –κρίνονται βάσει της συμπόνιας που έδειξαν εν ζωή για τον πάσχοντα συνάνθρωπο,.  Η αγάπη συνιστά επαρκή όρο πίστεως στον Χριστό.  Μετρά συνεπώς η ψυχική συνθήκη και όχι η ηθική νομιμοφροσύνη, του ανθρώπου απέναντι στις παγιωμένες αντιλήψεις και συμπεριφορές.  Επιμένοντας στην αγάπη, ο Ιησούς μετέφερε το αγαθό από το πεδίο του Νόμου στην εσωτερική μας ζωή και έδωσε στον άνθρωπο αντί του κανόνα ένα ιδανικό που μπορούσε να κλείσει στην ψυχή του.
            Στην παραβολή της εσχάτης κρίσεως δίκαιοι αποδεικνύονται όσοι φρόντισαν τον αδύναμο και άδικοι όσοι αδιαφόρησαν. Όχι όσοι έπραξαν το κακό. Επομένως κριτήριο του δικαίου ανθρώπου είναι η έγνοια.  Εκεί εγκαταλείπουμε την αφηρημένη αγάπη και με το συγκεκριμένο ενδιαφέρον μας αναλαμβάνουμε την ευθύνη του συ ανθρώπου. Αν το παρελθόν δέσποζε  στην παλιά ιεραρχημένη κοινωνία, στην σύγχρονη κοινωνία της ευθύνης βαραίνει αποφασιστικά η έφοδος στο μέλλον.  Γι’αυτό και στο κείμενό μας η κρίση δεν αποτελεί νομική πράξη αποδόσεως δικαιοσύνης με αναφορά την τάξη των ηθών και των πραγμάτων, αποτελεί κατάφαση  στην εσωτερικότητα. Ο Ιησούς της παραβολής  προτείνει στο ακροατήριό του την ζωή της ανοικτής καρδιάς, τον δρόμο της συναντήσεως με ενδότερα στρώματα της υπάρξεως. Αυτό έκανε τον Ματθαίο να βλέπει στο πρόσωπο του Μεσσία-Χριστού όχι ένα όν από το υπερπέραν αλλά, όπως λέει πετυχημένα η Ντολτό, κἀτι σαν ιδανικό του Εγώ, ένα φως που προσανατολίζει την επιθυμία σταθερά στην πληρότητα της αγάπης. Το εύρημα είναι σημαντικό:  ο Ιησούς ως εσωτερικός προορισμός, στην θέση της επουρανίου αρχής που δεσμεύει την φύση και την βούληση εισάγει την ελευθερία απέναντι τόσο στα εξωτερικά πράγματα όσο και στον ιδιο μας τον εαυτό. Η κατ’΄ ελευθερίαν ζωή με όλους τους κινδύνους της, είναι δωρεά του Θεού, ο οποίος κατέχει το σώμα και την ψυχή μας.
Πηγή: «ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ» Στέλιος Ράμφος
            Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή ΙΕ Λουκά Του Ζακχαίου)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ’ ΛΟΥΚΑ ( 31-01-2016 ).
(Λουκ. 19, 1-10)

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ

«Και εζήτει ιδείν τον Ιησούν...»

   Ο ΔΡΟΜΟΣ της σωτηρίας, η πορεία που οδηγεί κοντά στον ζώντα και αληθινό Θεό είναι ένα κορυφαίο και ταυτόχρονα πολύ προσωπικό γεγονός. Λέγοντας προσωπικό, εννοούμε μοναδικό και ανεπανάληπτο γεγονός. Κάτι που αναφέρεται σ’ εμάς προσωπικά και σε κανέναν άλλον. Που εκφράζει τον ξεχωριστό και γι’ αυτό προσωπικό χαρακτήρα της πορείας που ακολουθήσαμε για να γνωρίσουμε ενσυνείδητα τον Ιησού Χριστό και να ενταχθούμε οργανικά και υπεύθυνα στην κοινωνία της Εκκλησίας, που είναι το σώμα Του και η οικογένεια των παιδιών του Θεού.
   Το γεγονός αυτό της γνωριμίας με τον Σωτήρα Κύριο δεν έχει μόνο προσωπικό χαρακτήρα. Αποτελεί, θα λέγαμε, ένα θαυμαστό γεγονός. Είναι ένα μυστήριο, το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρωπίνου προσώπου. Όλοι μας ανατρέχοντας στη προσωπική μας ζωή, μπορούμε εύκολα να επισημάνουμε τα θαυμαστά εκείνα περιστατικά – σημεία της θείας Παρουσίας, τα οποία μας προετοίμασαν και τελικά μας οδήγησαν κοντά στο Χριστό.
   Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας ιστορεί την πνευματική πορεία που ακολούθησε ο αρχιτελώνης Ζακχαίος για να γνωρίσει το Χριστό. Η πορεία αυτή του Ζακχαίου, όπως μας την περιέγραψε ο Ευαγγελιστής Λουκάς, μας επιτρέπει να επισημάνουμε μερικά βασικά χαρακτηριστικά, τα οποία διακρίνουν μια πραγματικά γνήσια πορεία που οδηγεί κοντά στον Ιησού.

Η αναζήτηση του Χριστού

   ΤΟ ΠΡΩΤΟ είναι η αναζήτηση. Ο Ζακχαίος «εζήτει ιδείν τον Ιησούν». Ήθελε να δει τον Ιησού. Να τον γνωρίσει. Ο Ζακχαίος ήταν αρχιτελώνης, θέση που του παρείχε κοινωνική επιφάνεια. Ήταν ακόμη, καθώς σημειώνει ο Ευαγγελιστής, και πλούσιος, που σημαίνει άφθονα υλικά μέσα και μια άνετη και τρυφηλή ζωή. Ωστόσο, ανικανοποίητος απ’ όλα αυτά, αναζητά να δει το πρόσωπο του Μεσσία. Να τον ακούσει. Να τον συναντήσει. Και αυτή ακριβώς η πνευματική δίψα θα τον κάνει να σκαρφαλώσει «επί συκομορέαν». Και το κάνει «ίνα ίδη αυτό, ότι εκείνης ήμελλε διέρχεσθαι».
   Για να γνωρίσουμε οι άνθρωποι τον Χριστό οφείλουμε να τον αναζητήσουμε. Και αναζήτηση σημαίνει πόθος ψυχής, μεταφυσική δίψα, προσπάθεια για να ανακαλύψουμε το νόημα της υπάρξεως μας.
   Τίποτε δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτή τη δίψα της θείας Παρουσίας. Τίποτε δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη θέση του Θεού στην καρδιά και στη ζωή του ανθρώπου. Αυτό ακριβώς μας επισημαίνει και ο άγιος Αυγουστίνος, όταν λέει: «Ω Κύριε, είναι ανήσυχη η ψυχή μας, έως ότου εύρει ανάπαυση κοντά Σου».

Η συνάντηση μαζί Του

   ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΑΖΗΤΑ, όποιος ποθεί να  γνωρίσει κάποιον, ψάχνει να τον ανακαλύψει. Σπεύδει να τον συναντήσει. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση του Ζακχαίου. Και την αναζήτηση ακολούθησε η συνάντηση με τον Ιησού Χριστό.
   Η συνάντηση του Ζακχαίου με τον Κύριο δεν είναι κάτι τυχαίο και συμβατικό. Είναι μια ενσυνείδητη προσέγγιση. Μια προσωπική γνωριμία και σχέση που συνάπτεται, και η οποία γεμίζει τον Ζακχαίο με χαρά και αγαλλίαση. Αυτά όλα εκφράζει η είσοδος και η φιλοξενία του Ιησού στο σπίτι του Ζακχαίου.
   Κάθε συνάντηση προϋποθέτει μιαν αμοιβαία κίνηση των προσώπων που πρόκειται να συναντηθούν. Αυτό γίνεται και στη συνάντηση μας με το Θεό.
   Για να συναντήσουμε το Θεό πρέπει να το θελήσουμε και να το επιδιώξουμε. Ν’ αφήσουμε ν’ ακουστεί βαθιά μέσα μας η φωνή της συνειδήσεως που προτρέπει «δεύρο προς Πατέρα». Όπως ο Ζακχαίος άφησε το τελώνιο του, βγήκε στους δρόμους, ανέβηκε στη μουριά, έτσι κι εμείς οφείλουμε να απαγκιστρωθούμε από τα γρανάζια της καθημερινότητας. Να βγούμε από τον εγωκεντρισμό μας. Να αποβάλουμε την αυτάρκεια μας. Να υπερνικήσουμε τη γνώμη, τα σχόλια, τη στάση του κοινωνικού μας περιγύρου, ο οποίος συχνά και για πολλούς γίνεται αξεπέραστος φραγμός που τους εμποδίζει να πλησιάσουν τον Χριστό και να ακολουθήσουν το Ευαγγέλιο Του.
   Και αυτό για να γίνει χρειάζεται τόλμη και αποφασιστικότητα. Σαν εκείνη που επέδειξε ο Ζακχαίος αψηφώντας τους πάντες και τα πάντα και ανεβαίνοντας πάνω στη μουριά!
   Στη θέληση μας να συναντήσουμε το Θεό είναι βέβαιο πως κι Εκείνος θα ανταποκριθεί. Θα σπεύσει να μας συναντήσει. Όταν εμείς κάνουμε ένα βήμα, ο Θεός κάνει δέκα. Ο λόγος του βιβλίου της Αποκαλύψεως δεν επιτρέπει την παραμικρή αμφιβολία: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω. Εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξει την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού» (Αποκ. 3,20).

Μετάνοια και αλλαγή,
οι θαυμαστοί καρποί της συνάντησης

   Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ του Ζακχαίου με τον Ιησού Χριστό είχε ένα θαυμαστό αποτέλεσμα: τη μετάνοια και τη πλήρη μεταστροφή του αρχιτελώνη. Αυτό αποδεικνύουν τα λόγια του Ζακχαίου με τα οποία δημοσίως ομολογεί τα λάθη του και εξαγγέλλει την επανόρθωση τους. Αυτό υπογραμμίζει και η διακήρυξη του Κυρίου προς τον ίδιο: «Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο».
   Η συνάντηση μας και η σύνδεση μας με τον Ιησού και την Εκκλησία Του – αποτέλεσμα πνευματικής δίψας και ειλικρινούς αναζητήσεως – τότε είναι γνήσια και αυθεντική στο χρόνο και στους διαφόρους πειρασμούς, όταν οδηγεί στη μετάνοια, όταν επιφέρει μέσα μας και στη συμπεριφορά μας μια πραγματική αλλαγή. Αλλαγή στις πεποιθήσεις μας. Αλλαγή στη νοοτροπία μας. Αλλαγή στις σχέσεις μας με το Θεό και τους συνανθρώπους μας. Αλλαγή σε κάθε πλευρά της ζωής μας.
   Αυτό σημαίνει αναγέννηση. Ανακαίνιση του όλου ανθρώπου κάτω από την πνοή και την ενέργεια της θείας χάριτος. Και αυτή η ανακαίνιση είναι η αδιαφιλονίκητη απόδειξη ότι η γνωριμία και η σχέση μας με το Χριστό είναι ειλικρινής και γνήσια.

*  *  *
    Αδελφοί μου,
   Η συνάντηση μας και  ο σύνδεσμος μας με το Θεό δεν είναι κάτι δεδομένο και αυτονόητο λόγω της χριστιανικής μας ιδιότητας. Αποτελεί το σκοπό της ζωής μας. Κάτι που για να το πραγματοποιήσουμε χρειάζεται ισόβιος αγώνας. Κάτι που, σε όποιον βαθμό και αν το επιτύχουμε, πάντοτε θα υπάρχουν περιθώρια επεκτάσεως. Είναι αυτό που οι Πατέρες μας ονόμασαν «ατέλεστον τελειότητα» και η οποία συνιστά τον θεμελιώδη σκοπό της χριστιανικής ζωής.
   «Εγγίσατε», λοιπόν, «τω Θεώ και εγγιεί υμίν» (Ιακ. 4, 8). Η πνευματική πορεία που ακολούθησε ο αρχιτελώνης Ζακχαίος ας μας εμπνέει.

( από το βιβλίο του Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης κ. Συμεών, Κηρύξατε, από τις εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας ).

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΛΟΥΚΑ (του Τυφλού) Ευαγγέλιο: Λκ. 18, 35-43




Ο ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ


          Εν ολίγοις

Δύο Κυριακές μετά τα Φώτα η Εκκλησία με τη θεραπεία του Τυφλού της Ιεριχούς έρχεται να μας υπενθυμίσει, ότι  ο  Χριστός  είναι το αληθινό Φως των ανθρώπων. Με αυτό ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό ως ιατρό και τον εαυτό του που έχει ανάγκη από θεραπεία. Με την πίστη οδηγείται στο δρόμο της θεογνωσίας και της ελευθερίας η οποία αποτελεί τη βαθύτερη ουσία κάθε θεραπείας.
         Η ασθένεια που δεν θεραπεύεται με φαρμακευτικά μέσα προκαλεί στον άνθρωπο απογοήτευση. Ο ασθενής μπορεί να έχει δίπλα του πολλούς ανθρώπους, αλλά βιώνει το αίσθημα της μοναξιάς. Νοιώθει, ότι κανείς απ’ αυτούς δεν μπορεί να τον βοηθήσει ουσιαστικά, δηλ. να τον απαλλάξει από την ασθένεια του. Οπότε απεγνωσμένα αποζητά κάποιον που να έχει ιαματική δύναμη. Έτσι εξηγείται γιατί μέσα στα ευαγγέλια συναντάμε πολλές φορές διηγήσεις που αναφέρουν ότι ο  Χριστός συναναστρέφεται με ασθενείς και μάλιστα με βαρειές και ανίατες ασθένειες.
   Παράδειγμα ο σημερινός τυφλός της Ιεριχούς. Ενώ πολλοί προσπαθούν να καταπνίξουν τη φωνή του για να μην τους ενοχλεί, o Κύριος σταματά, τον προσκαλεί κοντά του, του δίνει το  φως του και επαινεί την πίστη του.
         Ας δούμε αυτά τα δύο σημεία.
    Ο τυφλός της περικοπής μας βρίσκεται ίσως σε κάποια πλεονεκτικότερη θέση από τους άλλους γύρω του. Αν και δεν έχει το φως του, εν τούτοις αναγνωρίζει το Χριστό ως Σωτήρα που μπορεί να τον θεραπεύσει. Για σκεφθείτε, ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε απόγνωση και παρά τη σωματική του αδυναμία να δει τα πρόσωπα του όχλου, είχε την πνευματική αίσθηση να διακρίνει, ότι ο Χριστός είναι Αυτός που μπορεί να τον λυτρώσει.
          Και σήμερα συναντούμε ασθενείς που αντιμετωπίζουν τον πόνο της αρρώστιας  με διάφορους τρόπους. Άλλοι τον βλέπουν σαν μια αναπότρεπτη ανθρώπινη μοίρα, άλλοι σαν μια σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ζωής και κάποιοι άλλοι σαν ένα ανερμήνευτο μυστήριο. Ένας απαισιόδοξος δεν μπορεί να βρει κάποιο νόημα στην αρρώστια ή στον πόνο, όμως έτσι χάνει την ευκαιρία ν’ ανακαλύψει το νόημα της ζωής. Ενώ ο αισιόδοξος παραμερίζει το πρόβλημα του σωματικού πόνου και αναπτύσσει την αίσθηση της ευτυχίας μέσα στις διάφορες καταστάσεις που περιβάλλουν τον άνθρωπο. Ο σημερινός τυφλός είχε λοιπόν  την ικανότητα να ξεπεράσει το πρόβλημα της ασθένειά του.
          Ποια είναι η στάση του Χριστού;
   O Χριστός διδάσκει την καινούργια διδασκαλία Του και αποκαλύπτει το Θεό και τη βασιλεία Του με ωραίες παραβολές και υπέροχους λόγους. Συγχρόνως όμως δείχνει έμπρακτα τη δύναμη αυτής της βασιλείας και το ενδιαφέρον του Θεού για τον άνθρωπο. Διότι ένας Θεός με ωραίες διδασκαλίες και λόγους, αλλά χωρίς αγάπη για την ανθρώπινη περιπέτεια, δεν θα ήταν αληθινός Θεός. Ο Θεός όμως που αποκαλύπτει ο Χριστός είναι Θεός της αγάπης.
          Τίποτε δεν γίνεται χωρίς να το επιτρέπει ο Θεός. Και ό, τι επιτρέπει αυτό στηρίζει το καλό και όχι το κακό, γι’ αυτό και όσα συμβαίνουν μπορούν να συμβάλλουν στην πνευματική προκοπή του ανθρώπου. Για να το επιτύχει όμως αυτό χρειάζεται να πιστεύει και να ελπίζει στο Θεό και την πρόνοιά Του, διότι μόνο μ’ αυτή την προοπτική διατηρείται η ελπίδα και γίνεται δυνατή η μετατροπή του πόνου σε πνευματική ενέργεια. Η αδυναμία μετασχηματίζεται σε δύναμη. «Η γαρ δύναμις μου εν ασθενεία τελειούται».
          Με μια τέτοια δύναμη κατέφυγε ο τυφλός του ευαγγελίου στο Χριστό για να βρει το φως του. Χωρίς αυτή την ελπίδα ο άνθρωπος δεν μπορεί να σταθεί όρθιος απέναντι στη σκληρή πραγματικότητα της ζωής. Καταπονείται από τον πόνο, χάνει το θάρρος του και βλέπει τον αφανισμό του.
          Σήμερα παρατηρούμε να επαναλαμβάνεται το ίδιο φαινόμενο της Ιεριχούς, όχι βέβαια πάντοτε με πιστούς ανθρώπους. Δηλ. υπάρχουν άνθρωποι που προσέρχονται στην Εκκλησία που μέχρι τώρα δεν είχαν καμιά σχέση μ’ αυτή. Ζητούν από τους ιερείς να τους σταυρώσουν, να τους διαβάσουν κάποια ευχή υπέρ υγείας για κάποια σοβαρή ασθένεια που αντιμετωπίζουν ή μια παράκληση και ευχέλαιο για την ίαση τη δική τους ή κάποιου συγγενούς των. Αλήθεια ποιοί; Αυτοί που πριν λίγο δεν πίστευαν, γελούσαν και ειρωνεύονταν με τις ιδέες τέτοιων «αγιοτικών»!
          Ας είναι. Ο Χριστός δίνει τη δυνατότητα και σ’ εκείνους να Τον γνωρίσουν, για ν’ απαλύνει τον πόνο τους με τη χάρη Του. Δεν είναι παράξενο, ότι πολλοί απ’ αυτούς τους ανθρώπους  μέσα στον πόνο και τη θλίψη τους ανακαλύπτουν μια διέξοδο, όχι μόνο για να ελπίσουν σε κάτι καλλίτερο σχετικά με την υγεία τους, αλλά και να στραφούν προς τον Θεό, βρίσκοντας έτσι τον πνευματικό τους προσανατολισμό.
          Η Εκκλησία μας με τη θεραπεία του τυφλού της Ιεριχούς θέλει να μας βοηθήσει για να δούμε και τη δική μας τυφλότητα που την αγνοούσαμε μέχρι τώρα, γιατί αν την γνωρίζαμε, δεν θα είμαστε τυφλοί.
          Εξ άλλου τυφλοί είναι όσοι δεν αναγνωρίζουν τον Ιησού Χριστό ως φως του κόσμου κατά τον άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο.
          Καλή Κυριακή

          π. γ. στ.

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ 10 ΛΕΠΡΩΝ


Γράφει η κ. Αικατερίνη Τσαλαμπούνη, Επίκουρη Καθηγήτρια του τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ.

ΙΒ' Κυριακή του Λουκά σήμερα και το ανάγνωσμα περιγράφει την θεραπεία των 10 λεπρών, ένας από τους οποίους ήταν Σαμαρείτης. Ο F. Bovon στο υπόμνημά του στο Κατά Λουκάν (τόμ. ΙΙΙ, 145 εξ.) θέτει τα εξής ενδιαφέροντα ερωτήματα σχετικά με το περιεχόμενο και το νόημα του θαύματος:

-  πού βρίσκεται η έμφαση; Στην θεραπεία των 10 λεπρών ή στον ένα Σαμαρείτη που είναι ευγνώμων;
- τι είναι εδώ σημαντικότερο; Η θεραπευτική δύναμη του Ιησού ή η πίστη του ανθρώπου;
- τι έχει μεγαλύτερη αξία; Η πίστη στην αρχή του θαύματος ή η ευγνωμοσύνη στο τέλος;
- έχει σημασία για την αφήγηση η αναφορά της ταυτότητας του ενός ευγνώμονος πρώην λεπρού;
- υπάρχουν διακειμενικοί υπαινιγμοί σε άλλες βιβλικές αφηγήσεις;

Μερικές παρατηρήσεις που μπορούν να βοηθήσουν στην απάντηση των παραπάνω ερωτημάτων:
Ενδοκειμενικές συνδέσεις: 7,1-10 (η θεραπεία του δούλου του εκατόνταρχου): κι εκεί η ιστορία καταλήγει με μία χρεία και ο Ιησούς επαινεί την πίστη ενός μη Ιουδαίου επικρίνοντας έμμεσα την στάση του Ισραήλ.
Διακειμενικές συνδέσεις: Δ΄ Βασ 5,1-15, όπου περιγράφεται η θεραπεία του λεπρού Ναιμάν του Σύρου. Αν αυτή η σύνδεση ισχύει, δύο στοιχεία είναι σημαντικά: α) η σύγκριση του Ιησού με τον Ελισσαίο (ένα θέμα που υποφώσκει στο Λκ) και β) η πίστη ενός εθνικού, στον οποίο ο Θεός προσφέρει τη χάρη του
Η αναφορά στην ταυτότητα του ενός λεπρού: αυτή φαίνεται να είναι σημαντική καθώς ο Ιησούς την τονίζει μέσα από την εμφαντική θέση της πληροφορίας στο τέλος του στ. 16 καθώς και τις τρεις ρητορικές ερωτήσεις της χρείας στους στ. 17εξ. Η απάντηση σε αυτά τα τρία ερωτήματα είναι προφανής και προκύπτει από την προηγούμενη αφήγηση: κι οι 10 καθαρίσθηκαν, οι 9 δεν επέστρεψαν, μόνο ο αλλογενής επιστρέφει να δοξάσει τον Θεό. Οι Σαμαρείτες ήδη χρησιμοποιούνται ως θετικό παράδειγμα στη γνωστή παραβολή (10,30-35) και το παράδειγμα του Καλού Σαμαρείτη εκεί εντάσσεται μέσα στη γενικότερη θεματική του Λκ για την συμπερίληψη στον νέο λαό του Θεού ανθρώπων που ανήκουν σε περιθωριακές ομάδες ή που δεν είναι Ισραηλίτες. Είναι ταυτόχρονα μία έμμεση αλλά σαφής κριτική για την στενόκαρδη αντίληψη περί του λαού του Θεού από μερίδα των Ισραηλιτών. Το σωτηριολογικό περιεχόμενο της συγκεκριμένης αφήγησης είναι προφανές. Η δωρεά και το έλεος του Θεού προσφέρεται σε όλους όσους τον προσεγγίζουν με πίστη ανεξάρτητα εθνικών ή άλλων διακρίσεων.
Όσον αφορά στο ερώτημα τι είναι σημαντικότερο, η πίστη των 10 λεπτών ή η ευγνωμοσύνη του ενός, είναι προφανές ότι στην περικοπή η ευγνωμοσύνη του Σαμαρείτη είναι έκφραση της πίστης του (βλ. τα ρήματα που χρησιμοποιεί ο Λκ στην περιγραφή της αντίδρασης του Σαμαρείτη: δοξάζειν, πίπτειν ἐπὶ τὸ πρόσωπον (προσκήνυσις), εὐχαριστεῖν) κι επομένως εδώ κατά κάποιον τρόπο πίστη κι ευγνωμοσύνη ταυτίζονται. Αυτό επιβεβαιώνεται από το λόγιο του Ιησού προς τον Σαμαρείτη στο στ. 19. Ενώ αυτή η φράση είναι γνωστή κι από άλλες αφηγήσεις της συνοπτικής παράδοσης, χρησιμοποιώντας την εδώ ο Λκ για να περιγράψει την αντίδραση του Ιησού στην επιστροφή του Σαμαρείτη, της δίνει μία διαφορετική ποιότητα:η πίστη δεν είναι μόνο η βεβαιότητα ότι ο Θεός μπορεί να κάνει θαύματα μέσω του Ιησού αλλά κι η ευγνώμονη αναγνώριση αυτής της δύναμης. Επιπλέον, μέσω της προσκύνησης του Ιησού είναι η αναγνώριση της θεϊκής του ιδιότητας (στην αρχαιότητα η προσκύνηση αποδίδεται μόνο σε βασιλείς της Ανατολής και σε θεότητες). Το χριστολογικό επομένως νόημα της περικοπής είναι επίσης σαφές εδώ. Ο Σαμαρείτης, τέλος, ο αλλογενής και στα μάτια των συγχρόνων του Ιησού Ιουδαίων τουλάχιστον απεχθής, γίνεται ο τύπος του ανθρώπου της Βασιλείας του Θεού που ο Ιησούς επαγγέλλεται, καθώς αποδεικνύεται άνθρωπος αληθινής πίστης και πνευματικής ωριμότητας.

Κυριακὴ τοῦ Λουκᾶ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ-ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ

 (ΚΘ΄)
Λουκ. ιζ΄, 11-19
Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας
Περὶ τῶν δέκα λεπρῶν, Κεφάλαιο ιζ΄

«Καὶ στὸ δρόμο ποὺ πήγαινε στὰ Ἱεροσόλυμα, πέρασε ἀνάμεσα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια καὶ τὴ Γαλιλαία. Ὅταν ἔμπαινε σ’ ἕνα χωριό, τὸν συνάντησαν δέκα λεπροί, ποὺ στάθηκαν μακρυὰ καὶ μὲ φωνὴ δυνατὴ εἶπαν· Ἰησοῦ δάσκαλε, δεῖξε μας τὸ ἔλεός σου.  Ἐκεῖνος τούς κοίταξε καὶ τοὺς εἶπε· πηγαίνετε νὰ σᾶς δοῦν οἱ ἱερεῖς. Καὶ καθώς ἐπήγαιναν καθαρίστηκαν ἐντελῶς. Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς μόλις εἶδε ὅτι θεραπεύτηκε γύρισε μὲ φωνὲς δυνατὲς δοξολογῶντας τὸ Θεὸ, ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὰ πόδια του καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε.


Αὐτὸς ἦταν Σαμαρείτης. Ὁ Ἰησοῦς μίλησε καὶ εἶπε· Δὲν καθαρίστηκαν κι οἱ ἄλλοι!  Ποῦ εἶναι οἱ ἑννιά; Δὲν μπόρεσαν νὰ γυρίσουν καὶ νὰ δοξολογήσουν τὸ Θεὸ παρὰ αὐτὸς ὁ ἀλλόφυλος; Καὶ τοῦ εἶπε· σήκω καὶ πήγαινε, ἡ πίστη σου σ’ ἔχει σώσει» .
 Ἀπὸ τοῦτο μπορεῖ νὰ καταλάβη, ὅτι τίποτε δὲν γίνεται ἐμπόδιο στὸν ἄνθρωπο νὰ εὐχαριστήση τὸ Θεὸ, ἀκόμα κι ἄν εἶναι καταραμένη γενιά, φτάνει νὰ ἔχει καλὴ προαίρεση. Νὰ, οἱ δέκα λεπροὶ ποὺ συνάντησαν τὸν Ἰησοῦ, ἐνῶ ἦταν νὰ μπῆ σὲ κάποια πόλη.  Τὸν συνάντησαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Γιατὶ δὲν εἶχαν δικαίωμα, ἐπειδὴ τοὺς ἐθεωροῦσαν ἀκάθαρτους, νὰ ζοῦν μέσα στὴν πόλη... Στάθηκαν μακρυὰ, ἐπειδὴ ντρέπονταν γιὰ τὴν ἀκαθαρσία ποὺ τοὺς καταλόγιζαν καὶ δὲν τολμοῦσαν νὰ πλησιάσουν.  Νόμιζαν ὅτι μποροῦσε κι ὁ  Ἰησοῦς νὰ τοὺς ἀποστραφῆ, ὅπως ἔκαμαν καὶ οἱ ἄλλοι. Ὑψώνουν τὴ φωνή,  παρακαλοῦν.  Στέκονται σ’ ἀρκετὴ ἀπόσταση, καὶ ἡ ἱκεσία τους ἔφτανε πολὺ κοντά.  Γιατὶ εἶναι κοντὰ σ’ ὅλους ποὺ τὸν ἐπικαλοῦνται εἰλικρινά.  Δὲν τὸν ἱκετεύουν σὰν ἁπλὸ ἄνθρωπο, ἀλλὰ σὰν ὑπεράνθρωπο.  Τὸν ἀποκαλοῦν Ἐπιστάτη, δηλαδὴ Κύριο, κηδεμόνα, ἐπόπτη, ποὺ εἶναι σχεδὸν σὰ νὰ τὸν θεωροῦνε Θεό.  Κι αὐτὸς τοὺς προστάζει νὰ τοὺς δοῦν οἱ ἱερεῖς.  Γιατὶ οἱ ἱερεῖς ἐξέταζαν τοὺς λεπροὺς κι αὐτοὶ ἔβγαζαν τὴν ἀπόφαση ἄν ἦσαν καθαροὶ ἀπὸ τὴ λέπρα ἤ ὄχι. Ἀλλὰ κι ἀφοῦ εἶχε γίνει λεπρὸς κάποιος κι ἔπειτα βρῆκε τὴν ὑγεία του, ἐξεταζόταν ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς καὶ γινόταν ἡ προσφορὰ τοῦ δώρου ποὺ ὁ νόμος ὥριζε.  Στὴν περίπτωση τώρα αὐτή, ποὺ ἐκεῖνοι ἦσαν λεπροὶ κατὰ κοινὴ ὁμολογία, τί χρειαζόταν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς, ἄν δὲν ἦταν ὁπωσδήποτε νὰ καθαριστοῦν; Ἡ διαταγὴ σ’ αὐτοὺς νὰ παρουσιαστοῦν στοῦς ἱερεῖς, τίποτ’ ἄλλο δὲν ἔδειχνε παρὰ ὅτι θὰ καθαρίζονταν. Γι’ αὐτὸ καὶ λέει ὅτι· καθὼς ἐπήγαιναν καθαρίστηκαν.
Πρόσεξε τώρα αὐτὸ ποὺ εἴπαμε στὴν ἀρχή. Ἀπὸ τοὺς δέκα, οἱ ἑννιὰ μόλο ποὺ ἦσαν Ἰσραηλῖτες φάνηκαν ἀχάριστοι, ἐνῶ ὁ Σαμαρείτης, ὁ ἀλλόφυλος, γύρισε καὶ μίλησε μὲ τὴ φωνὴ τῆς εὐγνωμοσύνης. Ἀσσύριοι ἦταν οἱ Σαμαρεῖτες κι ἔτσι κανένας ἐθνικὸς δὲν θ’ ἀπογοητευθῆ καὶ κανένας ἀπὸ προγόνους ἅγιους δὲ θὰ καυχιέται. Ἀκόμα ὑπονοεῖ τὸ θαῦμα τοῦτο καὶ τὴ σωτηρία ποὺ ἔγινε καθολικὰ σ’ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος.  Γιατὶ οἱ δέκα λεπροὶ ἦσαν τὸ σύνολο τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μὲ τὴ λέπρα τῆς κακίας, ποὺ ἔκανε περιφορὰ τῆς ἀσχήμιας καὶ τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ζοῦσε γιὰ τὴν ἀκαθαρσία του ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη τ’ οὐρανοῦ καὶ στεκόταν μακρυὰ ἀπὸ τὸ Θεό.  Αὐτὴ ἡ ἀπόμακρη στάση ἀποτελοῦσε παράκληση.  Γιατὶ γι’ Αὐτὸν ποὺ ἀγαποῦσε τοὺς ἀνθρώπους κι ἤθελε ὅλοι νὰ σωθοῦν καὶ νὰ δεχθοῦν τὶς δωρεὲς Του ἦταν μεγάλη ἀφορμὴ γιὰ λύπη, νὰ βλέπη ὅτι δὲν ὠφελεῖται κανένας ἀπ’ αὐτές.  Γι’  αὐτὸ ἀκριβῶς στρέφεται στὴ θεραπεία αὐτῶν τῶν δυστυχισμένων. Κι ἐθεράπευσε βέβαια ὅλο τὸ ἀρρωστημένο γένος, ἀφοῦ γιὰ κάθε ἄνθρωπο ἔλαβε καὶ σάρκα καὶ δοκίμασε τὸ θάνατο. Ἀλλὰ οἱ Ἰουδαῖοι μόλο ποὺ καθαρίστηκαν ἀπὸ τῆς ἀκάθαρτης λέπρας τους τὶς ἁμαρτίες, ὅσο αὐτὸ ἦταν ἔργο τοῦ Κυρίου, στάθηκαν ἀχάριστοι καὶ δὲν ἐγύρισαν ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς πλάνης τους, ὥστε νὰ δώσουν δόξα στὸ Θεὸ ποὺ τοὺς ἔσωσε, νὰ πιστέψουν σ’ αὐτὸν δηλαδὴ, ὅτι ἐνῶ ἦταν Θεὸς δέχτηκε νὰ πάθη τὰ χειρότερα δεινά. Αὐτὸ εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἡ σάρκα κι ὁ σταυρός. Αὐτοὶ λοιπὸν δὲν παραδέχτηκαν τὸν Κύριο τῆς δόξας ποὺ ἔλαβε σάρκα καὶ σταυρώθηκε.  Τὸ ἀλλόφυλο πλῆθος ὅμως τῶν εἰδωλολατρικῶν λαῶν ἐγνώρισαν Ἐκεῖνον ποὺ τοὺς ἐκαθάρισε καὶ Τὸν ἐδόξασαν μὲ τὴν πίστη τους ὅτι τόσο φιλάνθρωπος εἶναι ὁ Θεὸς καὶ δυνατὸς, ὥστε –δεῖγμα φιλανθρωπίας- καὶ τὴ χειρότερη ἀτίμωση νὰ δεχτῆ γιὰ χάρη μας κι ἀφοῦ τὴ δέχτηκε –δεῖγμα δυνάμεως- καμμιὰ βλάβη νὰ μὴ ὑποστῆ στὴ θεία του φύση.
Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον
Τόμος Δεύτερος
Ἀθῆναι 1969
σελ.103-105


Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή Μετά τα Φώτα: Λόγος περί μετανοίας (Αγ. Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ)

Κυριακή Μετά τα Φώτα: Λόγος περί μετανοίας (Αγ. Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ)

Ομιλία του Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Ευξείνου Πόντου, περί μετανοίας.

Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών. Μετανοείτε και πιστεύετε εν τω ευαγγελίω. Αυτά ήσαν τα πρώτα λόγια του κηρύγματος του θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Αυτά τα ίδια λόγια λέγει και σ’ εμάς μέχρι σήμερα, μέσω του Ευαγγελίου.


Όταν επληθύνθη περισσότερον από κάθε άλλη εποχήν η αμαρτία στον κόσμο, κατήλθε εδώ στην γη μας ο Παντοδύναμος Ιατρός. Κατήλθε στον τόπον αυτόν της εξορίας, στον τόπο των βασάνων και των παθών μας, που είναι μία πρόγευσις των αιωνίων βασάνων της κολάσεως, και ευαγγελίζεται την λύτρωση, την χαρά και την ίαση σε όλους τους ανθρώπους, χωρίς εξαίρεση, λέγοντας «μετανοείτε».

Η δύναμις της μετανοίας είναι θεμελιωμένη στην δύναμη του Θεού. Ο Ιατρός είναι πανίσχυρος, και η ίασις που Εκείνος χαρίζει είναι παντοδύναμος. Την εποχήν εκείνη, όταν εκήρυσσεν εδώ στην γη ο Κύριος, καλούσε σε θεραπείαν όλους όσοι ήσαν άρρωστοι από την αμαρτία, και δεν θεωρούσε καμμίαν αμαρτίαν ως αθεράπευτον. Και τώρα, επίσης, συνεχίζει να καλή όλους, και υπόσχεται, και χαρίζει πράγματι την άφεση για κάθε αμαρτία και την ίαση για κάθε αμαρτωλή ασθένεια.

Ω σεις, οι οδοιπόροι της γης. Ω σεις, όλοι όσοι αναλίσκεσθε ή σύρεσθε στην ευρύχωρον οδόν, μέσα στον ακατάπαυστο θόρυβο των γηίνων μεριμνών, περισπασμών και διασκεδάσεων, ανάμεσα σε άνθη ανάμικτα με αγκάθια, σεις που σπεύδετε και ακολουθείτε αυτόν τον δρόμο, κατευθυνόμενοι προς το τέλος, που είναι σε όλους γνωστόν και όμως όλοι το λησμονούν: ο σκοτεινός τάφος και η ακόμη σκοτεινοτέρα και φοβερωτέρα αιωνιότης. Σταματήστε! Αποτινάξτε την γοητείαν αυτού του κόσμου, που σας κρατεί μονίμως σε αιχμαλωσία! Ακούστε αυτό που σας ευαγγελίζεται ο Σωτήρ ημών Χριστός, δώστε στα λόγια του την προσοχή που τους αρμόζει: «Μετανοείτε και πιστεύετε εν τω ευαγγελίω. Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών». Σας είναι απαραίτητο, οδοιπόροι σεις της γης, να στρέψετε όλη σας την προσοχή σ’ αυτήν την ζωτικά ωφέλιμη και σωτήρια νουθεσία. Αλλιώς θα φθάσετε στον τάφο, θα φθάσετε στο κατώφλι και στην πύλη της αιωνιότητος, χωρίς να έχετε προηγουμένως κατανοήσει καθόλου ορθά την αιωνιότητα, ούτε τις υποχρεώσεις εκείνων που εισέρχονται σ’ αυτήν, έχοντας προετοιμάσει τον εαυτό σας μόνο για τις δίκαιες τιμωρίες που θα υφίστασθε αιωνίως για τις αμαρτίες σας. Η βαρυτέρα δε και σοβαροτέρα αμαρτία είναι το να μη δίδετε προσοχή στους λόγους του Σωτήρος μας Χριστού, δηλαδή να τον περιφρονήτε. Μετανοείτε!

Αποκοιμίζει και εξαπατά τον άνθρωπον ο δρόμος της επιγείου ζωής. Στα μάτια αυτών που αρχίζουν την πορεία τους σ’ αυτήν, παρουσιάζεται σαν ένα ατελείωτο πεδίο που σφύζει από πραγματικότητα. Για όσους την τελείωσαν, παρουσιάζεται σαν ένα συντομότατο ταξίδι που συνοδεύεται από όνειρα και μάλιστα χωρίς περιεχόμενο. Μετανοείτε!

Και την δόξα και τον πλούτο και όλα τα άλλα φθαρτά αποκτήματα και πλεονεκτήματα, που για την εξασφάλισή τους αναλίσκει όλη την επίγειο ζωήν του και όλες τις δυνάμεις της ψυχής και του σώματός του ο τυφλωμένος αμαρτωλός, οφείλει να τα εγκαταλείψη μέσα στα λίγα εκείνα λεπτά κατά τα οποία το ένδυμα της ψυχής, το σώμα, αφαιρείται και αποσπάται από αυτήν. Τότε η ψυχή οδηγείται από τους αυστηρούς αγγέλους στο Κριτήριον του δικαίου Θεού, του αγνώστου σ’ αυτήν, Εκείνου τον οποίον αυτή έχει περιφρονήσει. Μετανοείτε!

Μοχθούν οι άνθρωποι και βιάζονται να πλουτίσουν σε γνώσεις, οι οποίες όμως είναι μικράς μόνον σημασίας, και κατάλληλες για κάποιο μόνον χρονικόν διάστημα. Γνώσεις που συμβάλλουν στην ικανοποίησιν αναγκών, ανέσεων και ιδιοτροπιών της επιγείου ζωής. Περιφρονούμε τελείως τις ουσιαστικές, τις αναγκαίες γνώσεις και την εργασία, για τα οποία και μόνο μας έχει χαρισθεί η επίγειος ζωή. Δηλαδή την γνώση του Θεού, και την συνδιαλλαγή μας με αυτόν μέσω του λυτρωτού μας Χριστού. Μετανοείτε!

Αδελφοί, ας εξετάσωμε την επίγειο ζωή μας αντικειμενικά, αμερόληπτα, υπό το φως του Ευαγγελίου. Είναι μηδαμινή, ένα τίποτε. Όλα της τα αγαθά αφαιρούνται με τον θάνατον, αλλά συχνά και πολύ πριν από τον θάνατο με ποικίλες, απροσδόκητες καταστάσεις. Αυτά τα φθαρτά, τα τόσο γρήγορα εξαφανιζόμενα αγαθά, δεν αξίζουν να ονομάζωνται αγαθά. Στην πραγματικότητα είναι απάτες και παγίδες. Όσοι κολλούν και βυθίζονται στις παγίδες αυτές, και συλλαμβάνονται από αυτές, αποστερούνται από τα αληθινά, τα αιώνια, τα ουράνια, πνευματικά αγαθά, που αποκτούμε όταν πιστεύωμε στον Χριστό και τον ακολουθούμε στην μυστικήν οδό της ευαγγελικής ζωής. Μετανοείτε!

Σε πόσο φοβεράν τύφλωση ευρισκόμεθα! Πώς από αυτήν την τύφλωση αποδεικνύεται οφθαλμοφανώς η πτώσις μας! Βλέπουμε τον θάνατο των αδελφών μας. Γνωρίζουμε ότι ο θάνατος επίκειται, ίσως και πολύ σύντομα, και για μας, διότι κανείς από τους ανθρώπους δεν έμεινε εδώ στην γη για πάντα. Βλέπουμε ότι πολλούς, και πριν από τον θάνατο, η επίγειος ευτυχία τους προδίδει. Βλέπουμε αυτήν την ευτυχία να μεταβάλλεται συχνά σε δυστυχία, που ομοιάζει με καθημερινήν εμπειρία θανάτου. Παρ’ όλην αυτή την τόσον οφθαλμοφανή μαρτυρία της ιδίας μας της πείρας, εμείς κυνηγούμε τα πρόσκαιρα μόνον αγαθά ωσάν να ήσαν μόνιμα, αιώνια. Μόνον σ’ αυτά είναι στραμμένη η προσοχή μας! Ξεχασμένος ο Θεός! Ξεχασμένη και η μεγαλοπρεπής και συνάμα φοβερά αιωνιότης! Μετανοείτε!

Θα μας προδώσουν, αδελφοί, οπωσδήποτε θα μας προδώσουν όλα τα φθαρτά αγαθά. Τους πλουσίους και τους πάμπλουτους θα τους προδώση ο πλούτος τους, τους ενδόξους η δόξα τους, τους νέους η νεότης τους, τους σοφούς η σοφία τους. Ένα μόνον αιώνιο και ουσιώδες αγαθόν ημπορεί να αποκτήση ο άνθρωπος κατά την διέλευσή του από την γη. Αυτό είναι η αληθής γνώσις του Θεού και η συμφιλίωσίς του με τον Θεόν, την οποία χαρίζει ο Χριστός. Για να λάβη όμως κανείς τα κορυφαία και υπέρτατα αυτά αγαθά, πρέπει να εγκαταλείψη την αμαρτωλήν ζωή και να την μισήση. Μετανοείτε!

Μετανοείτε! Τι σημαίνει να μετανοήσωμε; Σημαίνει να ομολογήσωμε τις αμαρτίες μας και να μεταμεληθούμε γι’ αυτές. Σημαίνει ακόμη να πάψωμε να τις διαπράττωμε και ποτέ πλέον να μην επιστρέψωμε σ’ αυτές, όπως είπε κάποιος μεγάλος άγιος Πατέρας απαντώντας σε ανάλογον ερώτηση. Με τον τρόπον αυτόν πολλοί άνθρωποι μεταβάλλονται σε αγίους της Εκκλησίας μας και πολλοί άνομοι σε ανθρώπους ευλαβείς και δικαίους.

Μετανοείτε! Απορρίψετε από επάνω σας όχι μόνο τις φανερές αμαρτίες, όπως είναι ο φόνος, η αρπαγή, η ακολασία, η διαβολή και το ψεύδος, αλλά και τις ολέθριες διασκεδάσεις, τις σαρκικές ηδονές, τα απρεπή ονειροπολήματα και τους αθέμιτους λογισμούς, όλα, όλα όσα απαγορεύονται από το ευαγγέλιον. Την μέχρι τώρα αμαρτωλήν ζωή σας να την λούσετε με τα δάκρυα της ειλικρινούς μετανοίας.

Όταν καταληφθής από ακηδία και είσαι ψυχικώς εξησθενημένος, μην ειπής μέσα σου «έχω περιπέσει σε βαριά αμαρτήματα. Με την μακροχρόνιον αμαρτωλήν ζωή μου έχω αποκτήσει αμαρτωλές συνήθειες, που με την πάροδο του χρόνου έχουν γίνει σαν φυσικές μου ιδιότητες και έχουν κάνει αδύνατη για μένα την μετάνοια». Αυτούς τους σκοτεινούς λογισμούς σου εμπνέει ο νοητός εχθρός σου, που δεν τον έχεις προσέξει ακόμη, και δεν τον έχεις αντιληφθεί. Εκείνος γνωρίζει την δύναμη της μετανοίας και φοβείται μήπως η μετάνοια σε αποσπάσει από την εξουσία του. Και προσπαθεί να σε αφελκύση από την μετάνοια με τον λογισμόν ότι ο Θεός δεν έχει την ικανότητα να επιφέρη παντοδύναμο την ιατρεία του στην κατάστασή σου αυτή. Αυτού του πολέμου την εμπειρίαν είχε και ο Προφήτης Δαβίδ όταν έλεγε. «Κύριε, τι επληθύνθησαν οι θλίβοντές με; Πολλοί επανίστανται επ’ εμέ. Πολλοί λέγουσι τη ψυχή μου, ουκ έστι σωτηρία αυτώ εν τω Θεώ αυτού. Συ δε, Κύριε, αντιλήπτωρ μου ει, δόξα μου και υψών την κεφαλήν μου. Φωνή μου προς Κύριον εκέκραξα και επήκουσέ μου εξ όρους αγίου αυτού». Εκείνος που έχει θεσπίσει την μετάνοιαν είναι ο Δημιουργός σου, ο οποίος σε εδημιούργησε εκ του μηδενός. Ευκολώτερα λοιπόν τώρα που σε έχει ήδη φέρει στην ύπαρξη ημπορεί να σε αναπλάση και να μεταμορφώση την καρδία σου, από φιλαμαρτήμονα να την κάνη φιλόθεο, από φιλήδονο, από φιλόσαρκο, από κακόβουλο και από ηδυπαθή να την κάνη καθαράν, πνευματικήν, αγία.

Αδελφοί! Ας γνωρίσωμε την ανέκφραστον αγάπη του Θεού προς το βυθισμένο στην αμαρτίαν ανθρώπινο γένος. Ο Κύριος οικονόμησε την ενανθρώπησή του, έτσι ώστε μέσω της ανθρωπίνης φύσεώς του να ημπορέση να δεχθή τις τιμωρίες που οι άνθρωποι αξίζουν να δεχθούν. Και με το να δεχθή τιμωρίαν Εκείνος ο Πανάγιος, να εξαγοράση και να λυτρώση τους ενόχους από την τιμωρία. Τι τον προσείλκυσε κοντά μας, εδώ στην γη, στον τόπο της εξορίας μας; Μήπως οι δικαιοσύνες μας; Όχι! Τον είλκυσε σε μας η ολεθρία εκείνη κατάστασις στην οποία μας έριξε η αμαρτία μας.

Άνθρωποι αμαρτωλοί! Ας πάρωμε θάρρος, διότι για μας, ακριβώς προς χάριν μας ο Κύριος επετέλεσε το μέγα έργον της ενανθρωπήσεώς του! Επέβλεψε με ασύλληπτον έλεος στις ασθένειές μας. Ας πάψωμε να ταλαντευώμεθα, ας πάψωμε να παραδιδώμεθα στην ακηδία και την αμφιβολία. Ας πλησιάσωμε γεμάτοι πίστη, ζήλο και ευγνωμοσύνη, και ας αρχίσωμε την μετάνοια. Ας συμφιλιωθούμε δια μέσου αυτής προς τον Θεόν. Ας ανταποκριθούμε, όσον μας είναι δυνατόν, με τις ασθενικές δυνάμεις μας στην μεγάλην αγάπη του Κυρίου προς εμάς, όπως ημπορούν να ανταποκρίνωνται στην αγάπη του Δημιουργού τα δημιουργήματά του, τα οποία μάλιστα έπεσαν στην αμαρτία: Ας μετανοήσωμε! Ας μετανοήσωμε όχι μόνο με λόγια, ας δώσωμε μαρτυρία της μετανοίας μας, όχι μόνο με λίγα δάκρυα της στιγμής, ούτε μόνο με την εξωτερικήν συμμετοχή στις ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας, να τελούμε μόνο τις εκκλησιαστικές ιεροτελεστίες, όπως περιωρίζοντο να πράττουν οι Φαρισαίοι. Ας προσκομίσωμε μαζί με τα δάκρυα και με την εξωτερικήν ευσέβεια και τον άξιον καρπό της μετανοίας μας. Ας μεταβάλωμε την αμαρτωλήν ζωή μας σε σύμφωνον με το Ευαγγέλιον βιοτήν.

«Ίνα τι αποθνήσκετε, οίκος Ισραήλ;». Γιατί χάνεστε, χριστιανοί, με θάνατον αιώνιον εξ αιτίας των αμαρτιών σας; Γιατί να γεμίζετε την κόλαση σαν να μην έχη θεσπισθή μέσα στην Εκκλησία του Χριστού η πανίσχυρος μετάνοια; Αυτή η άπειρος αγαθή δωρεά έχει δοθεί στον οίκον Ισραήλ, δηλαδή στους χριστιανούς. Και όποτε θελήσουμε, καθ’ όλην την διάρκεια της ζωής μας, και όποιες και αν είναι οι αμαρτίες μας, η δωρεά αυτή ενεργεί με δύναμη μοναδική. Καθαρίζει από κάθε αμαρτία, σώζει τον κάθε άνθρωπο που προστρέχει στον Θεόν, έστω και αν αυτός μετανοήση στα τελευταία λεπτά της ζωής του, μόλις πριν από τον θάνατο.

«Ίνα τι αποθνήσκετε, οίκος Ισραήλ;». Χάνονται τόσοι χριστιανοί με τον αιώνιον θάνατο, για τον λόγο ότι σε όλην την διάρκεια της επιγείου ζωής των δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ασχολούνται με την αθέτηση των υποσχέσεων που έδωσαν κατά το άγιον Βάπτισμα, και με την δουλεία τους στην αμαρτία. Χάνονται, διότι δεν κρίνουν τον Λόγο του Θεού άξιον ακόμη και της παραμικράς προσοχής τους, τον Λόγο που κηρύττει την μετάνοια. Στις ύστατες στιγμές πριν από τον θάνατό τους, δεν κατορθώνουν να επωφεληθούν από την πανίσχυρο δύναμη της μετανοίας. Δεν ημπορούν να επωφεληθούν είτε διότι δεν απέκτησαν καμμίαν γνώση για τον χριστιανισμόν, είτε διότι απέκτησαν μια πολύ ανεπαρκή και συγκεχυμένη γνώση γι’ αυτόν, η οποία πρέπει να ονομασθή πλήρης άγνοια μάλλον παρά έστω και παραμικρά γνώσις.

«Ζω Εγώ, λέγει Κύριος», αναγκαζόμενος να ενισχύση με αυτόν τον τρόπο την διαβεβαίωση ενώπιον των απίστων, και να διεγείρη την προσοχή των απροσέκτων. «Ζω Εγώ, λέγει Κύριος, ου βούλομαι τον θάνατον του ασεβούς, ως το αποστρέψαι τον ασεβή από της οδού αυτού, και ζην αυτόν… Ίνα τι αποθνήσκετε οίκος Ισραήλ;».

Ο Θεός εγνώριζε την ασθένεια των ανθρώπων. Εγνώριζε ότι και μετά το Βάπτισμα θα πίπτουν σε παραπτώματα και αμαρτίες. Γι’ αυτόν τον λόγο και εθέσπισε στην Εκκλησία του το Μυστήριον της Μετανοίας, δια της οποίας καθαρίζονται οι αμαρτίες που διεπράχθησαν μετά το Βάπτισμα. Η μετάνοια πρέπει να συμβαδίζη με την πίστη στον Χριστό, και να προηγείται από το εις Χριστόν Βάπτισμα. Μετά δε το Βάπτισμα βοηθεί εκείνον που επίστευσε στον Χριστόν και εβαπτίσθη σ’ αυτόν, να διορθώση τις παραβάσεις των υποχρεώσεών του.

Όταν πολλοί από τα Ιεροσόλυμα και όλην την Ιουδαία κατέβαιναν στον Ιορδάνη για να βαπτισθούν από τον Ιωάννη, τον κήρυκα της μετανοίας, εξωμολογούντο σ’ αυτόν τις αμαρτίες των, όχι επειδή ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής είχε ανάγκη να γνωρίζη τις αμαρτίες των προσερχομένων σ’ αυτόν, όπως παρατηρεί κάποιος ιερός συγγραφεύς, αλλά διότι ήταν ανάγκη, χάριν της σταθερότητος της μετανοίας τους, μαζί με την λύπη τους για την διάπραξη αμαρτημάτων, να συνενώσουν και την εξομολόγηση των αμαρτιών τους. Η ψυχή που γνωρίζει ότι πρέπει να εξομολογηθή τις αμαρτίες της, λέγει ο ίδιος άγιος, συγκρατείται με αυτήν την ιδία την σκέψη ωσάν με χαλινόν, να μην επαναλάβη τις προηγούμενες αμαρτίες. Αντιθέτως, οι αμαρτίες που δεν έγιναν αντικείμενον εξομολογήσεως, επαναλαμβάνονται με άνεση, ωσάν να διεπράχθησαν στο σκότος. Με την εξομολόγηση των αμαρτιών καταλύεται η φιλική μας σχέσις προς αυτές. Το μίσος προς τις αμαρτίες είναι σημάδι αληθινής μετανοίας, και αποφασιστικότητος του εξομολογουμένου να ζήση ζωήν ενάρετον.

Αν απέκτησες την έξη προς αμαρτωλές πράξεις, τότε να τις εξομολογήσαι συχνά, και σύντομα θα ελευθερωθής από την αιχμαλωσία σου σ’ αυτές, και έτσι με ευκολία και χαρά θα ακολουθής τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστό. Αν κάποιος καταδίδει συνεχώς τους φίλους του, οι φίλοι του γίνονται εχθροί του και απομακρύνονται σαν από καταδότη, που επιδιώκει στην πραγματικότητα την καταστροφή τους. Αν κάποιος εξομολογήται τα αμαρτήματά του, αυτά υποχωρούν και τον εγκαταλείπουν, διότι οι αμαρτίες θεμελιώνονται και στηρίζονται επάνω στην υπερηφάνεια της πεπτωκυίας φύσεως, και δεν αντέχουν την αποκάλυψή τους και τον ονειδισμό.

Όποιος με την ελπίδα να μετανοήση, αμαρτάνει εκ προαιρέσεως και με την πρόθεσή του, αυτός συμπεριφέρεται ύπουλα έναντι του Θεού. Και όποιος, ελπίζοντας ότι θα μετανοήση, αμαρτάνει αυτοπροαιρέτως και με πρόθεση να ενεργήση έτσι, αυτός πλήττεται απροσδοκήτως από τον θάνατο, και δεν του παρέχεται ο καιρός τον οποίον σκοπεύει να αφιερώση στην αρετή.

Με το μυστήριον της εξομολογήσεως καθαρίζονται και εκπλύνονται τελείως όλες οι αμαρτίες που έχουν διαπραχθή εν λόγω ή έργω ή διανοία. Για να εξαλειφθούν από την καρδία οι αμαρτωλές συνήθειες που με την πάροδο των ετών έχουν ριζώσει μέσα της, χρειάζεται να εμμένη κανείς συνεχώς και σταθερά στην μετάνοια. Η συνεχής και σταθερά μετάνοια βιώνεται ως συνεχής συντριβή του πνεύματος, και συνίσταται στην πάλη με τους λογισμούς και τις επιθυμίες, με τα οποία εκδηλώνεται το κρυμμένο στην καρδίαν αμαρτωλόν πάθος, στην χαλιναγώγηση των σωματικών αισθήσεων και της κοιλίας, στην ταπεινή προσευχή και στην συχνή εξομολόγηση.

Αδελφοί, με την εκουσία αμαρτία έχουμε χάσει την αγίαν αγνότητα, την καθαρότητα και αθωότητα, που παραβιάζεται όχι μόνον από την αμαρτωλή πράξη, αλλά ακόμη και από την γνώση του κακού. Έχουμε χάσει την καθαρότητα και αθωότητα, μέσα στην πνευματικήν αίγλη και ακτινοβολία της οποίας μας έφεραν στο είναι, κατά την γένεση, τα χέρια του Δημιουργού. Έχουμε χάσει ακόμη και την καθαρότητα που ελάβαμε κατά την ανάπλασή μας με το άγιον Βάπτισμα. Στον δρόμο της ζωής έχουμε κηλιδώσει με ποικίλες αμαρτίες τον χιτώνα μας, τον οποίον ο Λυτρωτής μας είχε καθαρίσει και λευκάνει προς χάριν μας. Το μόνο που μας έχει απομείνει είναι το ύδωρ, το ύδωρ της μετανοίας. Τι θα απογίνωμε εάν αμελήσωμε και καταφρονήσωμε και αυτό το λουτρόν του καθαρισμού; Θα αναγκασθούμε να παρουσιασθούμε ενώπιον του Θεού με ψυχήν παραμορφωμένην από την αμαρτία, και Εκείνος θα εμβλέψη φοβερός σε μια τοιαύτη μολυσμένην ψυχή, και θα την καταδικάση στο πυρ της γεένης.

«Λούσασθε». λέγει Κύριος ο Θεός στους αμαρτωλούς, «και καθαροί γίνεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών, απέναντι των οφθαλμών μου, παύσασθε από των πονηριών υμών… και δεύτε διαλεχθώμεν». Και πώς τελειώνει η δικαία αυτή κρίσις του Θεού, η κρίσις του για την μετάνοια, στην οποία συνεχώς καλεί τον αμαρτωλόν κατά τον καιρόν της επιγείου ζωής του; Όταν ο άνθρωπος ομολογήση τις αμαρτίες του, και αποφασίση να μετανοήση ειλικρινώς και να διορθωθή, τότε ο Θεός λύει την κρίση που υπήρχε μαζί του με την ακόλουθον απόφαση: «Και εάν ώσιν αι αμαρτίαι υμών ως φοινικούν, ως χιόνα λευκανώ, εάν δε ώσιν ως κόκκινον, ως έριον λευκανώ». Αν όμως ο χριστιανός καταφρονήση αυτήν την τελευταία, την πολυεύσπλαχνο κρίση του Θεού, τότε του ανακοινώνεται από τον Θεόν η οριστική του καταδίκη στο αιώνιον πυρ.

«Το χρηστόν του Θεού», λέγει ο Απόστολος Παύλος, «εις μετάνοιαν σε άγει». Ο Θεός βλέπει τα αμαρτήματά σου, παρατηρεί με μακροθυμία τις αμαρτίες που διαπράττεις κάτω από το βλέμμα του, την αλυσίδα των αμαρτιών που διεμόρφωσαν όλον σου τον βίο. Αναμένει την μετάνοιά σου, και συνάμα αναθέτει στην ελευθέρα προαιρεσή σου την επιλογήν της σωτηρίας σου ή της καταδίκης σου στο αιώνιον πυρ. Συ όμως καταχράσαι την αγαθότητα και την μακροθυμία του Θεού! Ουδεμία διόρθωσις και βελτίωσις μέσα σου! Η αδιαφορία σου αντιθέτως αυξάνει! Αυξάνει μέσα σου η αμέλεια και η περιφρόνησίς σου προς τον Θεόν αλλά και προς την ιδική σου, την αιώνια τύχη σου. Ενδιαφέρεσαι, μόνο για το πώς θα πληθύνης τις αμαρτίες σου, και στις προηγούμενες αμαρτίες σου προσθέτεις νέες και χειρότερες! «Κατά την σκληρότητά σου και αμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτώ οργήν εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως και δικαιοκρισίας του Θεού, oς αποδώσει εκάστω κατά τα έργα αυτού. Τοις μεν καθ’ υπομονήν έργου αγαθού δόξαν και τιμήν και αφθαρσίαν ζητούσι, ζωήν αιώνιον, τοις δε εξ εριθείας (από φιλόνεικο διάθεση δηλαδή), και απειθούσι μεν τη αληθεία, πειθομένοις δε τη αδικία, θυμός και οργή. Θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζομένου το κακόν».
Αμήν.


(19ος αιών, από το βιβλίο του "Ασκητικές εμπειρίες" τόμ. Α' στο περιοδικόν "Αγιορειτική Μαρτυρία" αρ. 59, σελ. 42 - Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 647 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2014/01/blog-post_7779.html#ixzz3wk9jdotA

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

ΔΡΟΜΟΣ: ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ



Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Μᾶρκον Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 1ο, στίχοι 1 ἕως 8, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 2-1-2005.

Ἡ περικοπή πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο εἶναι ἡ ἔναρξη, ἡ ἀρχή τοῦ κατά Μᾶρκον Εὐαγγελίου καί, ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται, ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος ἐπέλεξε ἕναν πρωτότυπο τρόπο γιά νά δώσει στήν ἀρχή πολύ συνοπτικά (ἐξάλλου τό Εὐαγγέλιό του εἶναι τό μικρότερο, εἶναι πολύ λιτός ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος). Διάλεξε λοιπόν αὐτή τήν ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου -ὁ ἴδιος τό λέει «ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου»- νά τήν ὁρίσει στίς πρῶτες γραμμές μέ ἕναν τρόπο πού καθορίζει τό τί σημαίνει νά ζοῦμε κοντά στόν Χριστό. ῞Ολο του τό Εὐαγγέλιο εἶναι περιεκτικό σέ νοήματα, ἀλλά ἐδῶ ὁ Μᾶρκος εἶναι πραγματικά λιτός καί πολύ βαθιά περιεκτικός, καί ἐπέλεξε τή διήγηση αὐτή πού ἀφορᾶ τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο γιά νά κάνει αὐτό τό γεγονός. Οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι ἄλλες μεθόδους ἐπέλεξαν γιά τήν ἔναρξη τοῦ Εὐαγγελίου τους.

Νά δοῦμε λοιπόν τί χαράσσει μέ αὐτόν τόν λιτό καί ἁπλό τρόπο, σέ λίγες γραμμές μέσα, στήν καρδιά μας ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος καί χαράσσει οὐσιαστικά τό πῶς θά λειτουργήσει πάνω μας -προσέξτε, πάνω μας- προσωπικά τό Εὐαγγέλιο. Γι᾿ αὐτό, λίγο νά ξεφύγετε ἀπό τή διήγηση πού ἀφορᾶ τόν Πρόδρομο καί τή Βάπτιση, χωρίς νά φύγετε ἀπό αὐτήν, καί νά μπεῖτε σέ ἕνα ἀνθρωπολογικό περιεχόμενο: Τί σημαίνει γιά μᾶς, πέρα ἀπό τό ἱστορικό καί σωτηριολογικό γεγονός. Κοιτάξτε τά κείμενα πόσο λιτά ἔρχονται καί ἔρχονται μάλιστα μέ ἕναν τρόπο βομβαρδιστικό. Λέει: (χρησιμοποιώντας μιά προφητεία) «εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ». Οὐσιαστικά σημαίνει ἀνοῖξτε δρόμο στόν Θεό. Θά ᾿λεγε κάποιος: «τί σημαίνει αὐτό;», «πῶς θά ἀνοίξω δρόμο στόν Θεό;». Μάλιστα ὁ Χριστός εἶχε πεῖ: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς». Καί μόνο πού τό εἶπε ὁ Χριστός, ἐφόσον εἶναι ἡ ὁδός Ἐκεῖνος, ὅλοι ἐμεῖς κατά χάρη ἀποκτοῦμε τά χαρίσματά Του. Νά λοιπόν, γινόμαστε ἕνας δρόμος. Ἐκεῖνος εἶναι δρόμος καί ἐμεῖς, μετέχοντας στή ζωή Του, γινόμαστε δρόμοι. 

Τί σημαίνει νά ἀνοίξουμε δρόμο στόν Θεό; Αὐτό σημαίνει νά ἀφήσουμε νά λειτουργήσει πάνω μας Ἐκεῖνος καί νά ἀφήσουμε δρόμο στούς ἄλλους νά ζήσουν γιά νά πᾶνε στόν Θεό. Μάλιστα ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος αὐτό τό περιγράφει, πῶς ἐμεῖς θά γίνουμε δρόμοι πού θά ἀνοίξουμε δρόμο στόν Θεό νά περάσει καί ταυτόχρονα νά ἀνοίξουμε δρόμο στούς ἄλλους γιά νά ζήσουν καί νά ὑπάρξουν. Κοιτάξτε τί κάνει ἐδῶ ὁ Πρόδρομος μέ τά λόγια τοῦ Μάρκου. Βαπτίζει καί κηρύττει. Νά ἕνα πρῶτο γεγονός οὐσιαστικό γιά νά γίνουμε δρόμοι.

Εἶναι τά πρωτογενῆ μελήματά μας, δηλαδή ὁ λόγος μας, ἡ ὕπαρξή μας, ἡ παρουσία μας, ὁ λόγος (ἡ αἰτία) μας εἶναι ἀπό Ἐκεῖνον καί γιά Ἐκεῖνον. Ἀπό Ἐκεῖνον μιλᾶμε καί γιά Ἐκεῖνον μιλᾶμε καί διακονοῦμε μέ ἕναν ἔτσι ἤ ἄλλον τρόπο ἐκεῖνο πού εἶναι Ἐκεῖνος. Ὁ Πρόδρομος ἁπλῶς ὁμιλεῖ καί διακονεῖ βαπτίζοντας. Ἄλλος τό κάνει ἀλλιῶς. Ἀλλά ὁ λόγος, ἡ αἰτία μας, εἶναι Ἐκεῖνος καί ὁ λόγος μας εἶναι Ἐκεῖνος· καί γιά νά τό κάνεις αὐτό τό γεγονός, λέει ὁ Μᾶρκος σέ αὐτό τό λιτό καί συνοπτικό ἐναρκτήριο εὐαγγελικό του κήρυγμα, γιά νά τό κάνεις χρειάζονται οἱ ἑξῆς ἁπλές προϋποθέσεις: 

Πιάστε καί πλησιάστε τή λέξη «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Τό κάνεις καί δέν περιμένεις τίποτε. Δέν περιμένεις ὁ ἄλλος νά ἀνταποκριθεῖ, νά σέ χειροκροτήσει, νά ἀνταποδώσει, νά πεῖ ὁτιδήποτε, ἀλλά τό κάνεις γιατί εἶναι ἀλήθεια, εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια. Θά τολμοῦσα νά πῶ ὅτι εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια πού τήν κάνεις χωρίς νά περιμένεις τίποτε, γιατί εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Δέν τήν ἔφτιαξες, δέν τήν δημιούργησες, δέν τήν καλλώπισες ἐσύ· εἶναι τοῦ Θεοῦ ἡ ἀλήθεια. Ὅλα τά ἄλλα γιά τά ὁποῖα κουραζόμαστε, τά φτιάχνουμε, τά τελειοποιοῦμε καί τά προσφέρουμε στόν ἄλλον, μᾶς δίνουν δῆθεν κάποια αἴγλη καταξιώσεως, θέλουμε κάτι ἀπό αὐτά. Τίποτε δέν θέλουμε, ἁπλῶς τό μεταδίδουμε. Ὁ Θεός ἔτσι τό ἐπέτρεψε. Λοιπόν, «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Δέν περιμένεις τίποτε. 

Πέρα ἀπό αὐτό, γιά νά λειτουργήσει αὐτό τό γεγονός, ὑπάρχουν πάνω στόν ἄνθρωπο δύο προϋποθέσεις: Οἱ προϋποθέσεις οἱ σωματικές καί οἱ βαθιές πνευματικές, ψυχολογικές προϋποθέσεις τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ μέν σωματικές προϋποθέσεις γιά νά γίνει αὐτό τό πράγμα, νά γίνεις δρόμος καί νά μπορεῖς νά εἶσαι αὐτό πού εἶσαι χωρίς νά περιμένεις τίποτε, εἶναι πρῶτα ἡ ἐξωτερική λιτότητα τῶν αἰσθήσεων. Τό ὅτι περιγράφει τό τί ἔτρωγε, τό πῶς ζοῦσε, τό τί ροῦχα φοροῦσε ὁ Πρόδρομος, εἶναι μιά προσέγγιση αὐτῆς τῆς λιτότητας. Τί κάνει ὁ Πρόδρομος; Ἀξιοποιεῖ τό περιβάλλον. Φοράει αὐτό πού ἔχει, φοράει τό δέρμα πού ἔχει γύρω του. Τρώει τό μέλι πού ἔχει γύρω του, τίποτε ἄλλο. Ἀξιοποιεῖ τό περιβάλλον, δέν ἔχει ἐξεζητημένες ἀναζητήσεις. Ζεῖ μέσα στά πράγματα τοῦ κόσμου, καλύπτει τίς αἰσθήσεις του, ἀλλά δέν ἐξαρτᾶται ἀπό αὐτές καί δέν κάνει ἄλλες ἀναζητήσεις. Εἶναι ἐλεύθερος ἀπό τόν χῶρο τῶν αἰσθήσεων, ἀπό τόν χῶρο τῶν σωματικῶν λειτουργιῶν, χωρίς νά παύει νά τίς λειτουργεῖ, χωρίς νά τίς ἀναιρέσει.

Ταυτόχρονα εἶναι πολύ βαθιά μέσα του ψυχικά, πνευματικά ἐλεύθερος γιατί, λέει: «ὁ ἰσχυρότερός μου ἔρχεται» καί ξέρει ὅτι δέν εἶναι ἰσχυρότερος. Ἐκεῖνος πού λέει ὅτι ὑπάρχει ἐπάνω ἀπό αὐτόν ἰσχυρότερος καταλύει τόν πρωτογενῆ λόγο τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πτώσεως, καταλύει τόν ἐγωισμό. Νά λοιπόν, εἶναι ἐλεύθερος ἀπό τά πράγματα, εἶναι μέσα στά πράγματα καί εἶναι ἰσχυρότερος ὁ Χριστός καί ἐκεῖνος δέν εἶναι ἰσχυρότερος· καί τότε γίνεται δρόμος. 

Ὅπως σᾶς εἶπα στήν ἀρχή, καί μόνο αὐτή ἡ ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου ὁρίζει τί εἶναι τό Εὐαγγέλιο. Διαβάστε το αὐτό τό κείμενο καί μελετῆστε το καί πάλι νά δεῖτε πού εἶναι ἡ ζωή μας ὁλόκληρη. Ἡ εὐχή, μέσα ἀπό αὐτή τήν πρόταση τοῦ Εὐαγγελίου καί τήν πρόκληση, εἶναι νά καταξιώσουμε τόν μοναδικό τρόπο τοῦ ζῆν. Γιά νά μποροῦμε νά ζοῦμε, πρέπει νά ἔχουμε αὐτή τή μοναδικότητα τοῦ ζῆν καί μέ αὐτή τή μοναδικότητα τοῦ ζῆν νά γίνουμε δρόμοι, μέ τόν τρόπο πού περιέγραψε ὁ Μᾶρκος καί ἀγγίζει τήν καρδιά μας ὁ λόγος του. Τότε μπορεῖ νά βροῦμε τήν πραγματική ἐλευθερία, τήν ὄντως ἐλευθερία, πού οἱ λαοί τῆς γῆς τήν ἀναζητοῦν τελείως σπασμωδικά μέ τελείως δαιμονιώδεις συμπλεγμένους τρόπους. 

Ἀρχή, λοιπόν, τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ καί εἶναι μιά ἀρχή πού δέν τελειώνει ποτέ. Εἶναι μιά ἀρχή πού πάντα τελειώνεται, γίνεται δρόμοι. Θά μπεῖτε σέ μιά ἀρχή, σέ μιά βαθιά ἐλευθερία καί αὐτός ὁ δρόμος εἶναι δρόμος ἀτέλειωτος, γιατί πηγαίνει πάντοτε πρός τήν αἰωνιότητα.

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Πρό τῶν Φώτων: Μάρκ. α' 1-8.ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ


Πρό τῶν Φώτων: Μάρκ. α' 1-8

Αρχὴ τοῦ εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὡς γέγραπται ἐν τοῖς προ­φήταις, ἰδοὺ ἐγὼ ἀπο­στέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔ­­­­μπροσθέν σου· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρή­μῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυ­ρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ, ἐγένετο Ἰωάννης βαπτίζων­ ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφε­σιν ἁμαρτιῶν. καὶ ἐξεπορεύετο πρὸς αὐ­­τὸν πᾶσα ἡ Ἰουδαία χώ­ρα καὶ οἱ Ἱεροσολυμῖται, καὶ ἐβα­­πτίζοντο πάντες ἐν τῷ Ἰ­ορ­­δάνῃ ποταμῷ ὑπ᾿ αὐ­τοῦ ἐξο­μολογούμενοι τὰς ἁ­­μαρ­τί­ας αὐτῶν.  ἦν δὲ ὁ Ἰωάννης ἐνδεδυ­μέ­νος τρίχας καμήλου καὶ ζώ­νην δερματίνην περὶ τὴν ὀ­­­­σφὺν αὐτοῦ, καὶ ἐσθίων­ ἀ­­­­κρίδας καὶ μέλι ἄγριον. καὶ ἐκήρυσσε λέγων· ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ. ἐγὼ μὲν ἐβάπτισα ὑμᾶς ἐν ὕδατι, αὐτὸς δὲ βαπτίσει ὑ­­­μᾶς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ

Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων,σήμερα,καὶ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο μᾶς παρουσιάζει τὴν ἁγία μορφὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Τὸν μέγιστον τῶν Προφητῶν. Δὲν τὸν χαρακτηρίζουμε ἐμεῖς μέγιστον. Τὸν ὀνόμασε ἔτσιὁ Χριστός. Εἶπε δηλαδή, ὅτιὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ μεγαλύτερος τῶν προφητῶν, ὁἁγιότερος τῆς Π. Διαθήκης, ἀφοῦ «οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ» (Ματθ. ια΄ 11). Μεγίστη δόξα, θεία τιμή γιὰ τὸν Πρόδρομο. Καὶ συνεχίζει αὐτή τὴ δόξα καὶ τιμὴ πρὸς τὸν Πρόδρομο Ἰωάννη ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Πολλές ἑορτές καὶ πολλοὺς ναοὺς ἔχει εἰς μνήμην του. Τὸν μνημονεύει δεύτερον μετὰ τὴν Παναγία μας καὶ ἐπικαλεῖται τίς ἱκεσίες του κατὰ τὶς ἱερές της ἀκολουθίες. Στὸ τέμπλο δίπλα στὴν ἁγία του Κυρίου εἰκόνα, ἔχει τὴν εἰκόνα τὴν δική του. Καὶ κάθε Τρίτη τὸν ἑορτάζει καὶ πολλοὺς ὕμνους καί ἐγκώμια τοῦ ψάλλει. Καὶ τοῦ ἀξίζουν ὅλα αὐτὰ «τοῦ τιμίου, ἐνδόξου, προφήτου, Προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννου». Γιατί ὅμως ἀπολαμβάνει τέτοια τιμή καί δόξα ὁ Τίμιος Πρόδρομος;

1 . Γιὰ τὸν μέγα ζῆλο του.

Παραβάλλουν τὸν Πρόδρομον μὲ τὸν προφήτη Ἠλία. Καὶ γιατί λέμε τὸν παραβάλλουν;... Αὐτὴ ἡ ἁγία Γραφὴ τὸν προβάλλει ὡς δεύτερον Ἠλία. Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ πρῶτα-πρῶτα εἶπε στὸν πατέρα τοῦ Προδρόμου Ζαχαρία, ὅταν τοῦ εὐαγγελιζόταν τὴν γέννησή του, ὅτι αὐτὸς —ὁ Ἰωάννης δηλαδὴ—θὰ προπορευθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεανθρώπου  Ἰησοῦ «ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλιού» (Λουκ. α’ 17). Μὲ τὸ ἴδιο προφητικὸ χάρισμα καὶ μὲ τὸν ἴδιο ἔνθεο καὶ ἅγιο ζῆλο ποὺ παρουσίασε ὁ προφήτης Ἠλίας. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀναφερόμενος στὴν προφητεία τοῦ προφήτου Μαλαχίου, ἡ ὁποία ἔλεγε «ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου», ὅπως ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ἐλεγε στους Ἰουδαίους: Μὴ περιμένετε νὰ ἔλθει πάλιὁ προφήτης Ἠλίας. Ὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ Ἠλίας ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ἔρθει. Καὶ τὸν λέγει καὶ ὁ Κύριος τὸν Πρόδρομο Ἠλία, διότι εἶχε τὸν φλογερὸ πόθο τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ,ὅπως καὶ ὁ προφήτης Ἠλίας. Εἶχε τὸ ἄτρομο θάρρος καὶ τὴν κραταιὰ δύναμη ποὺ εἶχε καὶ ὁ θεσβίτης Ἠλίας νὰ ἐλέγχει τὴν ἀσέβεια καὶ κάθε παρανομία. Δὲν τρόμαξε μπροστὰ στὸν Ἀχαάβ ὁἨλίας. Δὲν φοβήθηκε τὸν Ἡρώδη ὁ Ἰωάννης. Τὸν ἤλεγξε δριμύτατα. Βροντοφώνησε πρὸς τὸν ἔνοχο βασιλέα τὸ τρομερὸν «οὐκ ἔξεστί σοι». Γιατί; Διότι μισοῦσε τὴν παρανομία καὶ ζητοῦσε τὴν εὐνομία. Πόθος του φλογερός, ἅγιος, ἱερὸς πόθος ἦταν ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐπικράτηση τοῦ ἁγίου θελήματός Του. Ἀγώνας του νὰ προπαρασκευάσει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων γιὰ νὰ δεχθοῦν τὸν Μεσσία καὶ τὴν θεία του Βασιλεία. Στὸ ἔργο αὐτὸ εἶχε ἀφιερώσει ὅλη τὴ ζωὴ του ὁ Ἰωάννης. Πρῶτον, λοιπόν, ξεχωρίζει ὁ Τίμιος Πρόδρομος καὶ τιμᾶται ἰδιαιτέρως γιὰ τὸν ζῆλο του τὸν ἱερό.

2. Γιὰ τὸ πύρινο καὶ φλογερὸ κήρυγμά του.

Ἀπὸ μικρὸς στὴν ἔρημο ἔφυγε, στὴν ἔρημο ἔζησε, στὴν ἔρημο ἄρχισε τὸ κήρυγμα καὶ τὸ βάπτισμά του. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας τὸ προεῖδε καὶ τὸ προεῖπε:«φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ». Καὶ ἡ προφητεία αὐτὴ γιὰ τὸν Πρόδρομο ἦταν, καὶ ὅπως ἀκούσαμε σήμερα, σ’ αὐτὸν τὴν ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος. Μᾶς λέγει: «ἐγένετο Ἰωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Εἴπαμε: κήρυγμα φλογερό, ἅγιο, πειστικό. Δὲν χαριζόταν ὁ Ἰωάννης, δὲν ζητοῦσε νὰ ἀρέσει στοὺς ἀνθρώπους. Ζητοῦσε νὰ σώσει τοὺς ἀνθρώπους. Νὰ τοὺς ἑτοιμάσει γιὰ τὸν Χριστὸ. Καὶ οἱ ἄνθρωποι ἦταν ἁμαρτωλοί, ἦταν ἔνοχοι, ἦταν ἀσεβεῖς. Τί τοὺς ἦταν ἀναγκαῖο;... Ἡ μετάνοια, ἡ πλήρης καὶ ὁλόψυχος στὸν Θεὸ ἐπιστροφὴ καὶ ἀφοσίωση, ἡ τελεία ὑποταγὴ στὸ ἅγιο τοῦ Κυρίου θέλημα. Καὶ αὐτὸ ἔκανε ὁ Πρόδρομος. Τοὺς βάπτιζε στὸν Ἰορδάνη, γιὰ νὰ συναισθανθοῦν καὶ ἐξομολογηθοῦν τὶς ἁμαρτίες τους καὶ τοὺς κήρυττε τὸ κήρυγμα τῆς μετανοίας. Ἄνθρωποι, τοὺς ἔλεγε, συνέλθετε. Ἁμαρτωλοί, μετανοῆστε, σταματῆστε τὶς πονηριὲς καὶ τὶς ἀδικίες ποὺ κάνετε, ἐργασθῆτε, γιὰ νὰ ζήσετε καὶ ἀρκεσθῆτε σὲ ὅσα σᾶς ἀποφέρει ὁ τίμιος ἱδρώτας σας. Βάπτισμα μετανοίας καὶ κήρυγμα μετανοίας ἦταν τὸ ἔργο τοῦ Προδρόμου. Τίποτε τὸ διαφορετικό, τίποτε τὸ θωπευτικό, τὸ ἀνθρωπάρεσκο, τὸ κολακευτικό. Δὲν φοβόταν ἂν θὰ προκαλοῦσε ἀντιδράσεις. Στὴν ὠφέλεια, τὴν μετάνοια ἀπέβλεπε. Καὶ μὲ αὐτὸκέρδιζε. Τί γινόταν;...«Ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ Ἰουδαία χώρα καὶ οἱ Ἱεροσολυμῖται, καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν». Πλῆθος μέγα, συναγερμὸς σωστός. Μεγάλοι καὶ μικροί, ἀριστοκράτες καὶ πτωχοὶ ὅλοι στὸν Ἰωάννη. Ἰδού τὸ μεγαλειῶδες κήρυγμα τοῦ θείου Βαπτιστοῦ. Καὶ αὐτόἦταν τὸ δεύτερο σημεῖο ποὺ τὸν διέκρινε. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕνα τρῖτο:

3. Γιὰ τὴν ἀσκητικὴ καὶ ἁγία ζωή του.

Βέβαια, κατὰ τὴν κλήση καὶ ἀποστολὴ του ἔπρεπε νὰ ἦταν καὶ ἡ ζωή του. Μεγάλη, θεία κλήση ἀπαιτεῖ καὶ ἁγία, ἀγγελικὴ ζωήν. Καὶ τέτοια ζωὴ ἔζησε στὴν ἔρημοὁ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου. Ὁ Εὐαγγελιστὴς μᾶς λέγει:«ἦν δὲ ὁ Ἰωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, καὶ ἐσθίων ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον». Τέλειος ἄσκητης, ἄγγελος ἐπίγειος, σὰν νὰ ἦταν ἄσαρκος. Ἕνα ἁπλὸ ροῦχο, μία πέτσινη ζώνη στὴ μέση του καὶ λίγες ἀκρίδες μὲ ἄγριο μέλι ὅλη του ἡ δίαιτα, ὅλη του ἡ πέραση, ὅλη του ἡ ζωή. Μακρυὰ ἡ ματαιότητα, μακρυὰ ἡ καλοπέραση καὶ μαλθακότητα. Ἐδῶ θαυμαστὴ ἁγνότητα, ἁγιότητα πολλὴ καὶ ταπείνωση μεγάλη. Οἱ ἄνθρωποι νόμισαν πῶς αὐτὸς ἦτανὁ Χριστός. Ἀλλ’ ὁ Πρόδρομος τοὺς ἔλεγε: Δὲν εἶμαι ἐγὼ. «Ἐκήρυσσε λέγων· ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ. ἐγὼ μὲν ἐβάπτισα ὑμᾶς ἐν ὕδατι, αὐτὸς δὲ βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Αὐτὴ ἦταν ἡ ἁγιότητα τοῦ Προδρόμου, τοῦ Βαπτιστοῦ ἡ ταπείνωση καὶ ὁσιότητα.

Γιὰ ὅλα αὐτὰ δικαίως λοιπὸν τιμᾶται καὶ δοξάζεται ὁ Τίμιος Πρόδρομος. Καὶ κυρίως δοξάστηκε γιὰ  τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ταπείνωσή του. Δοξάστηκε ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεό. Τώρα τὸν δοξάζουμε κι ἐμεῖς. Ἂς τὸν δοξάζουμε. Ἀλλὰ κι ἂς ἀγωνιζόμαστε νὰ τὸν μιμηθοῦμε στὴν ἁγιότητά του, τὴν ἀφοσίωσή του στὸν Θεό, τὴν ταπείνωσή του τὴν μεγάλη. Εἶναι καὶ γιὰ  μᾶς χρήσιμα αὐτά. Ἂς τὰ μιμηθοῦμε. Τότε θὰ ἔχουμε τὴν χάρη τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καὶ τὴν εὐλογία «τοῦ τιμίου,ἐνδόξου, προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου».



Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2016/01/3-2015.html#ixzz3w7823Par