Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

π. Συμεών Κραγιόπουλος: "Σύντομος οδός σωτηρίας" (ομιλία εις την παραβολή του ασώτου)

Σεβασμιώτατε, σας ευχαριστώ που μου κάνατε την πρόσκληση για να προσφέρω και εγώ κάτι στο μεγάλο και πολύ πνευματικό έργο που κάνετε στη θεόσωστο επαρχία σας. Αλλά έχω έναν φόβο: μήπως δεν θα μπορέσω να δώσω αυτό το οποίο κι εσείς και όλοι οι αδελφοί περιμένετε. 
Γι' αυτό, για να αισθάνομαι άνετα, θα ήθελα να σας παρακαλέσω να μην περιμένετε πολλά, τόσα που πιθανόν περιμένετε.
Ευχαριστώ τον Σεβασμιώτατο και θα τον παρακαλέσω να εύχεται όλη αυτήν την ώρα κι εμένα να με φωτίσει ο Θεός να πω ό,τι τέλος πάντων είναι δυνατό να λεχθεί, αλλά να φωτίσει και όλους μας να προσέξουμε τον λόγο Του, και όσο γίνεται να φύγουμε ωφελημένοι.
Και τώρα κάνετε υπομονή, παρακαλώ, και δώστε αγάπη να με ανεχθείτε. Όπως ακούσατε από τον Σεβασμιώτατο το θέμα είναι «Σύντομος οδός σωτηρίας».
Πολύ συνετέλεσε στο να εκλέξω αυτό το θέμα η παραβολή του ασώτου υιού, που διαβάστηκε σήμερα στις εκκλησίες. Όπως θα γνωρίζετε, η ευαγγελική περικοπή που περιέχει την παραβολή του ασώτου, και που διαβάζεται κάθε χρόνο αυτήν την ημέρα, αυτήν την Κυριακή, είναι το ευαγγέλιο των ευαγγελίων. Ή, όπως λέει κάποιος, τα ευαγγέλια είναι η καρδιά όλης της Αγίας Γραφής και η παραβολή του ασώτου υιού είναι το ευαγγέλιο των ευαγγελίων. Και όπως λέει κάποιος άλλος, εάν όταν ήλθε ο Χριστός στη γη, δεν προλάβαινε να πει τίποτε άλλο και έλεγε μόνο αυτήν την παραβολή του ασώτου υιού, έφθανε η παραβολή αυτή να μας πείσει ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, είναι αυτός που μέσα του κατοικούσε το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς και είναι αυτός που ήλθε να σώσει τον κόσμο.

Δεν μπορεί κανείς τέτοια μέρα, καθώς μάλιστα έχει και ένα τέτοιο θέμα, «σύντομος οδός σωτηρίας», να μην αναφερθεί σ' αυτήν την παραβολή. Ένας λόγος επίσης που μ' έκανε να πάρω αυτό το θέμα, «σύντομος οδός σωτηρίας», ήταν και το ότι ο άνθρωπος, όπως κι αν έχει το πράγμα, όσο κουράγιο κι αν έχει, όσο ζήλο κι αν έχει, θέλει -προπαντός στις ημέρες μας- όλα να τα κάνει σύντομα, να μη χρειάζεται πολύς χρόνος, να μη χρειάζεται, αν θέλετε, πολύς κόπος. Ακόμη και το θέμα της σωτηρίας θα ήθελε κανείς να γίνεται πιο εύκολα, πιο σύντομα, και νομίζω ότι η παραβολή του ασώτου υιού μας βοηθάει σ' αυτό. Και ας προχωρήσουμε τώρα στο θέμα και στην παραβολή αυτήν που ακούσαμε σήμερα.
Ο Θεός και ο άνθρωπος
Έχουμε από το ένα μέρος τον Θεό. Από το άλλο μέρος τον άνθρωπο. Ο Θεός είναι που αγαπά. Ο άνθρωπος είναι που αγαπιέται. Ο άνθρωπος είναι καρπός της αγάπης του Θεού. Εάν ο Θεός δεν αγαπούσε τον άνθρωπο, θα ήταν ανύπαρκτος, θα ήταν μηδέν, στο μηδέν. Ο Θεός τον αγάπησε τον άνθρωπο, γενικά το ανθρώπινο γένος και τον κάθε άνθρωπο πριν ακόμη τον φέρει από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Και ο Θεός που είναι αγάπη, αγάπησε και αγαπά και θα αγαπά πάντοτε τον άνθρωπο. Η αγάπη όμως του Θεού δεν είναι καταναγκαστική. Η αγάπη του Θεού δεν είναι, ας πούμε έτσι, υποχρεωτική. Η αγάπη του Θεού δεν σκλαβώνει, δεν αιχμαλωτίζει, δεν ταπεινώνει, δεν εξαφανίζει το αγαπώμενο ον, τον άνθρωπο. Όσο εκδηλώνει ο Θεός την αγάπη προς τον άνθρωπο, τόσο ο άνθρωπος αναδεικνύεται, τόσο ο άνθρωπος ελευθερώνεται, τόσο ο άνθρωπος γίνεται ό,τι είναι ο Θεός, όταν βέβαια ο άνθρωπος παίρνει τη σωστή στάση απέναντι στον Θεό.

Βλέπουμε λοιπόν εδώ, στην παραβολή του ασώτου, να λέει ο Κύριος ότι κάποιος είχε δύο παιδιά και «ο νεώτερος» ζήτησε «το επιβάλλον μέρος της ουσίας» και αμέσως προσθέτει «και διείλεν αυτοίς τον βίον». Δηλαδή ο νεώτερος υιός, που μπορεί να είναι ο κάθε άνθρωπος, δεν θέλει να είναι κοντά στον πατέρα του. Βλέπετε, έτσι όπως τα λέει η Αγία Γραφή, δεν αφήνει περιθώρια να νομίσουμε ότι προσπάθησε αυτός ο πατέρας, προσπάθησε, αν θέλετε, ο Θεός από δω από κει να δεσμεύσει την ελευθερία του παιδιού του και να βρει έναν κάποιο τρόπο να μην το αφήσει να φύγει μακρυά. Όχι. «Θέλεις το επιβάλλον μέρος της ουσίας; Πάρ' το». Και τους μοίρασε την περιουσία.
Δυο λόγια για την ελευθερία
Ο Θεός που αγαπά τον άνθρωπο, τον σέβεται τον άνθρωπο, τον τιμά τον άνθρωπο. Τον τίμησε με τα προσόντα, με τα χαρίσματα που του έδωσε, με την ελευθερία που του έδωσε και είναι, αν επιτρέπεται να πούμε έτσι, πολύ προσεκτικός ο Θεός απέναντι στον άνθρωπο· του φέρεται με πολλή διάκριση. Αν επιτρέπεται να πούμε, δεν θέλει να φέρει σε δυσκολία το πλάσμα του. Του δίνει όλη την αγάπη του, του λέει όλη την αλήθεια, αλλά όμως τον αφήνει ελεύθερο· και σ' αυτό το σημείο είναι όλη η ουσία του πράγματος: θα προτιμήσει να μείνει κανείς με τον Θεό; Όχι να εξαναγκαστεί. Ούτε ακόμη και ψυχολογική βία, αν επιτρέπεται να πούμε έτσι, εξασκεί ο Θεός επάνω στον άνθρωπο. Αφήνει εντελώς ελεύθερο τον άνθρωπο να προτιμήσει ή να μην προτιμήσει να μείνει με τον Θεό.

Ο νεώτερος υιός θέλει να φύγει, και τον αφήνει ο πατέρας να φύγει. Αφήνει ο Θεός τον άνθρωπο, καθό ελεύθερος ο άνθρωπος, τον αφήνει να φύγει. Θα ήθελα σ' αυτό το σημείο, πριν προχωρήσουμε, να πω δυό λόγια ακόμη πάνω στο θέμα αυτό της ελευθερίας, γιατί τόσος λόγος γίνεται πάντοτε και ιδιαίτερα στις ημέρες μας για την ελευθερία. Όσο κι αν τυχόν σας φανεί παράξενο, η ελευθερία, που την έχουμε περί πολλού και σωστά ως ένα σημείο, δεν είναι αυτή καθεαυτήν αγαθό· όχι. Διότι αν ήταν η ελευθερία αυτή καθεαυτήν αγαθό, έτσι όπως την καταλαβαίνουμε οι πολλοί, τότε δεν είχαμε παρά ν' αφήσουμε ελευθέρους τους ανθρώπους να κάνουν ό,τι θέλουν. Αλλά βλέπετε, ο άλλος ελευθέρως πηγαίνει και γίνεται αλκοολικός, ελευθέρως γίνεται ναρκομανής, ελευθέρως κάνει οτιδήποτε άλλο, και καταστρέφει τον εαυτό του και τους άλλους, κάνοντας κακή χρήση της ελευθερίας που του έδωσε ο Θεός. Το θέμα λοιπόν δεν είναι ν' αφήσουμε κάποιον ελεύθερο. Το θέμα είναι να βοηθήσουμε τον καθένα ελευθέρως και όχι καταναγκαστικώ τω τρόπω να βρει την αλήθεια, να βρει τον Θεό, να μείνει κοντά στον Θεό, οπότε θα είναι και πραγματικά ελεύθερος.

Να μου επιτρέψει ο Σεβασμιώτατος κι εσείς -δεν ξέρω αν προσκρούω στις σκέψεις κάποιου- να πω ότι κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι μεγάλο λάθος αυτό το οποίο γίνεται σήμερα, δηλαδή που τονίζουμε τόσο πολύ το θέμα αυτό της ελευθερίας: να αφήσουμε ελεύθερα τα παιδιά, να αφήσουμε ελεύθερους τους νέους, να αφήσουμε ελεύθερα τα πιο μικρά και τους μεγάλους, για να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, για να απολαμβάνει ο καθένας ό,τι θέλει. Είναι μεγάλο λάθος, διότι ο άνθρωπος δεν είναι tabula rasa, όπως έλεγαν, άγραφος πίνακας· ο άνθρωπος δεν είναι αγγελούδι. Βγήκε βέβαια από τα χέρια του Θεού σαν άγγελος, αναμάρτητος, αγνός, καθαρός, αλλά μετά την πτώση δεν είναι έτσι ο άνθρωπος. και είμαστε όλοι τέκνα του Αδάμ· δεν είναι κανένας που κατάγεται από κάπου αλλού.
Ο χριστιανός μπολιάζεται με τον Χριστό
Όλοι καταγόμαστε από τον Αδάμ, και επομένως σ' όλους, αν όχι περισσότερο, το πενήντα τοις εκατό του εαυτού μας είναι ένας άγριος άνθρωπος. Πώς λοιπόν θα πούμε στον άλλο «κοίταξε, είσαι ελεύθερος και κάνε ό,τι θέλεις», τη στιγμή που αυτό το πενήντα τοις εκατό του εαυτού μας, για να μην πω το ενενήντα τοις εκατό -γιατί πάντοτε αυτό το μέρος του εαυτού μας επιβάλλεται στο άλλο- θα ορμήσει από κει μέσα, θα ξεπεταχτεί και θα κατασπαράξει πρώτα τον ίδιο τον άνθρωπο και μετά και τους άλλους;

Ο περιβολάρης που έχει το περιβόλι με τα άγρια δένδρα και τα μπολιάζει, για να τα κάνει ήμερα δένδρα, δεν τα μπολιάζει απλώς και ξενοιάζει από κει και πέρα. Ξέρει πάρα πολύ καλά ότι, για να γίνουν αυτά τα δένδρα πραγματικά ήμερα δένδρα -οι αχλαδιές, οι ροδακινιές, οι βερυκοκκιές, οι μηλιές κλπ.- και να δίνουν ήμερο καρπό, χρειάζεται να τα παρακολουθεί επί αρκετά χρόνια, μήπως από τη ρίζα την παλιά ξεπεταχτούν άγρια βλαστάρια και σκεπάσουν το μπόλι, το ήμερο δένδρο, και έτσι ενώ είναι μπολιασμένο το δένδρο και ενώ έχει τις δυνατότητες να γίνει ένα ήμερο δένδρο, τελικά θα είναι πάλι ένα άγριο, και μάλιστα, καθώς θα πετάξει πολλά βλαστάρια, δεν θα είναι ένα, αλλά θα γίνουν περισσότερα. Τι το όφελος;

Ο χριστιανός μπολιάζεται με τον Χριστό, αλλά από κει και πέρα, ωσότου φθάσει κανείς σε μέτρο ηλικίας του πληρώματος του Χριστού, όπως λέγει ο απόστολος Παύλος, χρειάζεται, όσο κι αν φανεί παράξενο, κάποιος ή κάποιοι να παρακολουθούν τον άνθρωπο. Κυρίως, όταν είναι μικρό παιδί, να τον παρακολουθούν και συνέχεια να κόβουν τα βλαστάρια της παλαιάς ρίζας, για να γίνει νέος άνθρωπος. από που ως που λοιπόν να του πούμε «είσαι ελεύθερος, κάνε ό,τι θέλεις και μόνο όταν είσαι ελεύθερος...»; Είναι βέβαια ελεύθερος ο κάθε άνθρωπος, αν θέλει να είναι χριστιανός· αν δεν θέλει... αλλά αν θέλει όμως να είναι χριστιανός, δεν είναι ελεύθερος από κει και πέρα. Είναι δούλος του Ιησού Χριστού και υπακούει στον Χριστό και κάνει τις εντολές του Χριστού· και όλα όσα δεν είναι Χριστός και όσα δεν είναι αρετές του Χριστού και δεν είναι ζωή του Χριστού κόβονται αλύπητα.
Επιτρέψτε μου να πω τώρα αμέσως κιόλας, μέσα στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή που σε λίγο θα μπούμε -ήδη είμαστε στην περίοδο του Τριωδίου και λίγο-πολύ από τώρα κανείς ετοιμάζεται- να μην πάει κανείς να εξομολογηθεί και απλώς να πει μερικά συνηθισμένα πράγματα, αλλά να βάλει καλά καλά κάτω τον εαυτό του και να μη λυπηθεί, καθόλου να μη λυπηθεί να κόψει με τη βοήθεια του πνευματικού, με τη βοήθεια της Εκκλησίας όλα εκείνα τα οποία δεν είναι Χριστός.

Δεν έχει δικαίωμα ο χριστιανός, δεν του επιτρέπεται του χριστιανού να έχει άλλη ζωή από τη ζωή του Χριστού. «Ζω δε ουκέτι εγώ- ζη δε εν εμοί Χριστός», έλεγε ο απόστολος Παύλος. Και μπόλιασμα με τον Χριστό αυτό σημαίνει: η ζωή μας πρέπει να είναι η ζωή του Χριστού: «Η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ· όταν ο Χριστός φανερωθή, η ζωή ημών, τότε και υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη» όπως λέει ο απόστολος Παύλος. Η ζωή μας δεν μπορεί να είναι η ζωή του Κωνσταντίνου, του Βασιλείου, του Γρηγορίου κλπ. Ναι, είμαι ο Κωνσταντίνος, είμαι ο Βασίλειος, είμαι ο Ιωάννης, είμαι ο Δημήτριος, είμαι ο Γεώργιος, αλλά όμως ζω τη ζωή του Χριστού και όχι δική μου ζωή.
Και Χριστός και αμαρτία;
Ο νεώτερος υιός, ας επιστρέψουμε, πήρε «την ουσίαν», την περιουσία που του ανήκε. Τον άφησε ελεύθερο ο Θεός αυτόν τον νεώτερο υιό, που μπορεί να είναι ο καθένας, και, όπως λέει, τα μάζεψε όλα και πήγε «εις χώραν μακράν» και έζησε εκεί «ασώτως». «Ασώτως». Ξέρετε ότι η λέξη άσωτος παράγεται από το ρήμα σώζω και το στερητικό, όπως λέγεται, α. Ο σκοπός του ανθρώπου σ' αυτόν τον κόσμο μετά την πτώση, που ο άνθρωπος είναι μέσα στην αμαρτία, είναι να σωθεί ο άνθρωπος από την αμαρτία. Όχι απλώς από κάποια προβλήματα, όχι από κάποιες δυσκολίες. Τα περισσότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε κάθε μέρα είναι ανύπαρκτα, όταν θα λύσουμε το ένα αυτό πρόβλημα, το πρόβλημα της αμαρτίας. Σκοπός του ανθρώπου είναι να σωθεί.

Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο και πήρε το όνομα Ιησούς- και Ιησούς σημαίνει Σωτήρ. Ήλθε ως Σωτήρ. «Ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην ήτις έσται παντί τω λαω, ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ». Ο Χριστός λοιπόν πήρε το όνομα Ιησούς, που σημαίνει Σωτήρ, και ήλθε να σώσει τον κόσμο από την αμαρτία. Και όταν ένας, ας πούμε, ζει α-σώτως, δηλαδή δεν σκέπτεται τη σωτηρία, δεν νοιάζεται για τη σωτηρία, αλλά πνίγεται μέσα σ' όλα τα άλλα πράγματα, αυτός ζει ασώτως. Δεν είναι ανάγκη δηλαδή να μοιάζει πέρα για πέρα με τον άσωτο· να ξοδεύει την περιουσία του πατέρα του ή τι άλλο. Εφόσον περνάει τον καιρό σ' αυτόν τον κόσμο, χωρίς να νοιάζεται για τη σωτηρία, είναι ά-σωτος. Και η σωτηρία είναι να σωθούμε από την αμαρτία.

Τι έγινε με την αμαρτία που είναι μέσα σου; Καθάρισε η ψυχή σου από την αμαρτία; Γλίτωσες από την αμαρτία; Γιατρεύτηκε η ψυχή σου; Γιατί, όπως λένε και ο άγιος Ιωάννης ο ευαγγελιστής και ο απόστολος Παύλος, εκείνος ο οποίος πιστεύει στον Χριστό, εκείνος που μπολιάζεται με τον Χριστό, εκείνος που βαπτίζεται στο όνομα της Αγίας Τριάδος, βαπτίζεται μέσα στην κολυμβήθρα και βγαίνει από κει καινούργιος άνθρωπος έχει πεθάνει ως προς την αμαρτία. «Μη ουν βασιλευέτω η αμαρτία εν τω θνητώ υμών σώματι», λέει ο απόστολος Παύλος. «Πας ο γεγεννημένος εκ του Θεού αμαρτίαν ου ποιεί» λέει ο απόστολος Ιωάννης. Και αλλού πάλι ο ίδιος λέει «Πας ο γεγεννημένος εκ του Θεού ουχ αμαρτάνει». Δεν έχει καμιά θέση η αμαρτία στον σεσωσμένο, δεν έχει καμιά θέση η αμαρτία σ' αυτόν που πέθανε με τον Χριστό και αναστήθηκε με τον Χριστό.

Δεν κάνουμε καθόλου καλά που τα κανονίζουμε έτσι τα πράγματα: και με τις αμαρτίες μας και χριστιανοί. Δεν γίνεται. Ούτε να πει κανείς ότι «μα, ο άνθρωπος είναι αδύνατος». Βεβαίως, είναι αδύνατος ο άνθρωπος. Όμως πήγες στον Χριστό; Σε γιάτρεψε ο Χριστός; Πιστεύεις στον Χριστό; Είσαι ενωμένος με τον Χριστό; Έβαλες μέσα σου τον Χριστό; Άμα πιστεύσεις στον Χριστό και έλθει ο Χριστός μέσα στη ψυχή σου και ζει ο Χριστός μαζί σου, δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν μέσα σου και Χριστός και αμαρτία μαζί. Θα σε γιατρέψει ο Χριστός. Ο άνθρωπος την παραμικρή, ας πούμε, δύναμη της αμαρτίας δεν μπορεί να βγάλει από την ύπαρξή του. Μόνο ο Χριστός θα το κάνει αυτό το έργο. Αλλά ο Χριστός θα το κάνει σ' εκείνον ο οποίος εμπιστεύεται σ' αυτόν. Όχι έτσι όπως γίνεται σήμερα.
Το χειρότερο πράγμα στη σημερινή κοινωνία
Και να μου επιτρέψετε σ' αυτό το σημείο να τονίσω κάτι που φοβερά με λυπεί, καθώς το παρακολουθώ σήμερα. Ίσως είναι το χειρότερο πράγμα στη σημερινή κοινωνία και το χειρότερο πράγμα που συνέβη ποτέ σ' αυτόν τον κόσμο. Τα έχουμε πει αυτά και στη Θεσσαλονίκη. Κάποτε οι άνθρωποι αμάρταναν, αλλά είχαν μια συναίσθηση ότι αμαρτάνουν. Ακόμη και οι γυναίκες του δρόμου, κι αυτές ακόμη, ένιωθαν κάποια στιγμή ότι κάτι δεν κάνουν καλά· και κοιτούσαν κρυφά να πάνε σε καμιά εκκλησία, σε καμιά εικόνα της Παναγίας, να κλάψουν λίγο, να πουν ότι είναι αμαρτωλές, να ζητήσουν κάποια συγχώρηση. Άσχετα τώρα ότι πάλι συνέχιζαν αλλά είχαν μια κάποια συναίσθηση. Και όλοι γενικώς οι άνθρωποι.

Τώρα, τι κακό είναι αυτό! Το κακό αυτό, που είναι σ' όλον τον κόσμο, μπήκε και μέσα στις χριστιανικές ομάδες, μέσα στους ανθρώπους, ας πούμε, της Εκκλησίας, στους Ορθοδόξους χριστιανούς. Ξεκίνησε από την Αμερική, ήλθε στην Ευρώπη, έφθασε στην Ελλάδα. Το κακό είναι ότι οι άνθρωποι όχι απλώς αμαρτάνουν σήμερα, αλλά υπάρχει μια τάση να κάνουν ανενόχλητα την αμαρτία και να μην έχουν καμία αίσθηση ότι αμαρτάνουν.

Αυτό το πράγμα να το προσέξουμε πάρα πολύ. Και οι χριστιανοί αρκετά έχουμε επηρεασθεί απ' αυτό το πνεύμα. Δεν μας συνέχει, δεν μας καίει, δεν μας πονάει το θέμα αυτό της αμαρτίας. Άνετα κάνει κανείς τις αμαρτίες. Θα θυμηθεί να πάει να εξομολογηθεί κάπως να τακτοποιηθεί, θα κοινωνήσει κιόλας, αλλά γενικότερα -δεν δυσκολεύομαι να το πω, εξ όσων γνωρίζω- δεν καθαρίζουμε καλά την καρδιά μας, γενικότερα δεν τα παίρνουμε σοβαρά τα πράγματα ενώπιον του Θεού και δεν αποφασίζουμε επιτέλους να δώσουμε τον εαυτό μας στον Χριστό ο οποίος είναι Σωτήρ, για να μας σώσει όντως από την αμαρτία, για να μας κάνει δικούς του ανθρώπους, ανθρώπους-παιδιά του, θεραπευμένους και καθαρούς από την αμαρτία, και μέρα με την ημέρα να μας καθαρίζει όλο και περισσότερο, και μέρα με την ημέρα να μας αγιάζει, να μας θεώνει.
Πότε ζει κανείς ασώτως;
Έφυγε λοιπόν ο άσωτος υιός και πήγε και έζησε ασώτως, δηλαδή δεν σκεπτόταν καθόλου τη σωτηρία, αλλά έδωσε τον εαυτό του στον χαμό, στην καταστροφή. Μπορεί να μην είσαι μεταξύ εκείνων που πέφτουν σε σοβαρά παραπτώματα, αλλά αν όμως είσαι ένας άνθρωπος, ο οποίος ζει αδιάφορα ως προς αυτό το θέμα της σωτηρίας, αν είσαι χριστιανός, απλώς για να φαίνεσαι ένας καλός άνθρωπος, απλώς για να έχεις κάποιες καλές σχέσεις είτε μέσα στο σπίτι είτε με τους φίλους κλπ. -όχι ότι δεν είναι καλά αυτά· καλά είναι- αν βαθύτερα μέσα σου υπάρχει ο εγωισμός, η εγωλατρία, η πονηριά, αν βαθύτερα μέσα σου υπάρχει η μη ευθεία στάση ενώπιον του Θεού, αν βαθύτερα είτε λίγο είτε πολύ εσύ διαφεντεύεις, εσύ είσαι κύριος του εαυτού σου και σε τελευταία ανάλυση εσύ είσαι θεός, το καταλαβαίνεις δεν το καταλαβαίνεις ζεις ασώτως.

Ο απόστολος Παύλος λέει στην προς Κορινθίους επιστολή: «Ουκ οίδατε ότι... ουκ εστέ εαυτών; ηγοράσθητε γαρ τιμής». Δεν ανήκετε, λέει, στον εαυτό σας· αγορασθήκατε με τιμή μεγάλη που κατέβαλε ο Χριστός. Εάν δεν το πίστευσες, εάν δεν το ένιωσες αυτό, εάν δεν αγωνίζεσαι να το νιώσεις αυτό, ότι δεν ανήκεις στον εαυτό σου, και ότι πρέπει να σε κυβερνάει ο Χριστός, να σε κυβερνάει το Πνεύμα του Θεού, εάν τελικά εσύ κυβερνάς τον εαυτό σου και κατά τα άλλα είσαι καλός άνθρωπος, ναι, ζεις ασώτως. Δηλαδή δεν φροντίζεις για τη σωτηρία σου και θα μείνεις στην αμαρτία σου και τελικά θα χαθείς· να φυλάξει ο Θεός.

Έτσι ξόδεψε τη ζωή του ο άσωτος υιός και κατάντησε τελικά να μην έχει να φάει, όπως λέει, και προσπαθούσε, καθώς έγινε χοιροβοσκός, να γεμίσει την κοιλιά του από την τροφή που έτρωγαν οι χοίροι. Δεν είναι ανάγκη να γίνεις χοιροβοσκός, δεν είναι ανάγκη να πεινάσεις, δεν είναι ανάγκη να βρεθεί κανείς σε κάποιο νοσοκομείο ή σε κάποιο ειδικό νοσοκομείο αποτοξινώσεως κλπ. Βλέπει κανείς σήμερα τους ανθρώπους, τους χριστιανούς ανθρώπους και ιδιαίτερα τους νέους, να λιμοκτονούν, να πεινούν κατάβαθα, να πεθαίνουν της πείνας.
Το βογγητό της ερήμου των ψυχών
Ο άνθρωπος δεν ζει με τον άρτο, αλλά «επί παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού». Αν ήταν έτσι, να καλλιεργούμε τα χωράφια μας, να καλλιεργούμε τους κήπους μας, να καλλιεργούμε τα περιβόλια μας και ό,τι άλλο, για να έχουμε τον άρτο μας να ζούμε! Ο άρτος ο αληθινός, το ψωμί το αληθινό, είναι ο Χριστός. «Εγώ ειμί ο άρτος της ζωής», λέει ο Κύριος. Πόσοι άνθρωποι, πόσοι χριστιανοί, και ιδιαίτερα νέοι, τρώνε απ' αυτόν τον άρτο, παίρνουν ζωή από τον Χριστό, ο οποίος, όπως λέει, ήλθε «ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσι»;

Έχουν οι άνθρωποι τα ψυγεία τους, τα πλυντήριά τους, τα αυτοκίνητά τους, τις άλλες ανέσεις, είναι και λίγο χριστιανοί και περνούν καλά. Αλλά βαθύτερα τι γίνεται; Θα έχετε ακούσει αυτό που λένε: Κάποτε βάδιζε στην έρημο μια νύχτα ένας Ευρωπαίος μαζί με έναν βεδουίνο κάτω εκεί, στο Σινά ας πούμε ή στις ερήμους της Αιγύπτου ή στην Αραβία, και κάθε τόσο μέσα στην ησυχία της νύχτας, της νύχτας της ερήμου, που ούτε πουλιά έχει ούτε τίποτε, ο βεδουίνος είτε ακουμπώντας το αυτί του στη γη είτε όρθιος ή γονατιστός αφουγκραζόταν. Του είπε ο Ευρωπαίος: «Γιατί αφουγκράζεσαι κάθε τόσο; Τι ακούς;» «Ακούω την έρημο· ακούω το βογγητό της ερήμου». Ρώτησε ο Ευρωπαίος: «Βογγάει η έρημος;» «Η έρημος βογγάει, απάντησε ο βεδουίνος, γιατί έχει ένα παράπονο: Θέλει να είναι λιβάδι και δεν είναι. Και επειδή έχει καημό, έχει πόνο, βογγάει».

Εμείς, ως εκ της θέσεώς μας, πολλές φορές παραμερίζουμε τους θορύβους της ζωής αυτής και σκύβουμε μέσα στις ψυχές όλων των ανθρώπων, ιδιαίτερα των νέων.

Kαι καθώς τα αυτιά κλείνουν στους άλλους θορύβους και προσέχουν μόνο τις ψυχές, διαπιστώνει κανείς ότι εκεί επικρατεί μια έρημος, και απ' αυτήν την έρημο των ψυχών, κυρίως των νέων, βγαίνει το βογγητό. Δεν το λέει κανείς αυτό. Δεν λέει «βογγάω· ελάτε να με ακούσετε». Όχι. Αλλά όμως κάποιο αυτί μπορεί να πιάσει αυτό το βογγητό. Και θα μπορούσαμε να πούμε ότι κατά βάθος οι ψυχές όλων και ιδιαίτερα των νέων, καθώς απλώνεται σ' αυτές η έρημος, βογγούν, διότι δεν είναι λιβάδια του Χριστού, διότι πεινούν και διψούν. Έχουν πολλά να φάνε, έχουν πολλά να πιουν, έχουν πολλά να απολαύσουν, αλλά δεν τους γεμίζουν αυτά. Τους λείπει ο Χριστός, ο άρτος της ζωής, το πόμα το ουράνιο, το ύδωρ το ζων, όπως λέει ο Κύριος. Αυτός είναι ο άρτος της ζωής, Αυτός είναι το ύδωρ το ζων, Αυτός είναι τα πάντα.
Φοβερός αυτός ο λόγος!
Από μια πλευρά, θα έλεγε κανείς ότι δεν υπάρχει χειρότερη κατάσταση για τον άνθρωπο. Όταν ο άσωτος έφθασε στο σημείο αυτό να πεινάει και να θέλει να χορτάσει, να γεμίσει την κοιλιά του, όπως λέει, από τα χαρούπια, από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, υπήρχε άλλη κατάντια μεγαλύτερη απ' αυτήν; Όταν ο άνθρωπος φθάσει σ' αυτό το σημείο, ενώ είναι παιδί του Θεού -πατέρας του είναι ο Θεός· αυτός ο πατέρας της αγάπης τα έχει όλα και μπορεί να χορτάσει το κάθε παιδί- έχει φθάσει σε μια κατάσταση που δεν υπάρχει χειρότερη. Όμως από μια πλευρά θα λέγαμε, δεν υπάρχει και καλύτερη. Διότι όταν ο άσωτος υιός έφθασε σ' αυτό το σημείο -φοβερός αυτός ο λόγος, φοβερή αυτή η φράση: «Ελθών εις εαυτόν»- τότε ήλθε στον εαυτό του ο νέος αυτός. Τότε που έχασε τα πάντα, τότε που βρέθηκε σε αδιέξοδο, τότε που δεν του έμεινε τίποτε άλλο παρά ο θάνατος, τότε που δεν είχε καμιά ελπίδα, τότε που δεν μπορούσε να στηριχθεί πουθενά, τότε που δεν μπορούσε να περιμένει από κανέναν τίποτε, ούτε από φίλους ούτε από γνωστούς ούτε από υλικά αγαθά που είχε πρώτα, τότε ήλθε «εις εαυτόν» ο άσωτος και από κει και πέρα άρχισε η σωτηρία.

Αφού ήλθε «εις εαυτόν», σκέφθηκε ό,τι μπορούσε να σκεφθεί: «Πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι! Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ· πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου· ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου· ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου». Και αμέσως σηκώθηκε και πήγε.
Ο πατέρας περίμενε, περίμενε...
Ο πατέρας περίμενε. Δεν είναι να πει κανείς ότι έφθασε εκεί, άρχισε να κτυπάει πόρτες, άρχισε να ρωτάει, κάπου ήταν ο πατέρας του απασχολημένος, δεν είχε χρόνο να τον δει ή ανέβαλλε τη συνάντηση μαζί του. Τίποτε από αυτά. Ο πατέρας, σαν να είχε συμβεί το γεγονός της αναχωρήσεως του παιδιού του μόλις την προηγούμενη ημέρα, μόλις τις προηγούμενες ώρες, περίμενε, και σαν να ήξερε ότι θα γυρίσει. Όχι όμως ότι περίμενε, επειδή κάτι του έλεγε ότι θα γυρίσει. Η αγάπη τον έκαμνε να περιμένει. Άλλο είναι το ένα, άλλο το άλλο. Ως πατέρας δεν μπορούσε να ξεγράψει, δεν μπορούσε να το πάρει απόφαση μέσα του να πει: «Πάει αυτό το παιδί! Χάθηκε!» Περίμενε.

Και βλέπουμε, γυρίζει το παιδί, το δέχεται ο πατέρας και δεν περιμένει τίποτε να πει το παιδί. Εκείνο, για να κάνει το δικό του καθήκον, λέει, αλλά ο πατέρας αμέσως τον αγκαλιάζει, τον ασπάζεται και αφού άκουσε και τα λόγια του παιδιού του, αμέσως τον αποκαθιστά.

Κάνει εντύπωση ότι δεν ακολουθήθηκε καμιά διαδικασία. Ναι, παρακαλώ να το προσέξουμε αυτό. Δεν λέγονται έτσι τα πράγματα, επειδή να, χάριν συντομίας ο ευαγγελιστής Λουκάς έγραψε λίγα, τα έγραψε πολύ λιτά και λακωνικά. Όχι. Έχει ουσία το πράγμα. Δεν χρειάσθηκαν διαδικασίες.

Αυτό το σημείο θα παρακαλούσα να το προσέξουμε, μέσα στο οποίο φαίνεται αυτό ακριβώς που έχουμε ως θέμα μας: «Σύντομος οδός σωτηρίας». Η σωτηρία είναι πολύ εύκολη. Ο δρόμος είναι πάρα πολύ σύντομος. Εάν ο δρόμος γίνεται πολύ μακρύς, εάν η σωτηρία γίνεται πολύ δύσκολη, εάν χρειάζεται χρόνος και χρόνος, αυτό είναι γιατί εμείς το κάνουμε έτσι. Δεν είναι γιατί από τα πράγματα είναι έτσι.

Ο Θεός είναι ο Θεός, όπως είπαμε, που από αγάπη έκανε τον άνθρωπο και αγαπά τον άνθρωπο, και όταν φύγει από κοντά του. Η αγάπη αυτή κάνει τον Θεό να περιμένει τον άνθρωπο, εωσότου επιστρέψει. Και άλλο που δεν θέλει ο Θεός· άλλο που δεν θέλει.

Λίγο-πολύ δηλαδή έχουμε όλοι μια κάποια πείρα αυτού του πράγματος. Ποιά μάνα, ας πούμε, δεν θα περίμενε κάπως έτσι το παιδί της; Ποια μάνα θα καθόταν να κάνει δικαστήριο με το παιδί της, που το θεωρούσε χαμένο, που το θεωρούσε νεκρό, όταν γυρίσει; Ποιος πατέρας; Έχουμε κάποιες προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Ο Θεός άλλο που δεν θέλει: να γυρίσει ο άνθρωπός του, ο κάθε άνθρωπός του, και αμέσως να του δώσει τη σωτηρία.
«Ελθών εις εαυτόν»
Όμως χρειάζεται λίγο να επιμείνουμε. «Ελθών εις εαυτόν». Δηλαδή δεν ήταν στον εαυτό του το παιδί αυτό· δεν ήταν στα καλά του. Και χρειάστηκε να πάθει όλα αυτά, για να συνέλθει, να έλθει στα καλά του, να έλθει στον εαυτό του, για να μπορέσει να σκεφθεί σωστά. Γιατί από κει ξεκινούν τα πράγματα. Από τη σκέψη. Δεν είναι θέμα συναισθηματισμού. Προσέξτε το. Καμιά φορά τονίζουμε τον συναισθηματισμό. Καλός είναι, αλλά...

Ο άνθρωπος έχει και καρδιά, έχει και αισθήματα, αλλά έχει και νουν. Είναι λογικό ον ο άνθρωπος· δεν είναι ζωάκι. Έτσι τον έφτιαξε ο Θεός. Και ο άνθρωπος μπορεί να σκεφθεί και πρέπει να σκέφτεται. Όταν έλθει στον εαυτό του, όταν λογικευθεί και σκεφθεί σωστά, θα βάλει κάτω τα πράγματα και θα βρει τι είναι σωστό να κάνει, όπως ακριβώς αυτός. Εφόσον ενέμενε στο πείσμα του, δεν μπορούσε να σκεφθεί ποιο ήταν αυτό που έπρεπε να κάνει. Διότι οπωσδήποτε και άλλες φορές θα ήλθε λίγο στο μυαλό του: «Κάτι δεν πάει καλά. Πολύ ξεπέφτω. Πολύ ταλαιπωρούμαι. Στον πατέρα μου ήταν καλύτερα τα πράγματα». Αλλά πείσμα όμως, πείσμα. Διότι, όταν ο άνθρωπος κλωτσήσει την αγάπη του Θεού, ξέρετε, δεν το κάνει τυχαία αυτό. Μας φαίνεται ότι είναι μια επιπόλαιη ενέργεια. Όχι, όχι. Δεν φεύγει ο άνθρωπος επιπόλαια, τυχαία και έτσι στ' αστεία από τον Θεό. Βαθύτερα ο άνθρωπος θεοποιεί τον εαυτό του και ξεγράφει τον Θεό, σαν να μην τον έχει ανάγκη. Γυρίζει τα νώτα του, κλωτσάει την αγάπη του Θεού και φεύγει.

Πολλές φορές ο άνθρωπος στη ζωή του συναντάει εμπόδια, συναντάει δυσκολίες, και του έρχεται κάτι σαν μια μικρή ακτίνα φωτός, αλλά εμμένει στο πείσμα του και δεν θέλει να επιστρέψει. Δεν θέλει να παραδώσει τον εαυτό του στον Θεό, δεν θέλει να παραδεχθεί την αποτυχία του, δεν θέλει να παραδεχθεί ότι έπεσε έξω, ότι έκανε λάθος, εωσότου -είπαμε- φθάνει στο σημείο εκείνο, που δεν υπάρχει άλλο πιο πέρα και η ανάγκη, το ζόρισμα, τον κάνει τον άνθρωπο, όχι να κάνει κάτι, όχι να προβεί σε κάποια ενέργεια, αλλά να έλθει «εις εαυτόν» και να σκεφθεί σωστά. Έπειτα η ενέργειά του δεν είναι από ανάγκη.

Ο υιός αυτός δεν επιστρέφει, επειδή βρέθηκε σε ανάγκη, και μόλις τρόπον τινά περάσει η ανάγκη, πάλι θα φύγει. Όχι. Η ανάγκη βέβαια τον ζόρισε, τον εξουθένωσε και συνετέλεσε πάρα πολύ και τον βοήθησε να έλθει «εις εαυτόν», να σκεφθεί καλύτερα, να θυμηθεί και να πει: «Πόσοι μισθωτοί, δηλαδή άνθρωποι ξένοι, που δεν είναι του πατέρα μου παιδιά, όχι μόνο τρώνε και χορταίνουν, αλλά τους περισσεύει κιόλας, κι εγώ εδώ πεθαίνω της πείνας!»

Έχετε υπόψιν σας αυτό που λέει ο ψαλμωδός: «Είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού- ουκ έστι Θεός». Ο άφρων το λέει αυτό· ο άφρων. Αυτός που δεν είναι στα καλά του θα πει «ουκ έστι Θεός». Σήμερα, όπως κάνουν οι άνθρωποι και ιδιαίτερα οι νέοι που το έβαλαν πείσμα, όπως είπαμε, να θεοποιήσουν τον εαυτό τους και να απομακρυνθούν όσο γίνεται από τον Θεό, είναι εκτός εαυτού, δεν είναι στα καλά τους, είναι άφρονες, όσο και αν φαίνεται παράξενο.
Είναι η ζωή μας ένα πανηγύρι, μια γιορτή;
Αλλά επειδή όμως, αδελφοί μου, δεν θέλω να μείνουμε με την εντύπωση ότι «ε, αυτοί οι νέοι έτσι κάνουν», και κάπως να αθωώσουμε τον εαυτό μας, θέλω να πω ότι, εξ όσων έχω καταλάβει, μπορεί να πέφτω έξω, αυτή η αφροσύνη δεν υπάρχει απλώς σε κάποιους που αναφανδόν απορρίπτουν τον Θεό, σε κάποιους νέους οι οποίοι επαναστατούν, σε κάποιους νέους που παίρνουν άλλους δρόμους, αλλά αυτή η αφροσύνη τρυπώνει μέσα στις ψυχές ακόμη και των πιο καλών χριστιανών.

Παρακαλώ, να είμαστε τίμιοι με τον Θεό, τίμιοι με τον εαυτό μας, να είμαστε ευθείς και όχι να προσπαθούμε να τα κρύψουμε τα πράγματα. Πόσοι, π.χ., από μας εδώ, από άλλους που είναι πιο πέρα, από όλους εμάς που θρησκεύουμε, που δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είμαστε κατά τα άλλα καλοί χριστιανοί, πόσοι από μας όντως επιστρέψαμε στον πατέρα μας, όντως νιώθουμε ότι είμαστε παιδιά του Θεού, όντως περνάει μέσα μας όλη η αγάπη του Θεού, όντως απολαμβάνουμε αυτήν την αγάπη του Θεού, όπως βλέπουμε εδώ στον άσωτο, και είναι η ζωή μας ένα πανηγύρι και είναι η ζωή μας μια γιορτή; Διότι τέτοια είναι η ζωή του χριστιανού σ' αυτόν τον κόσμο, όσο κι αν είναι ένας αρραβών.

Το πλήρωμα, το όλον της χριστιανικής ζωής, της αγίας ζωής, της εν Χριστώ ζωής, θα το βρούμε μετά θάνατον. Ο γάμος είναι γάμος, όταν γίνει ο γάμος. Όμως προηγείται του γάμου ο αρραβών. Ο οποίος αρραβών όσο περνούν οι ημέρες, τόσο κάνει τους μνηστευμένους να προσεγγίζουν στον γάμο, τόσο κάνει τους μνηστευμένους να προαισθάνονται και να προγεύονται, ας πούμε έτσι, τα αγαθά του γάμου. Έτσι λοιπόν η εν Χριστώ ζωή σ' αυτόν τον κόσμο είναι όπως ο αρραβών, αλλά όμως είναι πανηγύρι, είναι γιορτή.

Δεν επιτρέπεται σ' εμάς τους χριστιανούς να φοβόμαστε κι εμείς όπως οι άλλοι άνθρωποι, να ανησυχούμε κι εμείς όπως οι άλλοι άνθρωποι, να διαπληκτιζόμεθα μη χάσουμε το δίκιο μας όπως οι άλλοι άνθρωποι. Όπως οι άλλοι άνθρωποι έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη στο αυτοκίνητό τους, έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη σε άλλα αγαθά, έτσι περίπου κάνουν και οι χριστιανοί και τελικά η χαρά μας και το πανηγύρι μας και η ευφροσύνη μας δεν είναι ο Θεός. Αυτό δεν επιτρέπεται στους χριστιανούς.

Ο χριστιανός πρωτίστως και κυρίως είναι χριστιανός. Πρωτίστως και κυρίως ο χριστιανός έχει μέσα του τον Χριστό και απολαμβάνει αυτήν την κοινή με τον Χριστό ζωή, την εν Χριστώ ζωή. Την απολαμβάνει, την γεύεται. Μπορεί να έχει θλίψεις σ' αυτόν τον κόσμο, μπορεί να έχει διωγμούς. Πρώτα ο ίδιος ο Κύριος διώχθηκε, ο ίδιος ο Κύριος θανατώθηκε. Οι μαθηταί του, οι απόστολοι, οι μάρτυρες, οι όσιοι, όλοι οι άγιοι μέχρι σήμερα, όλοι αυτοί οι οποίοι είναι χριστιανοί διώκονται, αλλά κανείς δεν μπορεί να τους αφαιρέσει το πανηγύρι που έχουν μέσα τους.

«Έχω υπερπερισσεύουσα τη χαρά» λέει ο απόστολος Παύλος. Έχω όχι απλώς χαρά, όχι περίσσια χαρά, αλλά υπερπερίσσια χαρά «εν πάση τη θλίψει». Ο απόστολος είχε πολλές θλίψεις σ' αυτόν τον κόσμο και πολλά εμπόδια και πολλούς πειρασμούς και πολλές δυσκολίες. Πολλές φορές τον έδειραν, πολλές φορές κινδύνευσε, αλλά ποτέ όμως δεν έλειψε από την ψυχή του αυτό το πανηγύρι, αυτή η γιορτή, αυτή η χαρά του Χριστού. Γιατί όντως ο απόστολος Παύλος από τότε που έγινε το θαύμα σ' αυτόν κατά σύντομο τρόπο, καθώς πήγαινε στη Δαμασκό σαν διώκτης, και συνάντησε τον Χριστό και του μίλησε ο Χριστός και τον παρέπεμψε μετά στην Εκκλησία, από τότε πολλά πέρασε για τον Χριστό, όμως ήταν γεμάτος από τη χαρά του Χριστού.
Αν θέλεις να είσαι του Χριστού, στην Εκκλησία θα πας
Θα ήθελα με την ευκαιρία αυτή να τονίσω κάτι και να το προσέξουμε, ίσως όχι τόσο για σας, όσο για κάποιους τρίτους, για να τους το λέτε· σε προτεστάντες, σε πεντηκοστιανούς κλπ.

Όταν ο Χριστός μίλησε στον Σαούλ -στον απόστολο Παύλο- πηγαίνοντας στη Δαμασκό, «Σαούλ, Σαούλ, τί με διώκεις;» κλπ. ρώτησε ο απόστολος Παύλος: «Τι να κάνω, Κύριε;» Και ενώ είναι ο απόστολος που τον διαλέγει ο ίδιος ο Χριστός, είναι ο απόστολος που θα βαστάσει όλο το βάρος της χριστιανοσύνης, θα είναι ο απόστολος των εθνών, θα είναι ο πρώτος μετά τον Ένα, όπως λέγεται, και έχει μπροστά του τον Χριστό, μιλάει με τον Χριστό, ο ίδιος ο Χριστός τι του λέει; «Πήγαινε στη Δαμασκό και εκεί θα σου πουν τί θα κάνεις». Και τον στέλνει σε έναν ταπεινό ιερέα, σ' έναν πρεσβύτερο, τον Ανανία. Και από τον Ανανία έμαθε ο απόστολος Παύλος τι έπρεπε να κάνει. Κατηχήθηκε, βαπτίστηκε και έγινε χριστιανός.

Και αν ακόμη υποθέσουμε κάποιος -να το ξέρουμε αυτό και να το λέμε στους προτεστάντες και στους άλλους- φθάσει σε σημείο να μιλήσει με τον Χριστό, πάλι, αν θέλει να είναι του Χριστού και αν θέλει να είναι χριστιανός, στην Εκκλησία θα πάει. Γιατί η Εκκλησία είναι του Χριστού. Κατά τον ιερό Αυγουστίνο, η Εκκλησία είναι ο παρατεινόμενος Χριστός εις τους αιώνας. Εκεί θα βρούμε τον Χριστό, εκεί θ' ακούσουμε τον Χριστό, εκεί θα μάθουμε τί θέλει ο Χριστός από μας.
Πολύ πιο πέρα και από τον άσωτο;
Λίγο ακόμη θέλω να επιμείνω σ' αυτό το «ελθών εις εαυτόν» και με ιδιαίτερη αναφορά στους νέους. Αλλά από ό,τι δείχνουν τα πράγματα, και αρκετοί μεγάλοι έχουν επηρεασθεί από τα διάφορα πνεύματα και ρεύματα από τα οποία επηρεάζονται οι νέοι.

Μου κάνει εντύπωση στις συναντήσεις που έχω με νέους, στις κατ' ιδίαν συναντήσεις, καθώς συζητούμε και καθώς τα λέμε, μου κάνει εντύπωση ότι σαν άλλοι άσωτοι -όπως ο άσωτος τα πήρε όλα και τα ξόδεψε όλα-καθώς γκρέμισαν και έβγαλαν από τη μέση διάφορα εμπόδια που υπήρχαν, χύμηξαν τα καημένα τα παιδιά χωρίς να ξέρουν τι τους γίνεται, και απόλαυσαν τα πάντα. Πιο πολύ πρέπει να λυπούμαστε αυτούς που πλανώνται και όχι να τους κατακρίνουμε. Τι να τους κατακρίνεις; Αυτά τα παιδιά είναι δυστυχισμένα, όπως και όλοι αυτοί οι άνθρωποι οι μακράν του Χριστού.

Και τι έγινε; Αυτό που διαπιστώνω εγώ -μπορεί να πέφτω έξω- δεν είναι απλώς ότι τα παιδιά απόλαυσαν τα πάντα και πάλι δεν βρήκαν τη χαρά, πάλι δεν βρήκαν την ευτυχία, και τώρα δεν έχουν τι να απολαύσουν. Όχι. Δεν είναι απλώς αυτό μόνο. Φοβούμαι δηλαδή ότι αυτά τα παιδιά τα σημερινά και γενικώς η ανθρωπότητα η σημερινή πήγε πολύ πιο πέρα από τον άσωτο. Όταν συζητάς με έναν νέο σήμερα, διαπιστώνεις ότι όχι απλώς έκανε πολλά πράγματα, όχι απλώς έφθειρε τον εαυτό του, τον έχει τσακίσει, τον έχει σμπαραλιάσει τον εαυτό του, αλλά είναι διαλυμένος σαν ύπαρξη, έχασε την ταυτότητά του. Δεν ξέρει: υπάρχει, δεν υπάρχει; Δεν ξέρει τί σημαίνει, ας πούμε, να είναι κανείς άνθρωπος, να έχει οντότητα, να μπορεί να πει ένα όχι, να μπορεί να πει ένα ναι. Τίποτε.

Είχα χρησιμοποιήσει μια φορά στη Θεσσαλονίκη ένα παράδειγμα. Βλέπεις ένα τριαντάφυλλο, το οσφραίνεσαι κιόλας, έχει ωραίο άρωμα, το χαίρεσαι, το απολαμβάνεις. Αν όμως δεν σταθείς σ' αυτό, αλλά πεις «για να το δω εγώ καλύτερα» -τάχα καλύτερα- και το πάρεις στα χέρια σου το τριαντάφυλλο και αρχίσεις ν' ανοίγεις τα πέταλά του, τάχα για να το γνωρίσεις καλύτερα, θα το παιδέψεις στα χέρια σου, θ' αρχίσουν ένα ένα να πέφτουν τα πέταλά του και θα μείνει το κοτσάνι στα χέρια σου. Πάει το τριαντάφυλλο- τη στιγμή ακριβώς που εσύ νόμισες ότι θα το γνωρίσεις καλύτερα και θα το χαρείς καλύτερα και θα το απολαύσεις καλύτερα.

Αυτό έπαθαν τα παιδιά σήμερα. Χύμηξαν στη ζωή. Δεν την είδαν τη ζωή με σεβασμό. Δεν είδαν το μυστήριο της ζωής με σεβασμό και από απόσταση, όπως πρέπει να κάνει το λογικό ον, αλλά χύμηξαν και την απόλαυσαν τη ζωή κατά έναν τέτοιο τρόπο που την ξεπουπούλιασαν και μαζί με το ξεπουπούλιασμα της ζωής, ξεπουπούλιασαν και τον εαυτό τους. Με πόσα παιδιά καθόμαστε και λέω: «Τί να σου κάνω τώρα, παιδί μου, τι να σου κάνω; Το μόνο που σου μένει, αν μπορείς, αυτό κάνε τουλάχιστον. Πες ενώπιον του Θεού: "Τα έκανα θάλασσα. Δεν ξέρω τίποτε. Δεν ξέρω τί μου γίνεται, αλλά βρήκα εδώ έναν ιερέα που έχει την διάθεση να με ακούσει." Και κάθισε εδώ και άκου. Άκου. Σιγά σιγά, σιγά σιγά, θα βρεις τον εαυτό σου, θα ξαναφτιάξει ο εαυτός σου, και μετά σαν ελεύθερο ον να δώσεις τον εαυτό σου στον Θεό. Αλλιώς, δεν θα βρούμε καμιά άκρη».
Κάτι λείπει. Σαν να μη γεμίζει η ψυχή μας
Είπαμε ότι δεν υπάρχει χειρότερη κατάσταση απ' αυτήν στην οποία έφθασε ο άσωτος, απ' αυτήν στην οποία φθάνουν σήμερα οι άνθρωποι, ιδίως οι νέοι, που είπαμε ότι προχωρούν και πιο πέρα από τον άσωτο, αλλά δεν υπάρχει και καλύτερη κατάσταση.

Να μου επιτρέψετε, Σεβασμιώτατε, να πω την ταπεινή μου γνώμη. Θέλω πάντοτε, σαν να πηγάζει από μέσα μου, να είμαι αισιόδοξος. Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα σήμερα, αλλά είμαι αισιόδοξος. Δηλαδή ποτέ δεν ήταν τόσο καλά, αν θέλετε. Είναι ό,τι χρειάζεται. Έφθασαν για πολλούς ανθρώπους εκεί τα πράγματα, που είναι ό,τι χρειάζεται τώρα να καθίσουν κάτω και να έλθουν εις εαυτούς και να επιστρέψουν στον Θεό. Και οι νέοι που έχουν φύγει κατ' αυτόν τον τρόπο αλλά και όλοι μας. Διότι, σας παρακαλώ πάρα πολύ, ναι μεν είμεθα χριστιανοί, εκκλησιαζόμεθα, προσευχόμεθα, εξομολογούμεθα, κοινωνούμε, αλλά λίγο-πολύ όλοι διαπιστώνουμε ότι βαθύτερα κάτι λείπει. Κάτι λείπει. Σαν να μη γεμίζει η ψυχή μαζί σαν να μην είναι η ζωή μας σύμφωνη μ' αυτά τα οποία λένε τα βιβλία της Εκκλησίας- μ' αυτά που λέει η Αγία Γραφή, που λένε τα Μηναία, η Παρακλητική, το Τριώδιο, που λένε όλοι αυτοί οι ύμνοι που ψάλλουμε.

Σ' έναν Ρώσο φοιτητή, παλαιότερα, έβαλαν να κάνει μια εργασία με βάση τα βιβλία της Εκκλησίας. Καθώς το παιδί άρχισε να διαβάζει, διερωτήθηκε: «Τι γίνεται εδώ; Αυτά τα βιβλία μιλούν για μια άλλη ζωή, για μια αλλιώτικη ζωή, ενώ εγώ ως χριστιανός και οι άλλοι, καθώς βλέπω, ζούμε αλλιώτικη ζωή. Δηλαδή για άλλη ζωή μιλούν τα βιβλία -όχι με την έννοια για ζωή κάπου άλλου, αλλά για άλλη ζωή ποιοτικά- και άλλη ζούμε εμείς;» Και το παιδί έπαθε, ας πούμε, σε σημείο που κινδύνευε να πάθει σχιζοφρένεια.

Αν δούμε όλοι μας, πχ, την περίοδο αυτή το βιβλίο Τριώδιο, αλλά και όλα τα άλλα βιβλία που χρησιμοποιεί η Εκκλησία μαζί με το Τριώδιο, το Ωρολόγιο, τα Μηναία, την Παρακλητική κλπ., αλλά κυρίως το Τριώδιο και προσέξουμε όλα αυτά που λέγονται εκεί μέσα, αμέσως θα κάνουμε τη διαπίστωση: «Θεέ μου, τί γίνεται εδώ; Άλλο πράγμα έπρεπε να είμαστε, αλλιώς έπρεπε να νιώθουμε, αλλιώς έπρεπε να ζούμε και αλλιώς είμαστε, αλλιώς νιώθουμε. Τί συμβαίνει;» Συμβαίνει ακριβώς αυτό: χρόνια και χρόνια είμαστε χριστιανοί, αλλά κατά έναν τέτοιο τρόπο που έχει μπαγιατιάσει το πράγμα, κατά έναν τέτοιο τρόπο που σαν να έχει γίνει γύρω μας μια κρούστα. Πώς είναι η κρούστα στο ψωμί; Η κρούστα είναι τρόπον τινά σαν ένα περίβλημα που δεν αφήνει εξωτερικά πράγματα να μπουν μέσα στο ψωμί, στη ψίχα. Μήπως όλη η χριστιανοσύνη μας -είναι καλή, εντάξει-τελικά είναι ένα περίβλημα, είναι μια κρούστα, που δεν αφήνει την Χάρι του Θεού, έτσι που είμαστε τοποθετημένοι, να μπει βαθιά μέσα στη ψυχή μας, για να αναγεννηθεί η ψυχή μας και να ζήσουμε πράγματι όπως διαβάζουμε στους αγίους; Διότι αυτά είναι τα πρότυπά μας, αυτά είναι τα παραδείγματά μας. Σας παρακαλώ· δεν μπορούμε ούτε σοφούς να προσέχουμε ούτε απλώς καλούς ανθρώπους. Τα παραδείγματα και τα υποδείγματά μας είναι οι άγιοι.
«Ήμαρτον»
Να το προσέξουμε αυτό: δεν είναι μόνο ο υιός αυτός που σκόρπισε τον πλούτο και την περιουσία «ζων ασώτως», αλλά και ο άλλος υιός που έμεινε στο σπίτι και δούλευε κιόλας στα χωράφια και στα κτήματα του πατέρα του· όμως τελικά έμεινε έξω από το πανηγύρι. Δεν είναι μόνο οι διάφοροι άσωτοι οι οποίοι έχουν ανάγκη να έλθουν εις εαυτούς, αλλά και εμείς να έλθουμε εις εαυτούς, αδελφοί μου, και να μετανοήσουμε.

Δεν χρειάζεται να κάνουμε πολλά πράγματα. Εγώ δεν έχω πείρα, αλλά βλέπουμε στους Πατέρες, στη ζωή των Πατέρων, και το στηρίζω στους Πατέρες -μερικοί μάλιστα το λένε και το τονίζουν πάρα πολύ- αυτό που θα πω: δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, οποίος θα έχει το κουράγιο πράγματι να σκεφθεί έτσι, πράγματι να έλθει εις εαυτόν, πράγματι να τα πάρει έτσι τα πράγματα, σ' αυτόν σήμερα κιόλας θα γίνει αυτή η αλλαγή, θα επιστρέψει όντως στον Πατέρα από τα κατάβαθα της ψυχής του και θα πει «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου». Και όχι αυτό που λέμε: «δεν έχω τίποτε, δεν βρίσκω τίποτε να πω». Πονηρότερα λόγια από αυτά δεν υπάρχουν. Αμαρτωλός είσαι, όποιος κι αν είσαι, κι εκείνο το οποίο μένει είναι να πούμε στον ουράνιο Πατέρα «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου». Και εκείνος θα μας συγχωρήσει.

Σας κούρασα; Να σταματήσω; Όχι;

Λένε -πιθανόν να το έχετε υπόψιν σας- ότι ένας ασκητής που είχε φθάσει σε υψηλά μέτρα αγιότητος, πνευματικής ζωής, μιλούσε με αγγέλους κλπ. μιλούσε και με έναν διάβολο. Ξέρετε, ο άνθρωπος όταν προχωρήσει, έχει πολλή αγάπη στη ψυχή του, όπως ο Θεός, και αγαπά όλους και θέλει όλοι να σωθούν. Αυτό είναι το θέμα. Τί άλλο; Να του δώσεις ένα πιάτο φαγητό; Δώσ' του. Δεν είναι όμως αυτό. Το θέμα είναι να σωθείς και να βοηθήσεις και τον άλλο να σωθεί. Και σώζεται κανείς, όταν λυτρώνεται από την αμαρτία, όταν γιατρεύεται από την αμαρτία, από την αρρώστια της αμαρτίας.

Λυπήθηκε ο ασκητής τον διάβολο και του είπε: «Τί θα γίνει μ' εσένα; Δεν υπάρχει για σένα σωτηρία;» Ο διάβολος έδειξε ότι ήθελε κι αυτός να σωθεί. Και του είπε ο ασκητής «εγώ θα φροντίσω». Όταν ο ασκητής την επομένη είχε συνάντηση, ας πούμε έτσι, με τον άγγελο, του λέει έτσι κι έτσι. Ο άγγελος συνεννοήθηκε με τον Θεό και λέει στον ασκητή: «Βέβαια, υπάρχει σωτηρία, αρκεί να πει "ήμαρτον"». Όταν την άλλη ημέρα ο ασκητής είδε τον διάβολο να έρχεται από μακριά, πέταξε από χαρά: «Τρέξε· έχω καλά νέα για σένα. Μπορείς να σωθείς κι εσύ, εάν πεις ήμ...» Ήθελε να πει ήμαρτον, αλλά δεν πρόλαβε να πει τη λέξη, διότι ο διάβολος αμέσως είπε «Εγώ να πω ήμαρτον!» και έφυγε. Μια λεξούλα είναι, μια λεξούλα είναι.

Μερικοί Πατέρες λένε ότι όταν πήγε ο Θεός στον Παράδεισο και έψαχνε τον Αδάμ, «Αδάμ που εί;», «που είσαι Αδάμ;», εάν ο Αδάμ έλεγε «ήμαρτον» εν πάση ταπεινοφροσύνη και εν μετάνοια, μπορεί να μην τον έδιωχνε από τον Παράδεισο· αλλά δεν το είπε. Και ένας από τους Πατέρες, που το γράφει αυτό έτσι έντονα και χαρακτηριστικά, λέει «είχε κι αυτός τράχηλο σκληρό και σιδερένιο όπως κι εγώ και δεν είπε ήμαρτον». Κατηγορεί ο άγιος τον εαυτό του: «όπως κι εγώ».

Δεν λέει ο διάβολος «ήμαρτον». Δεν ξέρω αν έχετε υπόψιν σας: ο διάβολος αισθάνεται ότι είναι διάβολος. Δηλαδή ότι είναι σε αθλία κατάσταση. Θέλει δεν θέλει ζει αυτήν την κόλαση που έχει μέσα του και θα ήθελε να μην έχει αυτήν την κόλαση. Κοιτάξτε όμως. Ο διάβολος νομίζει ότι για την κόλαση που έχει φταίει ο Θεός. Και περιμένει τρόπον τινα να του πει ο Θεός «ήμαρτον, διάβολε, συγχώρησέ με». Μη σας φαίνεται παράξενο. Και δεν έχει σκοπό να πει αυτός το «ήμαρτον».
Τί αγωνίζεται ο διάβολος να καλλιεργήσει μέσα μας
 Σας παρακαλώ πάρα πολύ· αν θα προσέξουμε, θα δούμε ότι ο διάβολος αυτό αγωνίζεται να καλλιεργήσει μέσα στον καθένα μας. Αν μας παρασύρει στην αμαρτία, ξέρει ότι ο Θεός θα μας αγαπήσει πιο πολύ και ξέρει ότι ο Θεός θα μας δώσει πιο πολλή Χάρι. «Ου επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερρίσευσεν η Χάρις»· το ξέρει αυτό ο διάβολος. Δεν του φθάνει να σε παρασύρει απλώς στην αμαρτία. Γι' αυτό και πάρα πολλούς δεν τους παρασέρνει στην αμαρτία, στην κτυπητή αμαρτία. Γιατί μπορεί να μετανοήσει κανείς, άμα πέσει για τα καλά. Αλλά τι επιδιώκει να κάνει; Καθώς τον αφήνουμε, ο διάβολος δουλεύει μέσα στις ψυχές μας, καλλιεργεί μέσα στις ψυχές μας ένα κάποιο παράπονο για τον Θεό. Θα έχετε προσέξει ότι λίγο-πολύ, λίγο-πολύ, όλοι το έχουν.

Εγώ γνώρισα πνευματικούς ανθρώπους, οι οποίοι κάνουν πολλές προσευχές, κάνουν πολλές μετάνοιες, πολλά κομποσχοίνια, εξομολογούνται, κοινωνούν, αλλά κρυφά μέσα τους έχουν κάποιο παράπονο: σαν ο Θεός να μην τους πολυπροσέχει, σαν ο Θεός να κάνει εξαιρέσεις και να προσέχει άλλους, σαν ο Θεός να μην τους δίνει την Χάρι που ζητούν, σαν ο Θεός να μην τους ευλογεί. Ανεπαίσθητα αυτό. Τί νομίζετε είναι σε τελευταία ανάλυση; Διάβολος ζωντανός. Συγχωρείστε με, που το λέω έτσι. Δηλαδή είναι παρουσία του διαβόλου, που αυτό καλλιεργεί μέσα στον άνθρωπο, για να μην πει ο άνθρωπος το «ήμαρτον».
Ποιά είναι η σύντομος οδός σωτηρίας;
Επομένως, η σύντομος οδός σωτηρίας είναι να βγάλει ο άνθρωπος μέσα από τη ψυχή του το οποιοδήποτε παράπονο, που έχει τελικά απέναντι στον Θεό. Είδατε τί γίνεται σήμερα; Όλοι χωρίς εξαίρεση νομίζουμε ότι μας φταίνε οι άλλοι. Όλοι. Και στις διάφορες διαδηλώσεις κλπ., αν προσέξετε, αυτό φωνάζουν όλοι: Κάποιοι φταίνε.

Κανείς δεν διανοείται να πει ότι «φταίω εγώ». Όλοι να φταίνε, δεν πρόκειται να σε βλάψουν εσένα. Μόνο αν φταις εσύ στον εαυτό σου, βλάπτεις τον εαυτό σου.

Μπορούμε να φαντασθούμε τον άσωτο ν' αρχίσει να δικαιολογείται; Τίποτε, τίποτε. Έχουν εξαφανισθεί οι διάφορες δικαιολογίες μέσα από την ψυχή του ασώτου, καθώς έρχεται «εις εαυτόν» και ρίχνει όλο το λάθος στον εαυτό του. Όλη την αμαρτία την ρίχνει στον εαυτό του, όλη την αιτία την ρίχνει στον εαυτό του και σηκώνεται και πηγαίνει στον πατέρα.

Εκείνο λοιπόν το οποίο χρειάζεται είναι να βγάλουμε από μέσα μας το οποιοδήποτε παράπονο. Και αν ακόμη κάποιος έχει λίγο την εντύπωση ότι έφθασε σε μέτρα αγιότητος, και εκείνος, παρακαλώ, ας το προσέξει· και αυτός κάτι τέτοιο έχει μέσα του. Και ταπεινά να πούμε αυτό το «ήμαρτον» στον Θεό.
Πώς θα καταλάβουμε ότι ήλθαμε εις εαυτούς;

Ο Θεός ο οποίος ακριβώς μια ζωή μας περιμένει να πούμε το «ήμαρτον», αλλά να το πούμε κατ' αυτόν τον τρόπο, αμέσως θα μας δώσει όλη την ευλογία του, αμέσως θα μας δώσει όλη την Χάρι. Γιατί από αυτό θα καταλάβουμε, παρακαλώ, αν τελικά ήλθαμε εις εαυτούς και αν τελικά λέμε πραγματικά το «ήμαρτον». Γιατί αλλιώς θα πέσουμε έξω και θα νομίζουμε ότι το κάναμε. Από αυτό θα καταλάβουμε: εάν νιώσουμε ότι μας δέχθηκε ο ουράνιος Πατέρας, εάν νιώσουμε ότι ο ουράνιος Πατέρας μας έδωσε «την στολήν την πρώτην», που λέει στην παραβολή, και μας έκανε όπως ήταν ο Αδάμ πριν πέσει. Έτσι τον κάνει τον κάθε χριστιανό. Πώς αλλιώς είμαστε παιδιά του Θεού και πώς αλλιώς μας συγχώρησε και πώς αλλιώς ενωθήκαμε με τον Χριστό και πώς αλλιώς έχουμε μέσα μας τον Χριστό, αν δεν γίνει αυτό; Γίνεται κανείς όπως ήταν ο Αδάμ και κάτι περισσότερο, και νιώθουμε ότι άρχισε το πανηγύρι αυτό, άρχισε αυτή η γιορτή: εμείς μαζί με τον Θεό και ο Θεός μαζί μας. Και όχι απλώς τρώμε καλά, αλλά απολαμβάνουμε τον μόσχο τον σιτευτό, που είναι ο ίδιος ο Χριστός.

Και ναι μεν θα πείτε τώρα «μα, εμείς κοινωνούμε τακτικά». Ναι, κοινωνούμε τακτικά, αλλά το θέμα είναι αν ζούμε την όλη υπόθεση έτσι. Η αγία Μαρία η Αιγύπτια κοινώνησε μια φορά -το θυμόμαστε όλοι;- και περπατούσε πάνω στα νερά του Ιορδάνη ποταμού. Υπάρχουν χριστιανοί που κοινωνούν πάρα πολύ τακτικά -δεν είμαι εναντίον της συχνής Θείας Κοινωνίας- αλλά να το προσέξουμε αυτό, γιατί μπορεί να γίνει μια συνήθεια. Το θέμα είναι να βλέπουμε το αποτέλεσμα· και το αποτέλεσμα είναι ότι ο άνθρωπος μπαίνει στον παράδεισο, αν όχι ολοκληρωτικά, πάντως έχει τον αρραβώνα της εισόδου του στον παράδεισο.

Η περίοδος αυτή, αδελφοί μου, είναι ό,τι χρειάζεται, για να σκεφθούμε έτσι τα πράγματα. Κοντά σ' αυτά και πολλά άλλα μπορούμε να σκεφθούμε, αλλά να μη χανόμαστε σε πολλά. Ό,τι κι αν ακούσουμε, τελικά εδώ θα πρέπει να καταλήξει ο καθένας μας. Να έλθει στον εαυτό του, να συναισθανθεί την κατάστασή του, να πει το ήμαρτον με όλη του την καρδιά, για να λάβει την άφεση, να λάβει την συγχώρηση, ν' αρχίσει το πανηγύρι μέσα στη ψυχή του.

Πιστεύω ότι ο Σεβασμιώτατος ευχόταν όλη αυτήν την ώρα, αλλά και όλη την ημέρα να εύχεται, και όλες αυτές τις ημέρες να εύχεται. Σας παρακαλώ· τα λέω αυτά, γιατί τα πιστεύω ότι έτσι είναι. Ό,τι θα γίνει, θα γίνει μέσα από την Εκκλησία. Θα παρακαλέσουμε ταπεινά τον Σεβασμιώτατο να ευχηθεί και να εύχεται να πιάσουν κι αυτά τα λόγια τα ταπεινά και φτωχά που είπαμε, και να αγγίξει τις ψυχές μας όλος αυτός ο πλούτος που μας χάρισε ο Θεός μέσα στην Εκκλησία, όλα αυτά τα δώρα του Θεού.

Να παρακαλέσει ο Σεβασμιώτατος ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο, που είναι περίοδος Τριωδίου, που είναι περίοδος μετανοίας, ταπεινώσεως, προσευχής, που είναι περίοδος για να έλθουμε εις εαυτούς, όντως να έλθουμε εις εαυτούς, όντως να φύγει από την ψυχή μας κάθε παράπονο, όντως να πούμε το «ήμαρτον», αλλά και όντως, όντως στη ζωή μας να έλθει το Πάσχα, στη ζωή μας, στην ψυχή μας, να έλθει η Ανάσταση του Χριστού. Καθώς θα σταυρωθούμε μαζί με τον Χριστό, να αναστηθούμε μαζί με τον Χριστό· και να το νιώσουμε αυτό, αλλά να το δουν και οι άλλοι άνθρωποι, αυτοί που βρίσκονται στην πλάνη. Γιατί, δεν ξέρω· οι άλλοι βλέπουν άραγε σ' εμάς τους χριστιανούς αυτό που θα ήθελε ο Χριστός να βλέπουν, και είμαστε έτσι μάρτυρες του Χριστού ή δεν το βλέπουν; Έχουμε κι αυτήν την υποχρέωση.

Να ευχηθεί ο Σεβασμιώτατος να γίνουμε εμείς ενώπιον του Κυρίου όπως μας θέλει, παιδιά του αληθινά, αλλά να γίνουμε και μάρτυρες του Χριστού, για να πιστεύσουν και να σωθούν όλοι, τουλάχιστον όσοι είναι τεταγμένοι εις ζωήν αιώνιον. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Την ευχή σας.
15-2-1987

Ιωάννης Κορναράκης: "Ψυχολογική εμβάθυνση στην παραβολή του ασώτου"


Η παραβολή του Ασώτου εκτιμάται ιδιαιτέρως υπό του πληρώματος εν γένει της Εκκλησίας. Η ευσπλαγχνία και η απεριόριστος αγάπη του ουρανίου Πατρός προς τον αμαρτωλόν άνθρωπον, η τονιζομένη μεγαλειωδώς εις την όλην ευαγγελικήν περικοπήν, προκαλεί έντονον αίσθησιν εις τας ψυχάς των πιστών.
Λόγω δε της τοιαύτης εντυπώσεως, την οποίαν η παραβολή του Aσώτου δημιουργεί, εξισούται αύτη, ως γνωστόν, πολλάκις πλήρως προς το λοιπόν περιεχόμενον της Αγίας Γραφής. Ούτως αναγνωρίζεται ότι η παραβολή αύτη είναι μεστή σωτηριολογικών νοημάτων και ότι εν αυτή εύρηται συμπεπυκνωμένη η όλη χριστιανική διδασκαλία περί της σωτηρίας του ανθρώπου δια της εν Χριστώ Θείας Αποκαλύψεως.

Αλλ' επίσης και εκ της επόψεως των ψυχολογικών διαδικασιών η παραβολή του Ασωτου αποτελεί ασφαλώς ανεξάντλητον μεταλλείον. Επί τη βάσει οιασδήποτε ψυχολογικής θεωρίας, αντιμετωπιζούσης την ψυχικήν υπόστασιν μετά της οφειλομένης εΙς αυτήν αξιοπρέπειας και αν ερευνήσει τις το κείμενον της παραβολής ταύτης, θα επισημάνη πλούτον και ποικιλίαν ψυχικών διαδικασιών, δι' ων διαφωτίζεται πως το σχήμα της πτώσεως του ανθρώπου εις την αμαρτίαν και της επιστροφής αυτού εις τον Θεόν. Το θέμα δηλονότι ή το πρόβλημα, το οποίον η παραβολή απεικονίζει, είναι πάντοτε πνευματικόν. Το γενικόν σχήμα της συμπεριφοράς του Ασώτου υιού αλλά και του πρεσβυτέρου αφορά εις την πνευματικήν υπόστασιν και ζωήν αυτών.

Εν τούτοις όμως εις την πορείαν της όλης περικοπής διαφαίνεται εις κεντρικάς γραμμάς το ψυχολογικόν σχήμα της πτώσεως του ανθρώπου εις την αμαρτίαν και της αφυπνίσεως και επιστροφής αυτού εις την αγκάλην του ουρανίου Πατρός. Δια τούτο και εκ της ψυχολογικής επόψεως η σημασία της παραβολής είναι εξαιρετικώς μεγάλη. Τα κύρια δέ σημεία του εν λόγω σχήματος θα ηδύναντο να καθορισθούν ως εξής:


Α' Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ (ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ) ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΙΣ ΕΚ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΚΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΑΣ
«Πάτερ, δός μοι τό επιβάλλον μέρος τής ουσίας» (στχ. 12). Ο νεώτερος υιός προβάλλει το αίτημα της χειραφετήσεως εκ της πατρικής αυθεντίας δια της λήψεως των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία κληρονομικώ δικαίω ανήκουν εις αυτόν. Αλλ' ενταύθα πρόκειται περί ψυχολογικής (και πνευματικής) αποδεσμεύσεως και χειραφετήσεως, η οποία, κατά την αντίληψιν του νεωτέρου υιού, θα παράσχη εις αυτόν την δυνατότητα της ανεξαρτησίας και δή της ψυχολογικής αυτοτελείας της προσωπικότητος αυτού. Δια τούτο, αφού ο πατήρ «διείλεν αυτοίς τον βίον» και «μετ' ου πολλάς ημέρας», «συναγαγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χώραν μακράν» (στχ. 12-13). Το πρόβλημα της ψυχολογικής χειραφετήσεως από των παραδεδομένων ή καθιερωμένων αυθεντιών αντιμετωπίζεται συχνάκις εντός της περιοχής της Κοινωνικής Ψυχολογίας (της ψυχολογίας της οικογενείας) και της Ψυχοθεραπείας. Είναι δε γεγονός, μη δυνάμενον να αμφισβητηθεί υπό τινος, ότι η ψυχαναλυτική μέθοδος σκοπεί συνήθως εις την ψυχολογικήν αυτοτέλειαν της προσωπικότητος. 

Εξ άλλου ο Jung υπεγράμμισε ζωηρώς την ψυχολογικήν σχέσιν του υιού προς την μητέρα, η οποία απεικονίζει την ψυχολογικήν σχέσιν του ατόμου προς το ασυνείδητον αυτού, το οποίον είναι το «μητρικόν έδαφος» εκ του οποίου η συνειδητή προσωπικότης γεννάται. Αλλ' ακριβώς το ψυχολογικόν νόημα της περικοπής επί του σημείου τούτου είναι, ότι η απόλυτος ψυχολογική καί πνευματική αυτοτέλεια είναι ουτοπία. Διότι η επιδίωξις της χειραφετήσεως εκ μιας «αρχετυπικής» αυθεντίας, ως είναι ο πατήρ, δεν παρέχει εις το άτομον δημιουργικήν ή αναγεννητικήν ελευθερίαν αλλά ψυχολογικήν (και πνευματικήν) μόνωσιν.


Β'.  Η ΑΠΟΞΕΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΙΣ ΕΚ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΟΣ

Ο νεώτερος υιός δεν απομακρύνεται μόνον εκ της πατρικής αυθεντίας αλλά και του πατρικού οίκου, τ.έ. του «οικείου» περιβάλλοντος αυτού. Δεν πρόκειται λοιπόν μόνον περί «αποδεσμεύσεως» αλλά και περί «φυγής». Το αίτημα της ψυχολογικής (και πνευματικής) αυτοτέλειας φαινομενικώς μόνον θεωρείται ως εύλογον. Κατά βάθος αποτελεί ασυνείδητον διαδικασίαν φυγής εκ της περιοχής της ίδιας άτομικότητος.

Υπό τον όρον αυτόν η αμαρτία δεν νοείται απλώς ως μία πράξις αλλά κυρίως ως χωρισμός από του Θεού, ως «πτώσις» εις ψυχικήν και πνευματικήν κατάστασιν κατωτέραν εκείνης, την οποίαν συνιστά η μετά του Θεού πατρός σχέσις και κοινωνία. Εν τη περιπτώσει δε ταύτη η αμαρτία δεν είναι εν απλούν σχήμα ωρισμένης διαδικασίας αλλά ψυχολογικώς εν πλήρες δράμα.

Εκείνος, ο οποίος «αποδημεί εις χώραν μακράν» ακολουθεί εξωστρεφικήν πορείαν, η οποία δεν εξασφαλίζει εις αυτόν «ελευθερίαν» ή «αυτοτέλειαν» αλλά δραματικάς εσωτερικάς περιπέτειας. Η φυγή μακράν εαυτού αποτελεί ψευδαισθησίαν χειραφετήσεως και αποδεσμεύσεως, η οποία εκφράζει υπαρξιακώς το δραματικόν γεγονός της αμαρτίας. Το γεγονός τούτο είναι πράγματι «πτώσις» πλήρης δραματικών εξελίξεων εις την κατάστασιν της ψυχικής και πνευματικής αποδιοργανώσεως.

Αλλ' η δραματική αύτη εξέλιξις της αμαρτίας βιούται κυρίως ψυχολογικώς ως αποξένωσις εκ της ιδίας ατομικότητος. Διότι ο ενεργών δια της φυγής την αποικοδομήν της ιδίας ψυχικής συγκροτήσεως δεν δύναται να τελεί εν εσωτερικώ συνδέσμω μετά του βάθους της ατομικότητος αυτού. Τούτο δε είναι ασφαλώς το μέγεθος του ψυχολογικού δράματος, το οποίον η αμαρτία γεννά. 


Γ'.  Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΣΚΟΡΠΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΟΣ

«Και εκεί διεσκόρπισε τήν ουσίαν αυτού ζών ασώτως. Δαπανήσαντος δέ αυτού πάντα εγένετο λιμός ισχυρός κατά την χώραν εκείνην, και αυτός ήρξατο υστερείσθαι...» (στχ. 13-16). Η αποξένωσις εκ της ιδίας ατομικότητος δια της «φυγής» εις «χώραν μακράν» δεν αποδιοργανώνει απλώς την προσωπικότητα, τ.έ. δεν καθιστά απλώς χαλαράς τας συνδέσεις της εσωτερικότητος. Κυρίως διασπά και διασκορπίζει το «περιεχόμενον» της ατομικότητος. Δια της φράσεως «και συναγαγών άπαντα» εδηλώθη προηγουμένως φαινομενικώς το δίκαιον αίτημα της ψυχολογικής (και πνευματικής) αυτοτέλειας. Αλλά η «αποδημία» εξ της ιδίας ατομικότητος είχεν ως αναπόφευκτον συνέπειαν την διάσπασιν και τον διασκορπισμόν της προσωπικής οντότητος (αυτοτέλειας). Ο διασκορπισμός ούτος δεν είναι παθητική κατάστασις «αποσυνθέσεως» αλλά δυναμικόν γεγονός, οιονεί εκτίναξις του «περιεχομένου» της ατομικότητος δι' εξωστρεφικής («κεντρόφυγγος») ενεργείας εις την εκτός αυτής περιοχήν.

Είναι άξιον προσοχής ότι η επισήμανσις του διασκορπισμού τούτου κατά τον ψυχοθεραπευτικόν διάλογον χαρακτηρίζεται ως πτώχευσις της προσωπικότητος. Αύτη εκδηλούται ποικιλοτρόπως αλλά κατά βάσιν σημαίνει απώλειαν ανθρωπίνης ενεργείας και σπατάλην (δαπάνην) δυνάμεων. Διά τούτο ο άσωτος υιός κατέστη πτωχός και «επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των κερατίων ών ήσθιον οι χοίροι» (στχ. 16).


Δ'.  ΑΦΥΠΝΙΣΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ

Ο άσωτος υιός, δια της αλογίστου σπατάλης της περιουσίας του, μεταπίπτει εις μίαν νέαν ψυχολογικήν κατάστασιν, όλως αρνητικού χαρακτήρος, την στέρησιν (Frustration). Αύτη παρέχει εις αυτόν νέας εμπειρίας, προκαλεί και γεννά διαθέσεις και αισθήματα και κυρίως συνθέτει προβληματισμόν, ο οποίος εγγίζει τα μύχια της προσωπικότητός του.

Διότι η στέρησις, όχι βεβαίως εν τη φροϋδική έννοια, δεν προκαλεί μόνον συνειδητάς αντιδράσεις εκ μέρους της βίωσης ταύτην προσωπικότητος, αλλά αναμοχλεύουσα ή δραστηριοποιούσα ασυνείδητους διαδικασίας, προκαλεί και διεγείρει το βάθος της ασυνειδήτου ψυχικής περιοχής. Εν προκειμένω δε η κυρία κατεύθυνσις της εξωτερικής αντιδράσεως της προσωπικότητος δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί ή να προβλεφθή εκ των προτέρων.

Εις την περίπτωσιν του πονηρού δούλου, η στέρησις προκαλεί την επιθετικότητα αυτού. Γενικώς δε η φροϋδική θεωρία, ως καί τινες ερμηνευτικαί τάσεις εν τη περιοχή της Κοινωνικής Ψυχολογίας, συνδέουν αρρήκτως την στέρησιν μετά της επιθετικότητος. Αλλ' εις την περίπτωσιν του ασώτου υιού δεν συμβαίνει τούτο. Ούτος αξιοποιεί θετικώς την εμπειρίαν της στερήσεως αλλά και τας αρνητικάς αντιδράσεις της συμβιώσεως τρίτων εις το προσωπικόν πρόβλημα αυτού.

Διότι, ενώ εστερείτο και υπέφερεν εκ της ενδείας και της πείνης, φθάσας εις την όλως ταπεινωτικήν και εξευτελιστικήν κατάστασιν να επιθυμεί «γεμίσαι τήν κοιλίαν αυτού από των κερατίων ων ήσθιον οι χοίροι», εν τούτοις «ουδείς εδίδου αυτώ» (στχ. 16). Το περιβάλλον δεν ανταποκρίνεται, ως ούτος ανέμενεν, εις την βασικήν ανάγκην της συντηρήσεώς του. 

Δια τούτο αμφότεραι αι εμπειρίαι της στερήσεως και της αρνητικής θέσεως του περιβάλλοντος, ασφαλώς κατόπιν και της λειτουργίας ασυνειδήτων διαδικασιών, προκαλούν εν τέλει την ψυχολογικήν και πνευματικήν αφύπνισιν του ασώτου. Δηλαδή κυρίως μίαν άξιολογικήν κρίσιν ως υπαρξιακήν αναμέτρησιν. Η βίωσις του αδιεξόδου και της τραγικότητος της υπάρξεως (το αναποφεύκτως επερχόμενον ταπεινωτικόν τέλος του ασώτου), οδηγούν εις την ανακάλυψιν και αναγνώρισιν της ιδίας ατομικότητος.

Εις μίαν αυτοθεώρησιν εντός τραγικών πλαισίων, τα οποία όμως αποδεικνύονται ως αμφιδυναμικά ερεθίσματα. Διότι το αδιέξοδον και το τραγικόν, ενώ υπογραμμίζουν την αθλίαν και ταπεινωτικήν κατάστασιν εις την οποίαν ο άσωτος κατήντησεν, αξιοποιούνται συγχρόνως θετικώς ως υπαρξιακά πρίσματα δι' ών ούτος θεωρεί εαυτόν, μάλλον δε επιστρέφει εις εαυτόν.

Δια τούτο η ευαγγελική φράσις «εις εαυτόν δε ελθών» δηλοί βασικήν ψυχολογικήν και πνευματικήν βαθμίδα της διαδικασίας της σωτηρίας του ασώτου, η οποία εξ άλλου θα ηδύνατο να αναλυθεί περαιτέρω πλουσίως προς λεπτομερεστέραν παρουσίασιν των συνειδητών και ασυνειδήτων διαδικασιών του γεγονότος της επιστροφής του αμαρτωλού ανθρώπου εις τον Θεόν.

Οπωσδήποτε όμως η φράσις «εις εαυτόν ελθών» αποτελεί κυρίως ύπογράμμισιν της βασικής προϋποθέσεως της συναντήσεως του Θεού εκ μέρους του αμαρτωλού ανθρώπου. Αύτη δε είναι η συνειδητοποίηση ή θεώρησις της ιδίας ατομικότητος εντός των πλαισίων της αμαρτωλού υπάρξεως. Παρά το γεγονός δηλαδή ότι μία τοιαύτη ψυχολογική καί πνευματική «λειτουργία», ως είναι η αυτοθεώρησις, είναι συνήθως αντικείμενον αλλά και προϊόν μόνον μακράς καί μεθοδικής και επιμόχθου εργασίας (ως λ.χ. συμβαίνει εις την περίπτωσιν του ασκητού), εν τούτοις η αυτοθεώρησις, έστω ως μία στιγμιαία αλλ' οπωσδήποτε ισχυρά και έντονος εμπειρία της ιδίας ατομικότητος, πρέπει να θεωρήται ως αφετηρία της μετά του Θεού συναντήσεως, τ.έ. της μετανοίας.

Εν τη περιπτώσει ταύτη της αυτοθεωρήσεως πρόκειται ίσως περί της διαδρομής υπό της προσωπικότητας μιας ψυχολογικής καί πνευματικής καμπής, η οποία έχει κυρίως εναντιοδρομικόν ή αναστροφικόν (regressive) χαρακτήρα.

Ως και αλλαχού έχομεν υπενθυμίσει, ο Jung παρατηρεί ότι, όταν μία ψυχική τάσις ή λειτουργία φθάσει εις το άκρον αυτής, οφείλει τις να αναμένη την αντιστροφήν της, δηλαδή την μετάθεσίν της εις την αντίθετον ψυχικήν ή ψυχολογικήν τροχιάν. Η δυνατότης αύτη της εναντιοδρομίας των ψυχικών λειτουργιών εξηγεί εις την παρούσαν περίπτωσιν πώς ο άσωτος επέστρεψεν εις εαυτόν.

Η εξωστρεφική τάσις η δράσις αυτού, αφού έφθασεν εις το ακρότατον αυτής σημείον δια της εκδαπανήσεως πάσης της περιουσίας αυτού, μετεστράφη εις εσωστρεφή λειτουργίαν. Η εξωστρεφής τάσις συνήντησε το τέρμα αυτής εις τας εμπειρίας του τραγικού και αδιεξόδου καί μετεστράφη εναντιοδρομικώς και κατ' απόλυτον τρόπον εις εσωστρεφικήν ψυχολογικήν και πνευματικήν λειτουργίαν. Ούτω δε ο άσωτος ευρέθη «ενώπιος ενωπίω». Εθεώρησε και αντελήφθη την πτωχείαν της ιδίας ατομικότητος.

Η αυτοθεώρησις αύτη καθιστά κυρίως δυνατήν την αξιολογικήν κρίσιν, η οποία επισφραγίζει εγκύρως το γεγονός της ψυχολογικής και πνευματικής αφυπνίσεως του ασώτου. Άνευ της επιστροφής ταύτης, πάσα αξιολογική κρίσις έχει μόνον θεωρητικήν αξίαν, ως στοχασμός ή «μηχανική» κρίσις. Διότι συμφώνως προς ό,τι μέχρι τούδε ελέχθη, μόνον η αυτοθεώρησις αύτη καθιστά την αξιολογικήν κρίσιν γόνιμον υπαρξιακήν εμπειρίαν. Δια τούτο δε και ο άσωτος «εις εαυτόν ελθών», είπε «πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι» (στχ. 17).

Η αξιολογική αύτη κρίσις εκφέρεται ως υπαρξιακή εμπειρία μιας μεθοριακής ψυχολογικής και πνευματικής καταστάσεως. Ο άσωτος βιοί την μεθοριακήν κατάστασιν της δυνατότητος. Ανακαλύπτει δηλ. δια της αυτοθεωρήσεως διέξοδον εκ του τραγικού. Εκείνο δε το οποίον κυρίως βιοί ούτος ως μεθοριακήν κατάστασιν, η οποία προσφέρει διέξοδον, είναι η ανάμνησις της εξαρτήσεως εκ της πατρικής αυθεντίας; εκ της οποίας οικεία βουλήσει απεγαλακτίσθη ψυχολογικώς και πνευματικώς. Το κέντρον της αξιολογικής κρίσεως δεν είναι οι περισσεύοντες άρτοι των μισθίων του πατρός, αλλ' αυτός ούτος ο πατήρ ως αυθεντία.

Ο πατήρ προσφέρει τα πλούσια αγαθά και την ασφάλειαν, εισέτι και εις τους υπηρέτας αυτού. Επομένως η εναντιοδρομική πορεία πρέπει να τερματισθεί ενώπιον του πατρός. Ο άσωτος υιός αναγνωρίζει το υπαρξιακόν νόημα της εξαρτήσεως εκ της πατρικής αυθεντίας. Η εμπειρία αύτη προκύπτει εκ της θετικής αξιοποιήσεως της βιώσεως της αμαρτίας ως «τραγικού» και «αδιεξόδου».


Ε΄.  ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΕΝΟΧΗΣ

Η αναγνώρισις του υπαρξιακού νοήματος της εξαρτήσεως εκ της πατρικής αυθεντίας εκφράζεται ως τελικόν στάδιον της όλης διαδικασίας της ψυχολογικής καί πνευματικής αφυπνίσεως του ασώτου εις τους λόγους· «αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ· πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου» (στίχ. 18). Είναι άξιον προσοχής ότι οι λόγοι ούτοι εκφέρονται αμέσως μετά την «επιστροφήν εις εαυτόν» του ασώτου υιού.

Τούτο σημαίνει ότι η συνειδητοποίησις και κυρίως η αναγνώρισις της προσωπικής ενοχής αποβαίνει δυνατή μόνον μετά την ψυχολογικήν αφύπνισιν της προσωπικότητος, τ.έ. την αυτοθεώρησιν ή θεώρησιν της ιδίας ατομικότητος. Εις την κατάστασιν της φυγής ή της απωθήσεως δεν είναι δυνατόν να βιωθεί αυθεντική συνειδητοποίησις της ενοχής. 

Εις το σημείον τούτο οφείλομεν να υπογραμμίσωμεν την μεθοδολογικήν συνέπειαν της προϋποθέσεως της αυτοθεωρήσεως ως όρου εκ των ων ουκ άνευ της συναισθήσεως της ενοχής. Οι στίχοι δηλονότι 17 καί 18 κέκτηνται ιδιάζουσαν σημασίαν, διότι καθιερώνουν την «επιστροφήν εις εαυτόν», ως προϋπόθεσιν της βιώσεως της συναισθήσεως της ενοχής, και επιβάλλουν την ανάλογον μέθοδον της αντιμετωπίσεως του προβλήματος της ενοχής εις πάσαν περίπτωσιν.

Ενταύθα η υπόμνησις της βασικής επιδιώξεως του ψυχοθεραπευτικού και δη του ψυχαναλυτικού διαλόγου είναι οπωσδήποτε χρήσιμος. Διότι ο διάλογος ούτος επιδιώκει πρωτίστως την επιστροφήν του νευρωτικού καί γενικώς του εσωτερικώς διχασμένου ανθρώπου εις την θεώρησιν της ιδίας ατομικότητος. Όταν τούτο επιτυγχάνεται, ο ασθενής παραδέχεται άνευ αντιστάσεως το είδος του εσωτερικού του προβληματισμού. Επομένως και η μέθοδος εν τω μυστηρίω της ιεράς Εξομολογήσεως οφείλει να συμμορφωθεί προς την αρχετυπικήν διαδικασίαν της παραδοχής και ομολογίας της ενοχής υπό του ασώτου υιού.

Ο αμαρτωλός άνθρωπος, μετά μίαν στιγμιαίαν έστω βίωσιν μιας ψυχολογικής αφυπνίσεως, ως εμπειρίας αυτοθεωρίας, πρέπει να χειραγωγείται υπό του πνευματικού εις την συνειδητοποίησιν και αναγνώρισιν (ομολογίαν) της προσωπικής του ενοχής. Άνευ της προϋποθέσεως ταύτης, η επισυμβαίνουσα παραδοχή και ομολογία της ενοχής δέον να θεωρείται, εκ μέρους του ποιμένος, ως τυπική ή μηχανική ομολογία, άνευ ιδιαιτέρου υπαρξιακού θρησκευτικού νοήματος.


ΣΤ΄.  ΒΙΩΣΙΣ ΑΥΤΟΜΕΙΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΕΞΙΑΣ

Η συναίσθησις της ενοχής υπό του ασώτου δεν τερματίζεται εις την παραδοχήν και την ομολογίαν αυτής. Είναι πολύ χαρακτηριστικόν το γεγονός ότι μετά της ομολογίας της ενοχής του ασώτου επισυνάπτεται και η ομολογία της υπαρξιακής εμπειρίας της αυτομειώσεως και ηθικής μειονεξίας. «Ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου· ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου» (στχ. 19).

Η ψυχολογική αφύπνισις, δια της επιστροφής εις εαυτόν, άγει τον άσωτον εις την πνευματικήν νήψιν, δι' ης ούτος κατανοεί την αξιολογικήν βαθμίδα επί της οποίας κατήλθε δια της ασωτείας και της αυθαιρέτου εγκαταλείψεως της πατρικής αυθεντίας. Ούτως η βίωσις της αμαρτίας και δη της ενοχής εκφράζεται ως συναίσθησις αυτομειώσεως και ηθικής ή αξιολογικής μειονεξίας.

Πρόκειται ενταύθα και πάλιν περί «αρχετυπικής» βιώσεως του αισθήματος της ενοχής. Εις τας φυσιολογικάς δηλαδή ή νομίμους διαστάσεις, η βίωσις της ενοχής είναι συγχρόνως και βίωσις αξιολογικής υποβαθμίσεως ή μάλλον η βίωσις της ενοχής μόνον ως τοιαύτη αξιολογική υποβάθμισις είναι δυνατόν να κατανοηθεί.

Εξ άλλου είναι επίσης χαράκτηριστικόν, ότι η τοιαύτη υποβάθμισις, ως υπαρξιακή πάντοτε εμπειρία, ισορροπείται βιωματικώς με ανάλογον ισχυροποίησιν ή επέκτασιν της αναγνωρίσεως εκ μέρους του ασώτου της εξουσίας της πατρικής αυθεντίας. Ο άσωτος θα είναι πλήρως ικανοποιημένος, εάν ο πατήρ δεχθεί αυτόν και δη ουχί υπό τους όρους της προ της εγκαταλείψεως της πατρικής οικίας περιόδου, αλλά υπό νέους όρους, τους οποίους καθιστά παραδεκτούς η βαθεία συναίσθησις της ενοχής αυτού. «Ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου».

Ο «συμβιβασμός» ούτος του ασώτου προς νέας συνθήκας ζωής και δη προς νέους αξιολογικούς όρους υπάρξεως υπογραμμίζει, εκ της επόψεως του περιεχομένου της εσωτερικότητος της προσωπικότητος, την βαθείαν αλλαγήν, την οποίαν προεκάλεσεν η βίωσις της αμαρτίας, αλλά απεκάλυψεν ή κατέστησε πλήρως συνειδητήν η ειλικρινής συναίσθησις της ενοχής.

Η τοιαύτη παραδοχή αλλά και ομολογία της αξιολογικής μειονεξίας εκ μέρους του ασώτου δεικνύει εναργώς την επιτελεσθείσαν οιονεί ψυχολογικήν (και πνευματικήν) μετουσίωσιν του βάθους της προσωπικότητος. Ως είδομεν δηλαδή, η αφετηρία της όλης διαδικασίας της βιώσεως της αμαρτίας σημειώνεται δια μιας εκ μέρους του ασώτου αλαζονικής ενεργείας.

Ούτος, αισθανόμενος σχεδόν ως ίσος προς ίσον, κατά τον αρχικόν διάλογόν του προς τον πατέρα, απαιτεί το νόμιμον («τό επιβάλον») δικαίωμα αυτού να διαχειρισθεί απολύτως ελευθέρως τα περιουσιακά του στοιχεία. Χειραφετείται λοιπόν εκ της πατρικής αυθεντίας και διαχειρίζεται (εκδαπανά) τα στοιχεία αυτά εντός του πνεύματος πάντοτε μιας αλαζονικής διαθέσεως. Η επικρατούσα βασική ψυχολογική (και πνευματική) ροπή είναι η της «ατομικής» αυθεντίας, δηλαδή η εγωιστική.

Υπό το κράτος της ροπής ταύτης και καθ' ον χρόνον εξελίσσεται η βίωσις της αμαρτίας, η αξιολογική αλλά και η ψυχολογική «συνείδησις» του ασώτου είναι πεπληρωμένη υπό της «προσωπικής» υπεροχής. Την ψυχολογικήν δε (και πνευματικήν) κατάστασιν αυτήν αλλάσσει άρδην, «μετουσιώνει», η ειλικρινής ή αυθεντική συναίσθησις της προσωπικής ενοχής.

Έπειτα η διατύπωσις της φράσεως· «ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου», εις προστακτικόν τόνον (καθικετευτικόν) υπογραμμίζει, ως αίτημα αξιολογικής υποβαθμίσεως, την εμπειρίαν της ταπεινώσεως. Η συναίσθησις της ενοχής, συμφώνως και προς πατερικά και ασκητικά πρότυπα, είναι η ψυχολογική (και πνευματική) βάσις της βιώσεως της ταπεινώσεως.

Και ενταύθα δηλαδή κατανοείται η ταπείνωσις όχι ως αυθαίρετος ή αδικαιολόγητος ή νοσηρά μειονεξία, αλλά πρωτίστως ως εκ της συναισθήσεως της ενοχής προερχομένη εμπειρία αλλά και αξίωσις αυτομειώσεως και αξιολογικής οπωσδήποτε υποβαθμίσεως. Ούτω ταπεινός πράγματι δεν είναι ό κατατρυχόμενος υπό συμπλεγμάτων μειονεξίας, λόγω ψυχικών τραυμάτων και απωθήσεων, αλλ' ο συναισθανόμενος πλήρως την ενοχήν αυτού και αξιών, όπως βιώσει την βασικήν συνέπειαν αυτής, την αξιολογικήν υποβάθμισιν.

Δια τούτο και εν προκειμένω η σχετική άξίωσις (καθικέτευσις) του ασώτου· «ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου», εκφράζει το βάθος αλλά και τας διαστάσεις της βιώσεως της ταπεινώσεως, η οποία εν τέλει είναι το αυθεντικόν αποτέλεσμα της ειλικρινούς μετανοίας. Ούτως είναι πράγματι η ψυχολογική (και πνευματική) «μετουσίωσις» ουσιαστική αλλαγή της δομής της εσωτερικότητος.

Ο άσωτος βιοί πλήρη διαδικασίαν εσωτερικών αλλαγών εις τας σκέψεις, τας διαθέσεις και τα συναισθήματα αυτού. Τα κύρια δε σημεία της αλλαγής ταύτης είναι ακριβώς εκείνα, τα οποία εξήρθησαν, ήτοι: η επιστροφή εις εαυτόν (εσωτερική ανασύνδεσις της ατομικότητος), αξιολογική υπαρξιακή αναμέτρησις, συναίσθησις της ενοχής, ομολογία αυτής, συναίσθησις ηθικής μειονεξίας και ταπείνωσις, ως θετικόν πνευματικόν γεγονός. Τα σημεία ακριβώς ταύτα συνθέτουν την όλην ψυχολογικήν (και πνευματικήν) διαδικασίαν της βιώσεως της μετανοίας.

Υπό την εποψιν ταύτην η μετάνοια εμφανίζεται ως εν δυναμικόν ψυχικόν και πνευματικόν γεγονός, το οποίον εκκινεί εκ μιας αφυπνίσεως και oλοκληρούται εις «καινήν κτίσιν». Οπωσδήποτε δε μία τοιαύτη «παλιγγενεσία» δεν είναι δυνατόν να αποτελεί προϊόν μόνον της ατομικής ανθρωπίνης προσπάθειας. Δια τούτο ο μυστηριακός χαρακτήρ της μετανοίας καθιερώνει αυτήν εγκύρως ως αναγεννητικόν βάπτισμα, εκ του οποίου αναδύεται ο καινός άνθρωπος, «ο κατά Θεόν κτισθείς εν δικαιοσύνη και οσιότητι της αληθείας».

Τέλος, ως προς τα κύρια σημεία της ψυχικής (και πνευματικής) διαδικασίας της επιστροφής του ασώτου, είναι χαρακτηριστικόν το γεγονός ότι ταύτα κατακλείονται δια της προς τον πατέρα πορείας και της εμπράκτου ομολογίας της ενοχής αυτού. «Και αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού... είπε δε ο υιός· Πάτερ ήμαρτον...» (στχ. 20-21).

Το ιδιάζον νόημα της υπογραμμίσεως της πορείας ταύτης υπό του Κυρίου δέον ασφαλώς να αναζητηθή εις την σημασίαν της ψυχικής και πνευματικής προπαρασκευής προς εξαγόρευσιν της προσωπικής ενοχής, και άρα προς ομολογίαν της ειλικρινούς μετανοίας. Ο άσωτος, αφού εβίωσε καθ' εαυτόν πλήρως την διαδικασίαν της μετανοίας και επιστροφής, επορεύθη προς τον πατρικόν οίκον προκειμένου να έξαγορεύση αυτήν και ενώπιον του πατρός αυτού. Μόνον δε τότε η μετάνοια αύτη καταξιούται ως έγκυρον πνευματικόν γεγονός αλλαγής και αναδημιουργίας.

Ενταύθα θα ηδύνατό τις να επισημάνει επίσης το γεγονός, ότι η παραβολή δεν δίδει μόνον την εικόνα του εσωτερικού διαλόγου καθ' εαυτόν, τον οποίον δηλαδή ο άσωτος ανέπτυξε συνομιλών μεθ' εαυτού, αλλά προσθέτει, ως φυσιολογικόν στοιχείον της όλης διαδικασίας της επιστροφής του ασώτου, και την ομολογίαν της ενοχής αυτού ενώπιον του υποδεχόμενου αυτόν πατρός του. «Έτι δέ αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού... και δραμών... κατεφίλησεν αυτόν. Είπε δε αυτώ ο υιός· Πάτερ, ήμαρτον.» (στχ. 20-21).

Ούτως η μετάνοια του υιού, ως εσωτερική ψυχική και πνευματική διαδικασία, δεν παραμένει όλως ατομικόν γεγονός, οιονεί βιούμενον εντός του «ταμιείου» αυτού. Εξωτερικεύεται πλήρως δια ζώσης φωνής ενώπιον του πατρός και πιθανώς της συνοδείας αυτού, δεδομένου ότι εις άρχων-πατήρ θα επλαισιούτο οπωσδήποτε, κατά την συνάντησιν μετά του υιού του, υπό των στενών συγγενών ή των ανωτέρων ή άλλων υπαλλήλων και υπηρετών αυτού.

Εις την περίπτωσιν ταύτην της προφορικής εξωτερικεύσεως της ομολογίας της ενοχής του ασώτου υιού ενώπιον του πατρός, οφείλει τις αναμφιβόλως να επισημάνει την βασικήν ψυχολογικήν (και πνευματικήν) λειτουργίαν του μυστηρίου της ιερας Εξομολογήσεως, η οποία είναι η ενώπιον του πνευματικού πατρός εξαγόρευσις της προσωπικής ενοχής. Και εξ επόψεως δηλαδή ψυχολογικής δεν εξαρκεί η εν κρυπτώ συναίσθησις της προσωπικής ενοχής προς απαλλαγήν της προσωπικότητος εκ των αρνητικών συνεπειών αυτής και δη επί της ασυνειδήτου ψυχικής περιοχής.

Απαιτείται εξάπαντος η εξωτερίκευσις της εν λόγω ενοχής και η δια του προφορικού μετά του πνευματικού πατρός διαλόγου «υποστασιακή» εκμηδένισις αυτής. Μάλιστα θα ηδύνατό τις να κατανοήσει τον αμφιδυναμικόν χαρακτήρα της εξωτερικεύσεως ως κατά-φασιν και συγχρόνως εκμηδένισιν της ενοχής. Η εξωτερίκευσις, ως προφορική ομολογία και παραδοχή αυτής, αναγνωρίζει την υπόστασιν της ενοχής ως γεγονός αναντίρρητον, ενώ συγχρόνως, ακριβώς ως αναγνώρισις η ομολογία αύτη εκμηδενίζει πράγματι την υποστασιακήν φύσιν αυτής.

Βεβαίως ενταύθα η μυστηριακή λειτουργία είναι εκείνη, η οποία αναλαμβάνει την «εξάλειψιν» της ενοχής, αλλά και ψυχολογικώς, ως διδάσκει και ο ψυχοθεραπευτικός διάλογος, η ομολογία της ενοχής υπηρετεί μέχρις ορισμένου σημείου την εξασθένισιν των αρνητικών επί της προσωπικότητος συνεπειών αυτής.

Αλλ' η περιγραφή της ψυχολογικής και πνευματικής διαδικασίας της επιστροφής του ασώτου υιού εις τον Πατέρα συμπληρούται δια της αρνητικής εικόνος του πρεσβυτέρου υιού. Προφανώς ο Κύριος ήθελε να υπογραμμίσει ζωηρώς την αντίθεσιν μεταξύ φαινόμενης συμπεριφοράς και μη φαινομένης εσωτερικής ψυχικής διαδικασίας ή μεταξύ τυπικής θρησκευτικότητος και γνήσιας πνευματικότητος.

Άλλωστε η παραβολή του ασώτου προσφέρεται ως απάντησις προς τους Φαρισαίους και τους Γραμματείς, λέγοντας «ότι ούτος αμαρτωλούς προσδέχεται και συνεσθίει αυτοίς» (15,2). Το πρώτον δε μέρος της παραβολής περιγράφει παραστατικώς και πλήρως την πτώσιν του ανθρώπου εις την αμαρτίαν και την ανάνηψιν αυτού και επιστροφήν εις τον Θεόν και Πατέρα.

Ενώ το δεύτερον, το αφορών εις την προσωπικότητα του πρεσβυτέρου υιού, υπογραμμίζει τας ψυχολογικάς και πνευματικάς συνεπείας της τυπολατρείας και της επιφανειακής θρησκευτικότητος, αι οποίαι αμφότεραι εχαρακτήριζον τους κατηγόρους και επικριτάς του Κυρίου Φαρισαίους και Γραμματείς.

Ούτως η ψυχολογική αντίδρασις του πρεσβυτέρου υιού εις το χαρμόσυνον γεγονός της επιστροφής του αδελφού του εμφανίζει τα κάτωθι κύρια σημεία, τα οποία προδίδουν ζωηρώς την ποιότητα της πνευματικότητος αυτού.


α) Ψυχικήν αντίστασιν και επιθετικότητα

Καθ' ον χρόνον ο πρεσβύτερος υιός πλησιάζει εις την οικίαν του πατρός του, επιστρέφων εκ του αγρού, αντιλαμβάνεται ότι κάτι όλως εξαιρετικόν και έκτακτον συμβαίνει εν αυτή. Δια τούτο ερωτά περί του γεγονότος τούτου τον πρώτον ίσως ύπηρέτην, τον οποίον συναντά. Η απάντησις, την οποίαν λαμβάνει, μεταδίδει εις αυτόν την χαρμόσυνον πληροφορίαν περί του αδελφού του, ο οποίος, κατά την πατρικήν κρίσιν, «νεκρός ήν καί ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη».

Η νεκρανάστασις ή παλιγγενεσία αύτη, ως συγκινητικόν και δή συγκλονιστικόν γεγονός, προκαλεί χαράν και ευφροσύνην εις πάντας. Δια τούτο ευλόγως ο υπηρέτης αναμένει την ευνόητον αντίδρασιν. Εν τούτοις ο πρεσβύτερος υιός αντιδρά όλως απροσδοκήτως. Ευθύς ως λαμβάνει την πληροφορίαν ότι· «ο αδελφός σου ήκει καί έθυσεν ο πατήρ σου τον μόσχον το σιτευτόν, ότι υγιαίνοντα αυτόν απέλαβεν» (στχ. 27), αντιδρά επιθετικώς. Δηλαδή «ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν».

Είναι προφανές ότι η οργή του πρεσβυτέρου υιού είναι ασυμβίβαστος προς το σημαντικόν και χαρμόσυνον γεγονός της επιστροφής του αδελφού του. Η έντονος αύτη αψιθυμική αντίδρασις, η οποία, ως ψυχική αντίστασις, ολοκληρούται δια της αρνήσεως αυτού να εισέλθη εις τον εορτάζοντα πατρικόν οίκον, προδίδει ζωηρώς ασυνείδητους διαδικασίας εν πλήρει δράσει. Επομένως το ερώτημα είναι εύλογον, διατί ο πρεσβύτερος υιός αντιδρά ούτω; Διατί εκδηλοί, οιονεί, αυτόματον επιθετικότητα; Ισως η μόνη δυνατή απάντησις, επί τη βάσει των μέχρι τούδε δεδομένων των ασυνειδήτων διαδικασιών, είναι η ισχυρά απώθησις αισθημάτων ενοχής.

Ο πρεσβύτερος υιός ήτο «άψογος» θρησκευτικός άνθρωπος. Ήτο αυστηρώς προσηλωμένος εις την υπηρεσίαν και το έργον του πατρός. Τούτο μάλιστα, κατά την πλήρη αγανακτήσεως μομφήν προς τον πατέρα, τονίζει ιδιαιτέρως. «Ιδού τοσαύτα έτη δουλεύω σοι και ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον» (στχ. 27). Η επίκλησις των υπηρεσιών του αυτών και δη της απαραβάτου συνεπούς εκτελέσεως των πατρικών εντολών υπογραμμίζει εξ άλλου την τυποκρατικήν συμπεριφοράν του ασώτου προς τον πατέρα αυτού. 

Εξωτερικώς και «τυπικώς» ήτο αφωσιωμένος προς τον πατέρα. Αλλ' ακριβώς η «άψογος» αύτη θρησκευτικότης και αφοσίωσις καθιστά εκ πρώτης όψεως ανεξήγητον την επιθετικότητα και την ψυχικήν αντίστασιν του πρεσβυτέρου υυού. Η θεώρησις όμως της αρνητικής ταύτης αντιδράσεως υπό το πρίσμα των ασυνειδήτων διαδικασιών συνδέει την επιθετικότητα προς απωθούμενα αισθήματα ενοχής.

Ούτως η αυστηρά και τρόπον τινά απόλυτος προσκόλλησις εις τους θρησκευτικούς τύπους προδίδει πολλάκις νευρωτικήν ακαμψίαν, δηλαδή πα-γίωσιν (Fixierung) εις ωρισμένον τρόπον συμπεριφοράς και ψυχικής ενεργείας. Εις πολλάς δε περιπτώσεις η απόλυτος προσκόλλησις αύτη χρησιμοποιείται ως αμυντικός ψυχικός μηχανισμός, οφειλομένη εις απώθησιν αισθημάτων ενοχής. Διά του τρόπου τούτου αμύνεται το άτομον ασυνειδήτως κατά της συνειδητοποιήσεως των αισθημάτων αυτών.

Ο πρεσβύτερος υιός ήτο, μέχρι της στιγμής της επιστροφής του αναγεγεννημένου αδελφού του, ησφαλισμένος από της πλευράς της αποκαλύψεως των αισθημάτων ενοχής, τα οποία επιμόνως απωθούσε. Η απόλυτος τυπο-κρατική του προσκόλλησις υπερήσπιζεν αυτόν πλήρως. Αλλ' η επιστροφή του ασώτου αδελφού, ως βιωθείσα και συνειδητοποιηθείσα ενοχή, προκαλεί την ασυνείδητον αντίδρασιν της προσωπικής του ενοχής. Εντεύθεν η οργή και η ψυχική αντίστασις, αι οποίαι είναι όντως διαμετρικώς αντίθετοι προς την αφοσίωσιν και την μακροχρόνιον («τοσαύτα έτη») συνεπή προσφοράν υπηρεσίας προς τον πατέρα.

Η απώθησις της ενοχής δεν επέτρεπεν εις τον πρεσβύτερον υιόν πνευματικήν πρόοδον ανάλογον προς την αφοσίωσιν και την υπηρεσίαν ταύτην. Ενώ ούτος από πλευράς «τύπων» ήτο άψογος, εσωτερικώς παρέμενεν ακαλλιέργητος και ανώριμος, λόγω ακριβώς των επιμόνως απωθουμένων αισθημάτων ενοχής.


β) Προβολήν της ενοχής αυτού

Είναι ιδιαζόντως χαρακτηριστικόν το γεγονός ότι ο πρεσβύτερος υιός δεν επιτίθεται κυρίως κατά του αδελφού αυτού, αλλά εναντίον του πατρός. Διότι πράγματι η όλη συμπεριφορά αυτού στρέφεται κατά του πατρός, προς τον οποίον υπήρξε «τοσούτον» αφωσιωμένος, επί τοσαύτα έτη. Προς τον αδελφόν προβάλλει κατ' αρχάς αρνητικήν ψυχικήν αντίστασιν, μη θέλων να εισέλθει εις τον πατρικόν οίκον και να συνεορτάσει δια το χαρμόσυνον γεγονός της νεκραναστάσεως αυτού.

Έπειτα δε και επιτίθεται κατ' αυτού δια της περιφρονητικής αντωνυμίας «ούτος». Αλλά κατά του πατρός του εκδηλοί άμεσον επιθετικότητα και κατηγορεί αυτόν επί σκληρότητι και στενοκαρδία. Ούτως, όταν «εξελθών παρεκάλει αυτόν» ο πατήρ να εισέλθει εις την οικίαν, ούτος εξαποστέλλει κατ' αυτού μύδρους ενοχής. «Ιδού τοσαύτα έτη δουλεύω σοι και ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον, και εμοί ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ. Ότε δε ο υιός σου ούτος, ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών, ήλθεν, έθυσας αυτώ τον μόσχον τον σιτευτόν» (στχ. 29-30).

Οι λόγοι ούτοι εκφράζουν πράγματι ζωηρώς τα επιθετικά αισθήματα του πρεσβυτέρου υιού προς τον πατέρα. Κυρίως δε αι κατηγορίαι, τας οποίας δια των λόγων τούτων αποδίδει εις αυτόν υπογραμμίζουν την ενοχήν του πατρός. Αλλ' ως είναι ευνόητον, η ενοχή αύτη δεν είναι αντικειμενικώς πραγματική. Αι κατηγορίαι είναι ανυπόστατοι και επομένως συνιστούν προβολήν της προσωπικής ενοχής του πρεσβυτέρου υιού επί του προσώπου του πατρός. Η προς τον άσωτον άφεσις του πατρός προκαλεί την δραστηριότητα των απωθουμένων αισθημάτων ενοχής του πρεσβυτέρου υιού, τα οποία, ως καυστικά βέλη, κατευθύνονται προς τον πανάγαθον «αφέτην».

Διότι ο πατήρ είναι ο αυθεντικός διαχειριστής και χορηγός της αφέσεως, την οποίαν ο πρεσβύτερος υιός δεν δύναται να γευθεί, επειδή ακριβώς, εκ λόγων αλαζονείας, απωθεί την ενοχήν αυτού εις τα σκοτεινά βάθη της ασυνειδήτου ψυχικής περιοχής. Ούτως η προς τον πατέρα επιθετική συμπεριφορά αυτού προβάλλει όντως την προσωπικήν του ενοχήν.


γ) Επιθυμίαν αφέσεως της ενοχής αυτού

Η συμπεριφορά του πρεσβυτέρου υιού είναι αρνητική, θεωρούμενη ως επίθεσις κατά του πατρός. Αλλ' έχει αύτη και θετικόν χαρακτήρα. Εκφράζει τον μύχιον πόθον της αφέσεως της ενοχής αυτού. Επιθυμεί ούτος να τύχει της αγαθής εμπειρίας, την οποίαν και ο αδελφός αυτού εβίωσε. Η συμπεριφορά του είναι μία ασυνείδητος διαμαρτυρία πρώτον κατά του εαυτού του, ο οποίος δεν είναι εις θέσιν να βιώσει μίαν τοιαύτην εμπειρίαν.

Η επιθετικότης, έκ της επόψεως ταύτης, στρέφεται πρωτίστως κατά του εαυτού του, ο οποίος είναι ένοχος, προβάλλεται δε, λόγω της απωθήσεως, επί του πατρός. Εξ άλλου όμως η επιθετική συμπεριφορά του πρεσβυτέρου υιού προς τον πατέρα αποτελεί διαμαρτυρίαν κατ' αυτού, όστις ακριβώς είναι ο μόνος αυθεντικός διαχειριστής και χορηγός της αφέσεως, την οποίαν ούτος διακαώς επιθυμεί. Η αμφιδυναμική οψις της συμπεριφοράς ή αντιδράσεως του πρεσβυτέρου υιού δικαιώνει ασφαλώς την άποψιν του Caruso, συμφώνως προς την οποίαν η νευρωτική συμπεριφορά είναι μία απόπειρα προς αποκατάστασιν της «ορθοδοξίας εις την ζωήν».

Εκείνος, ο οποίος απωθεί την ενοχήν του και αντιδρά εις τας διανθρωπίνας σχέσεις νευρωτικώς, επιθυμεί κατ' ουσίαν την αποκατάστασιν της ηθικής ολοκληρίας της προσωπικότητός του. Κατέστη νευρωτικός, διότι κατέστη ανυπόφορος η απώθησις της ενοχής αυτού. Επομένως εις την σκοτεινήν περιοχήν των ασυνειδήτων διαδικασιών της προσωπικότητός του πρεσβυτέρου υιού υπολανθάνει και η λειτουργία της νοσταλγίας και της επιθυμίας της ηθικής ακεραιότητος και αθωότητος.

Η θετική αύτη όψις της επιθετικής αντιδράσεως του πρεσβυτέρου υιού σημειούται ενταύθα μόνον ως δυνατότης πνευματικής ανανήψεως αυτού. Η ποιμαντική δε σημασία του γεγονότος τούτου είναι όντως αυτονόητος. Αλλ' η παραβολή τερματίζεται ούτως, ώστε ο υιός ούτος να παραμείνει παγιδευμένος εις την κατάστασιν της νευρωτικής (αμαρτωλού) ακαμψίας. Διότι ο πατήρ «είπεν αυτώ· τέκνον, συ πάντοτε μετ' εμού ει, και πάντα τα εμά σα εστιν· ευφρανθήναι δε και χαρήναι έδει, ότι . . .» (στχ. 31-32). Κατά ταύτα η παραβολή του ασώτου υιού προβάλλει δύο θρησκευτικούς τύπους και συγχρόνως δύο διαδικασίας θρησκευτικής βιώσεως.

Ο άσωτος υιός και ο πρεσβύτερος αδελφός αυτού αποτελούν δύο θρησκευτικά βιωματικά σύμβολα, τα οποία συγχρόνως κρύπτουν και αποκαλύπτουν μίαν πραγματικότητα. Προβάλλουν μίαν όψιν και υποδηλούν μίαν ασυνείδητον διαδικασίαν. Οπωσδήποτε όμως υπογραμμίζουν το ουσιαστικόν πρόβλημα του ανθρώπου, όπερ είναι το πρόβλημα της ενοχής και υποδεικνύουν θετικώς και αρνητικώς την ορθήν λύσιν αυτού. Αύτη είναι πάντοτε η αναγνώρισις και αποδοχή της βιωματικής υποστάσεως αυτής, ως ακριβώς ομολογείται εις τον 18ον στίχον της περικοπής.

Αλλ' η ανίχνευσις των ασυνειδήτων διαδικασιών και η χειραγώγησις του νευρωτικού ανθρώπου εις την βίωσιν της τοιαύτης λύσεως αποτελεί ασφαλώς τον κεντρικον στόχον του ποιμαντικού έργου. Εν προκειμένω δε η συμβολή των ψυχολογικών σπουδών εις την διευκόλυνσιν του έργου τούτου είναι ασφαλώς λίαν προφανής.