Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ (Ιω. 12, 1-18)



†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
(Διασκευή ομιλίας στο Νεοχώρι, στις 24/4/2005)
  1. Ο Χριστός είναι το κριτήριο
Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη ημέρα, αξίζει να θυμηθούμε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και παραδοθήσεται ο Υιός του ανθρώπου, καθώς γέγραπται περί Αυτού». Ο Χριστός πήγε συνειδητά στην Ιερουσαλήμ, ξέροντας τι Τον περιμένει. Πήγε για να σταυρωθεί για μας, για τη σωτηρία μας.
Τα θαύματα που είχε κάνει μέχρι τότε και ιδιαίτερα η ανάσταση του Λαζάρου, είχαν φτερώσει την πίστη πολλών ανθρώπων. Γι’ αυτό όταν έμαθαν ότι ανεβαίνει στα Ιεροσόλυμα, βγήκαν να Τον υποδεχθούν, φωνάζοντας: «Ωσαννά». Δηλαδή, «σώσε μας. Άπλωσε το χέρι Σου, έλα κοντά μας. Μη μας αφήνεις». «Ευλογημένος ο ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου».
Όμως ο Χριστός έλεγε: «Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και ο Υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται εις θάνατον και εις μαρτύρια». Και ο λόγος Του έγινε πραγματικότητα, γιατί οι άνθρωποι δεν ήταν όλοι της ίδιας γνώμης. Δεν Τον περίμεναν όλοι. Δεν Τον πίστεψαν όλοι. Δεν Τον αγαπούσαν όλοι.
Σε ένα τροπάριο που θα το ψάλλουμε το βράδυ λέμε: «Δεύτε ουν και ημείς, συναναβώμεν μετ’ Αυτού». Πάμε και εμείς μαζί Του. Το «πάμε και εμείς μαζί Του», δεν σημαίνει ότι κύλισε ο χρόνος, ήρθε πάλι μία γιορτή και κάνουμε φιλολογικό μνημόσυνο του Χριστού, όπως λένε στους κοσμικούς κύκλους. Ούτε απλά κάνουμε μια εθνική εορτή και θυμόμαστε περασμένα μεγαλεία. Οι γιορτές της Εκκλησίας μας σημαίνουν ότι παίρνουμε ζωή από το Χριστό, όταν βέβαια φροντίζουμε να ενωνόμαστε μαζί Του, να ζούμε με τον Χριστό. Έχοντας τον Χριστό να ζει και να ενεργεί μέσα μας. Το Πνεύμα Του να μας φωτίζει νου και καρδιά και όλα τα μέλη του σώματός μας να ενεργούν κατά το θέλημα του Θεού.
Έλεγε ένας Άγιος: «Το σώμα είναι όργανο της ψυχής. Πώς είναι δυνατόν να υμνεί με τη γλώσσα του πράγματα που δεν τα θέλει η ψυχή και δεν τα εγκρίνει; Πώς είναι δυνατόν, άμα πιστεύω στο Χριστό, να κάνω πράγματα αντίθετα στο θέλημά Του; Πώς είναι δυνατόν να πιστεύω ότι είμαι μέλος του Χριστού, ότι είναι ο Χριστός μέσα μου και να έχω νου και καρδιά ξέφραγο αμπέλι και τα μέλη του σώματός μου ελεύθερα για κάθε πράξη που μου τυχαίνει;»
Ο δίκαιος Συμεών όταν πήρε το Χριστό στην αγκαλιά του, σαράντα ημερών νήπιο είπε:«Ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών». Δεν είναι ένας τυχαίος άνθρωπος. Ανάλογα με την τοποθέτηση που παίρνει ο καθένας απέναντί Του, ή στέκει – με την πίστη και με τον πόθο να είναι ενωμένος μαζί Του- ή πέφτει. Δεν ήρθε δικαστής. Ήρθε ελευθερωτής. Αλλά Αυτός είναι το κριτήριο. Ο κάθε ένας, μόνος του στέκει ή πέφτει.
  1. Το μήνυμα των εορτών
Ας παρακολουθήσουμε, αδελφοί, τι γινόταν τότε γύρω από τον Χριστό.
Μερικοί έλεγαν αδιάφορα: «Αλήθεια; Αυτός είναι που ανάστησε το Λάζαρο;»
Άλλοι κρατούσαν κλαδιά και φώναζαν: «Ωσαννά».
Άλλοι έβγαζαν τα ρούχα τους και τα έστρωναν κάτω να πατήσει το γαϊδουράκι πάνω στο οποίο ήταν ο Χριστός, για να ευλογηθούν. Και τον ονόμαζαν Θεό, Κύριο και Βασιλέα τους.
Αλλά ήταν και άλλοι οι οποίοι, όταν ο Χριστός έμπαινε στην Ιερουσαλήμ και όταν Τον πήγαιναν στο Σταυρό, μαζεύτηκαν να δουν όπως τρέχουν μερικοί να δουν το ποδόσφαιρο. Σαν να ήταν θέατρο, για να διασκεδάσουν. Μερικοί Τον έβριζαν. Άλλοι γελούσαν. Άλλοι έκαναν κάτι χειρότερο, Τον βλασφημούσαν. Και οι άρχοντες των Εβραίων είχαν ορκιστεί ότι θα Τον ξεπαστρέψουν, γιατί τους ήταν εμπόδιο στο δρόμο τους.
Γι’ αυτό όταν διαβάζουμε την «ευχή για τα Βάγια», λέμε εμείς που έχουμε καταλάβει ότι η σχέση μας με το Χριστό δεν είναι ούτε θέαμα, ούτε φιλολογικό μνημόσυνο, αλλά ταύτιση της ζωής μας με το θέλημα του Θεού: «Αξίωσέ μας Κύριε, να Σου φερθούμε όπως τα παιδιά εκείνα, εκείνη την εποχή, που άδολα, το φώναζαν με όλη τους την καρδιά: ‘’Ωσαννά, Υιέ Δαυΐδ», σώσε μας! Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου’’»
Ηθελημένα να πηγαίνουμε κοντά στο Χριστό. «Ορκισμένα» να πηγαίνουμε κοντά Του! Και ποτέ να μην αφήνουμε να κυριαρχούν στην καρδιά μας διαφορετικά φρονήματα. Γιατί ο Χριστός είναι ο Κύριός μας, ο Σωτήρας μας, ο Ελευθερωτής μας.
«Δεύτε ουν και ημείς συμπορευθώμεν αυτώ» Και αν χρειαστεί, «συσταυρωθώμεν αυτώ».
Λίγο-πολύ χρειάζεται να σταυρώνουμε τον εαυτό μας κάθε μέρα. Μήπως δεν είναι σταύρωμα για τον κακό εαυτό μας, τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας, όταν την Κυριακή παίρνουμε την απόφαση να πάμε στην Εκκλησία; «Άσε τον ύπνο λέμε! Την ξεκούραση την έχουμε όποια ώρα θέλουμε! Την εκκλησία δεν την έχουμε όποια ώρα θέλουμε» Κάνουμε τον σταυρό μας και ξεκινάμε. Και έτσι σταυρώνουμε το πάθος της φιλοϋπνίας.
Έρχεται Παρασκευή και μου αρέσει να φάω κάτι που δεν πρέπει. Κάνω τον σταυρό μου και λέω: «Νήστεψε, ευλογημένε. Ο Χριστός σταυρώθηκε Παρασκευή». Και σταυρώνω τον εαυτό μου και συμπορεύομαι με το Χριστό.
Βγαίνει στο στόμα μου κάποια λέξη, έκφραση καρδιάς πονηρής, και λέγω: «Έλα Χριστέ μου. Σταύρωσέ τον, αυτόν τον παλιάνθρωπο που έχω μέσα μου. Ελευθέρωσέ με, ελευθερωτή των ψυχών μας από τον κακό εαυτό μου για να μπορώ να Σε ακολουθώ».
Αυτό είναι το νόημα της χριστιανικής ζωής. Αυτό είναι το μήνυμα των εορτών. Σε κάθε γιορτή, που μας παρουσιάζεται μια φάση από τη ζωή του Χριστού, ή και κάποιου ανθρώπου που Τον μιμήθηκε λέμε: «Κάπως έτσι πρέπει να κάνω και εγώ».
  1. Σωστή τοποθέτηση απέναντι στα Πάθη του Χριστού
Ακόμα σε όλες τις γιορτές βλέπουμε δύο τοποθετήσεις των ανθρώπων απέναντι του Χριστού: Η πρώτη τοποθέτηση είναι εκείνων που Τον αγαπούσαν. Η άλλη εκείνων που Τον μισούσαν.
Όταν γεννήθηκε στο σπήλαιο, η Παναγία Τον προσκύνησε. Ο Ιωσήφ Τον προσκύνησε. Οι μάγοι Τον προσκύνησαν. Αλλά ο Ηρώδης ήθελε να Τον σφάξει.
Όταν ήταν πάνω στο Σταυρό, ο ένας ληστής Τον βλασφημούσε. Ο άλλος Τον ομολόγησε Θεό και είπε: «Μνήσθητί μου Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου».
Εσύ, με ποιούς πας; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα.
Θα έλεγε ίσως κανείς: «Με ποιόν να πάω; Εγώ τον Χριστό δεν Τον είδα ποτέ και πουθενά. Μόνο στην εικόνα Τον βλέπω. Εδώ στη γη βλέπω αυτούς που πάνε στην Εκκλησία, βλέπω και τους ιερείς. Αλλά από αυτά που βλέπω, νομίζω ότι καλύτερα είναι να πάρω μόνος μου το δρόμο μου».
Μη ξεχνάς αδελφέ μου, ότι ο Καϊάφας και ο Άννας ιερείς ήταν και προτίμησαν να σταυρώσουν το Χριστό για να διατηρήσουν την εξουσία τους και για τα προνόμιά τους. Βέβαια όταν ένας άνθρωπος της Εκκλησίας που μιλά για την αιώνια ζωή και την υπακοή στο Χριστό, δείχνει ότι τη ζωή του την βασίζει στην τσέπη του, στον εαυτό του, στη γνώμη του, στο μεγαλείο του, αυτός λέει, όχι με το στόμα, αλλά με τα έργα ότι «Το Ευαγγέλιο δεν έχει αξία». Και κάνει τον απλοϊκό άνθρωπο, με το λίγο μυαλό, να λέει: «Αφού εκείνος που τα ξέρει ζει έτσι τι να κάνω εγώ; Εγώ θα σώσω την πίστη; Εγώ θα σώσω τον κόσμο;» Και έτσι από κάτι τέτοια παραδείγματα, χάνει για τον «απλό» άνθρωπο –καλύτερα θα ήταν να πούμε για τον απερίσκεπτο άνθρωπο- την αξία του το Ευαγγέλιο.
Τι είπε ο Χριστός; «Όποιος είναι ταγμένος να διδάσκει το Ευαγγέλιο, είναι για τον κόσμο αλάτι που νοστιμίζει τη ζωή, την συντηρεί και την προστατεύει από τη σήψη. Αν όμως κάνει αντίθετα από όσα διδάσκει, ο άνθρωπος αυτός, έπαψε να είναι αλάτι. Δεν κάνει ούτε για σκουπίδια!» Και τι είναι για τον Χριστό; Πόνος, θλίψη και στενοχώρια. Γιατί ο Χριστός, για κάθε άνθρωπο που χάνεται, θλίβεται και πονάει.
 Τώρα που ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε τα πάθη του Χριστού, ας συνειδητοποιήσουμε ότι χρέος έχουμε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα των παιδιών που φώναζαν το«Ωσαννά», των Αποστόλων και των αγίων που μαρτύρησαν για το Χριστό. Αυτών που Τον κατάλαβαν, Τον έζησαν, και ταυτίστηκαν μαζί Του. Και κήρυξαν ότι Αυτός είναι η ζωή του κόσμου. Τέτοιοι ήταν ο Άγιος Δημήτριος, ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Χαραλάμπης, οι στρατιές των Αγίων με Πρωτοκορυφαίους τον Απόστολο Παύλο και τον Απόστολο Πέτρο.
Κάποτε ο Χριστός ρώτησε στους αποστόλους Του:
-Μήπως και σεις θέλετε να φύγετε; Μήπως ζητάτε κάτι άλλο;
Απάντησε ο τρισμακάριος Πέτρος:
-Σε ποιόν να πάμε, Χριστέ μου; Το λόγο της αληθινής ζωής Εσύ μας τον δίδαξες, από Σένα τον καταλάβαμε. Χίλιες φορές στο θάνατο παρά μακρυά Σου! Από Σένα δεν θα αποχωριστούμε!
Ας επικαλεσθούμε τον Κύριο να μας φωτίζει, να μας συγκρατεί κοντά Του, να μας αγιάζει.
Ας Τον παρακαλέσουμε να ανοίξει την αγκαλιά Του σε όλους μας. Κανένας να μην εξαιρεθεί!
Και τα πάθη του Χριστού να μιλήσουν όσο το δυνατόν πιο πολύ, μέσα στις καρδιές μας. Αμήν

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

π. Συμεών Κραγιόπουλος: "Ομιλία εις την Κυριακή των Βαΐων"


 Η θριαμβευτική είσοδος του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ

Καθώς ακούγαμε τώρα την όλη ευαγγελική περικοπή, η οποία αναγινώσκεται κάθε χρόνο αυτήν την ημέρα, μου 'κανε ακόμη μια φορά εντύπωση ότι όλοι λίγο πολύ, καθένας με τη διάθεσή του, καθένας με την πρόθεσή του, ανάλογα με την κατάστασή του, όλοι η, αν θέλετε, πολλοί είναι αυτοί οι οποίοι πλησιάζουν έτσι η αλλιώς τον Κύριο, αναφέρονται εις Αυτόν, συνομιλούν με Αυτόν ή  όπως στην ειδική περίπτωση σήμερα, ψάλλουν και υμνούν και δοξάζουν τ' όνομά Του καθώς τον υποδέχονται στην Ιερουσαλήμ.

Το τονίζει η ευαγγελική περικοπή ότι ο λαός, μόλις είδε τον Κύριο να εισέρχεται στην Ιερουσαλήμ «επί πώλου όνου καθήμενον», έσπευσε, καθώς και τα παιδία, να ψάλλουν το «Ωσαννά εν τοις υψίστοις ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».

Είναι αυτός ο λαός που ύστερα από λίγες ημέρες, καίτοι είναι ο λαός που ευεργετήθηκε πιο μπροστά από τον Κύριο, ο ίδιος αυτός λαός ύστερα από λίγες ημέρες θα φωνάξει· «Αρον, άρον, σταύρωσον αυτόν», συμφωνώντας με τους γραμματείς, τους Φαρισαίους και τους αρχιερείς.

Βλέπουμε εδώ να είναι κόσμος πολύς, που έχει μαζευθεί στο σπίτι του Λαζάρου, τον οποίο ανέστησε ο Κύριος. Το άκουσαν και ήρθαν να δουν, λέει, τον Ιησού αλλά και τον Λάζαρο· και τον Λάζαρο, από περιέργεια, τον ανέστησε πραγματικά; Τι ακριβώς έγινε;

Πολύς κόσμος μπαίνει-βγαίνει στο σπίτι των αδελφών Μάρθας και Μαρίας όπου λαμβάνει χώραν αυτό το περιστατικό· η μία από τις αδελφές διαθέτει πολύτιμο μύρο για να πλύνει και να σπογγίσει τα πόδια του Κυρίου· και αγανακτούν οι μαθηταί, ιδιαίτερα ο Ιούδας, ο οποίος τάχα νοιάζεται για τους φτωχούς και στεναχωρείται που πετιέται τρόπον τινά το πολύτιμο μύρο, το οποίο εχει τόσο μεγάλη αξία και θα μπορούσε αντ' αυτού το ποσόν να δοθεί στους φτωχούς.

Οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι απ' την άλλη πλευρά συνεδριάζουν, συσκέπτονται, είχαν σκοπό να θανατώσουν, λέει, και τον Λάζαρο, γιατί και αυτός ξεσήκωνε τον λαό. Το θαύμα που έκανε σ' αυτόν ο Κύριος συντελούσε, ώστε να δημιουργείται ρεύμα για τον Κύριο. Και οι μαθηταί λοιπόν εδώ, και ο Λάζαρος και οι αδελφές του εδώ, και λαός πολύς εδώ, και οι αρχιερείς κάπου εκεί βρίσκονται, και όλοι οι άλλοι, και ο λαός ο οποίος ξεσηκώνεται την ώρα που εισέρχεται ο Κύριος στα Ιεροσόλυμα και ας πούμε ζητωκραυγάζει.


Όλοι συνωθούνται γύρω από τον Κύριο, αλλά λίγοι σώζονται

Όλη η παραπάνω εικόνα μας βοηθάει να προσέξουμε και να μελετήσουμε καλύτερα αυτά τα οποία θα συμβούν όλες αυτές τις ημέρες, που παρόμοια συμβαίνουν κάθε χρόνο, αλλά επίσης συμβαίνουν και σ' όλη μας τη ζωή. Όπως π.χ. όλοι, εδώ, συνωθούνται γύρω από το πρόσωπο του Κυρίου αλλά στο τέλος όμως, καθώς ξεκαθαρίζουν τα πράγματα μετά την Ανάστασή του, δεν είναι όλοι αυτοί που σώζονται. Όλοι συνωθούνται εδώ, όλοι έτσι ή αλλιώς έχουν μια σχέση με τον Κύριο, αναφέρονται σ' αυτόν, αλλά τελικά όμως λίγοι είναι εκείνοι που σώζονται. Ακόμη και από αυτούς που τώρα τον υποδέχονται στην Ιερουσαλήμ και έπειτα θα φωνάξουν «άρον, άρον», ναι, αρκετοί απ' αυτούς θα σωθούν την ημέρα της Πεντηκοστής, όταν θα έλθει το Πνεύμα το Άγιον. Θα ακούσουν την ομιλία του αποστόλου Πέτρου, θα κατανυγούν και κατανενυγμένοι θα ερωτήσουν σοβαρά τι πρέπει να κάνουν. Και παίρνουν την απάντηση «να μετανοήσετε και να βαπτισθείτε γιά να σωθείτε»· πράγμα που το κάνουν και λαμβάνουν όχι ως αμοιβή ή, αν θέλετε και έτσι, αλλά κυρίως ως επιβεβαίωση ότι τους δέχθηκε ο Κύριος, τους συγχώρησε, τους κάνει δικούς του, τους κάνει τέκνα του και τους δίδει το Πνεύμα το Άγιον και σ' αυτούς που ήταν τρεις χιλιάδες και στους άλλους που ακολούθησαν υστέρα από λίγες ημέρες.

Εάν απλώς οι προσωπικές μας εκτιμήσεις μας κατευθύνουν, θα εκπλαγούμε την ημέρα της Κρίσεως

Αυτές τις ημέρες και εμείς εδώ και αλλού και όπου γης, λίγο πολύ, όλοι τουλάχιστον όσοι είναι χριστιανοί, όσοι είναι βαπτισμένοι, θα τρέξουν, άλλος έτσι, άλλος αλλιώς, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, άλλος με την μια διάθεση, άλλος με την άλλη. Πλήθη και πλήθη κόσμου θα τρέξουν στους ναούς, θα έλεγε κανείς, θα τρέξουν στον Χριστό και εμείς μαζί τους όλοι.

Το θέμα όμως είναι, τελικά, πόσοι από μας θα σταθούμε με σοβαρότητα ενώπιον του σταυρωθέντος Κυρίου και του αναστάντος και αναληφθέντος Κυρίου, του αποστείλαντος το Άγιον Πνεύμα στον κόσμο Κυρίου, πόσοι θα σταθούμε σοβαρά-σοβαρά ενώπιόν του και θα ρωτήσουμε τι πρέπει να κάνουμε, και πόσοι από μας όντως θα κάνουμε αυτό το οποίο λέει το Πνεύμα του Θεού, αυτό το οποίο λέει ο Θεός; Άλλο τι κάνουμε εμείς· κάνουμε, όλοι μας κάνουμε. Και στην εκκλησία θα πάμε, και μια και δυο· και λαμπάδες θα ανάψουμε και κεριά θα ανάψουμε, αν θέλετε, πολλοί θα προσέλθουν να κοινωνήσουν, πολλοί θα προσέξουν, αν θέλετε, τις ακολουθίες, τα νοήματα όλα, αλλά θα κάνει ο καθένας αυτό που αυτός νομίζει, θα κάνει ο καθένας όπως αυτός νομίζει.

Λίγοι είναι εκείνοι οι οποίοι φθάνουν σε κατάνυξη, σε συναίσθηση, και βρίσκονται μπροστά στην αλήθεια τι να κάνουν. «Τι ποιήσωμεν»; λέει, την ημέρα της Πεντηκοστής. «Να μετανοήσετε και να βαπτισθείτε». Εάν τελικά δεν φθάσεις σ' αυτό το σημείο, ώστε να ρωτήσεις και να λάβεις την απάντηση και να συμμορφωθείς προς την απάντηση, αλλά και να έχεις την επιβεβαίωση ότι σε δέχθηκε ο Θεός, σε συγχώρησε ο Θεός, σε έβαλε στο δρόμο του ο Θεός, σε βάζει στη βασιλεία του ο Θεός· αν δεν γίνει έτσι, και μείνεις απλώς στις δικές σου εκτιμήσεις, μείνεις απλώς στις δικές σου όποιες ενέργειες, στην δική σου όποια ανταπόκριση, είναι πολύ πιθανό να μην έχεις κάνει τίποτε.

Και την ημέρα την κρίσιμη, την ημέρα που θα κληθούμε να δώσουμε λόγο, καθώς όλα στη ζωή σου τα υπολόγιζες εσύ και τα κανόνιζες εσύ, έτσι και την ημέρα εκείνη της κρίσεως κατά την δική σου αντίληψη, κατά την δική σου σκέψη και τους δικούς σου υπολογισμούς, ποιος ξέρει πως θα τα περιμένεις· αλλά δεν θα 'ναι καθόλου έτσι όπως θα τα περιμένεις, διότι ποτέ στη ζωή σου, όσο τάχα καλός κι αν ήσουν, όσο και αν κουράστηκες, κοπίασες ή έκανες κάποια πράγματα, ποτέ στη ζωή σου δεν έθεσες αυτό το ερώτημα σοβαρά-σοβαρά ενώπιον του Θεού· τι θέλει από σένα ο Θεός; Και ποτέ ίσως στη ζωή σου δεν ανταποκρίθηκες κατά τον λόγο του Θεού, κατά το θέλημα και τις εντολές του Θεού, αλλά έμεινες απλώς μόνο σ' αυτά που έκανες εσύ· και θα εκπλαγείς εκείνη την ημέρα που δεν θα 'σαι μεταξύ εκείνων οι οποίοι θα ακούσουν το «δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου...», παρά τους υπολογισμούς σου, παρά τις εκτιμήσεις σου, παρά τη σιγουριά σου ότι ε καλώς εσύ τα εξετίμησες τα πράγματα, καλώς εσύ τα υπολόγισες, καλώς ενήργησες, έδινες και στον εαυτό σου το πιστοποιητικό του καλού χριστιανού.
Τέλος στην μέχρι τώρα ραθυμία μας. 
Ο Θεός οδηγείται στο Πάθος για μας.

Αυτές τις ημέρες, αδελφοί μου, θα ακούσουμε πολλά, όχι μόνο έτσι αόριστα, όχι μόνο θα φθάσουν στην ψυχή μας κάποιες έννοιες, κάποια νοήματα, αλλά θα προβάλουν αυτές τις ημέρες και συγκεκριμένα πρόσωπα· όπως εδώ σήμερα είναι η Μάρθα, η οποία προβαίνει σε μια καλή ενέργεια, αλλά θα ακούσουμε και για τους μαθητάς, θα ακούσουμε και για τον ληστή και για την άλλη αμαρτωλή γυναίκα, για συγκεκριμένα πρόσωπα. Θα ακούσουμε και για τα πρόσωπα εκείνα τα οποία, καίτοι ήρθαν σε επικοινωνία με τον Χριστό, τελικά έστρεψαν τα νώτα και χάθηκαν. Θα ακούσουμε και για κείνα τα πρόσωπα τα οποία, μπορεί να 'ταν σε άσχημη κατάσταση, μπορεί να έπεσαν σε μεγάλη αμαρτία, μπορεί να έπεσαν σε μεγάλη πλάνη, αλλά τελικά βρήκαν τον Κύριο, βρήκαν τον Θεό και σώθηκαν.

Και έχουμε αυτήν την ευκαιρία ο καθένας μας να βάλουμε τον εαυτό μας ακριβώς στον δρόμο που πρέπει να τον βάλουμε, και όχι ανεύθυνα και επιπόλαια να μείνουμε απλώς σε μια θρησκευτικότητα, να μείνουμε απλώς σε μια χριστιανική εξωτερική, ας πούμε, κατάσταση.

Θα δούμε αμαρτωλούς να σώζονται, να αγιάζονται, να μπαίνουν κατευθείαν στον παράδεισο, όπως ο ληστής· και θα δούμε άλλους που ευλογήθηκαν από τον Κύριο και τελικά χάθηκαν, ακριβώς γιατί πήραν επιπόλαια τα πράγματα, ακριβώς γιατί δεν πρόσεξαν, ακριβώς γιατί δεν υπάκουσαν ποτέ στον Χριστό. Πολλοί χριστιανοί και στις ημέρες μας και τον προηγούμενο καιρό και στους επόμενους χρόνους, πολλοί χριστιανοί έμειναν και θα μείνουν μόνον απλώς με ένα ενδιαφέρον, μόνον απλώς σε μια κάποια σχέση με τα της Εκκλησίας, με τα του Θεού, με το δράμα του Κυρίου, και ξεγελιούνται έτσι, πέφτουν έξω και τελικά χάνονται.

Δεν μπορεί, δεν μπορεί ο ίδιος ο Θεός να γίνεται άνθρωπος και να οδηγείται, Οπως οδηγείται, στον θάνατο, στο Πάθος, στον Σταυρό, να θυσιάζεται και να το κάνει όλο αυτό για σένα και εσύ να ξοφλάς, αν επιτρέπεται να πούμε έτσι, να θεωρείς ότι το τακτοποίησες το θέμα απλώς με το να ασχοληθείς κάπως. Και να μη φθάσει ποτέ μέσ' στην ψυχή σου αυτή η θυσία του Θεού για σένα, αυτή η αγάπη του Θεού για σένα, αυτή η συγκατάβαση, ώστε να φιλοτιμηθείς και συ να ξυπνήσεις, να φιλοτιμηθείς να συσταυρωθείς με τον Κύριο, να φιλοτιμηθείς να πάθεις με τον Κύριο, να θυσιάσεις τα θελήματά σου, να θυσιάσεις το εγώ σου, να θυσιάσεις όλα εκείνα τα οποία μαθηματικώς σε οδηγούν στην απώλεια. Μην το ξανακάνουμε αυτό, το κάναμε ίσως πολλές φορές μέχρι σήμερα· μην το ξανακάνουμε.

Θα ήταν ευχής έργον, αυτή η ώρα τώρα να 'ναι μία ώρα, μία στιγμή που θα είναι ένα τέλος της μέχρι τώρα ραθυμίας μας, της μέχρι τώρα απροθυμίας μας, της μέχρι τώρα αμετανοησίας μας, της μέχρι τώρα κακής μας στάσεως και να είναι επίσης η αρχή, η αρχή της καλής σχέσεώς μας με τον Χριστό, η αρχή της υπακοής μας στον Χριστό, να υπακούσουμε και μεις μέχρι θανάτου κατά το υπόδειγμά Του, να είναι η αρχή της αληθινής μετανοίας, να είναι η αρχή της αληθινής χριστιανικής ζωής.
Να ακολουθήσουμε τον Χριστό όπου πάει»· 
όχι απ' άλλο δρόμο εμείς 

Δεν χρειάζονται πολλά πράγματα· δεν χρειάζεται πολλή σκέψη, αν... αν ωρίμασαν τα πράγματα μέσα στην ψυχή μας. Γιατί είναι κι αυτό ένα θέμα. Όλοι ακούμε τώρα αυτά τα λόγια αλλά σε ολίγους ίσως θα φέρουν το αποτέλεσμα που πρέπει να φέρουν αυτά τα λόγια. Οι πολλοί ίσως δεν είναι ώριμοι ακόμη, όχι γιατί δεν θα μπορούσαν να είναι ώριμοι, αλλά γιατί δεν θέλουν, ίσως ούτε κι αυτήν την στιγμή.

Έχει μεγάλη σημασία, πώς αισθάνεσαι βαθιά, πώς σκέπτεσαι βαθιά, τι διάθεση έχεις, εάν συναντάς σήμερα τον Κύριο, αν τον συναντάς αληθινά, αν τον συναντάς όχι από περιέργεια, όχι από ανάγκη, αν τον συναντάς όχι επειδή και άλλοι βρέθηκαν κάπου εκεί, αλλά φωτιζόμενος από το φώς του Θεού, αν τον συναντάς πραγματικά, γίνεται αυτό που πρέπει να γίνει μέσα στην ψυχή. Ξυπνάει η ψυχή, συναισθάνεται η ψυχή ότι δεν ήταν καθόλου καλή η στάση της μέχρι τώρα, ότι αρεσκόταν απ' εδώ και απ' εκεί. Και έρχεται αυτήν την στιγμή η μετάνοια, έρχεται η κατάνυξη, έρχεται η συναίσθηση, έρχεται ο φωτισμός και αποφασίζει κανείς, τώρα όχι ύστερα, να γίνει τού Χριστού, να ακολουθήσει τον Χριστό, να ακολουθήσουμε τον Χριστό όπου πάει εκείνος· όχι απ' άλλο δρόμο εμείς και από μακριά, όχι απλώς να βλέπουμε, απλώς να ακούμε.

Άλλο είναι να ακούς το τροπάριο, το οποίο τροπάριο, τις όλες αλήθειες αυτής της εβδομάδος που θα ακούσουμε και, έστω, να συγκινείσαι, να ευχαριστείσαι, να θαυμάζεις, και άλλο είναι να δώσεις την ψυχή σου σ' αυτά, να συμμορφωθείς προς το θέλημα του Θεού, να συμπορευθείς με τον Κύριο και όντως να συσταυρωθείς με τον Κύριο και να συναναστηθείς.

Δεν θα πω περισσότερα, θα σταματήσω εδώ με την θερμή ευχή -ο Κύριος μας ακούει, ο Κύριος μας βλέπει, ο Κύριος είναι εδώ, εκείνος ξέρει, εμείς λέμε, λέμε, τι λέμε; Εκείνος γνωρίζει- με την θερμή ευχή που ο Κύριος μάς ξέρει έναν έναν, όλους καλά, και ξέρει ακριβώς τι χρειάζεται να γίνει στην ψυχή τού καθενός μας, γνωρίζει ο Κύριος τι πρέπει να κάνει μέσα μας, αλλά και τι στάση εμείς πρέπει να πάρουμε απέναντί του, για να ενεργήσει εκείνος όπως θέλει μέσα μας.

Ο Κύριος λοιπόν που τα γνωρίζει όλα, που τα έχει όλα στο χέρι του, που τα μπορεί όλα, ο Κύριος, εύχομαι μέσα απ' την καρδιά μου και για μένα και για σας, ναι, αυτήν την ώρα, αυτήν την ημέρα, αυτήν τη στιγμή ο Κύριός μας, ο οποίος πηγαίνει προς το Πάθος -και αυτό δεν είναι φαντασία, μέσα στην λατρεία, είπαμε, ότι έχουμε αυτό τούτο το Πάθος, αυτά ταύτα τα γεγονότα- ο Κύριος λοιπόν, που πορεύεται προς το Πάθος αλλά πορεύεται και προς την Ανάσταση και την Ανάληψή του για να μας στείλει το Άγιον Πνεύμα, να μας αξιώσει να πορευθούμε μαζί του, να συναναστηθούμε και να σωθούμε αιώνια μαζί του στη βασιλεία Του.
7-4-1996

Κυριακή των Βαίων (Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν)

Το Σάββατο του Λαζάρου, από λειτουργικής πλευράς, είναι τα προεόρτια της Κυριακής των Βαΐων – της Εισόδου του Κυρίου μας στα Ιεροσόλυμα. Και οι δύο αυτές γιορτές έχουν ένα κοινό θέμα: το θρίαμβο και τη νίκη. Το Σάββατο του Λαζάρου αποκαλύπτει τον Εχθρό, δηλαδή το Θάνατο · η Κυριακή των Βαΐων προαναγγέλλει το νόημα της νίκης ως θρίαμβο της Βασιλείας του Θεού και ως αποδοχή από τον κόσμο του μόνου Βασιλέως , του Ιησού Χριστού.
Σε όλη τη διάρκεια της επί γης ζωής του Ιησού Χριστού, η σεμνή είσοδός Του στην Αγία Πόλη ήταν το μόνο ορατό σημείο θριάμβου. Μέχρι αυτή τη μέρα ο Ιησούς έδειχνε επίμονη άρνηση σε κάθε περίπτωση θριάμβου και δόξας Του. Έξι μέρες όμως πριν το Πάσχα, όχι μόνο δέχτηκε να δοξαστεί, αλλά ο ίδιος προκάλεσε και οργάνωσε αυτή τη δόξα. Κάνοντας αυτό που προανήγγειλε ο προφήτης Ζαχαρίας: «ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεται σοι… πραύς και επιβεβηπώς επί υποζύγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9, 9), φανέρωσε ότι ήθελε να επιδοκιμαστεί και να αναγνωριστεί ως Μεσσίας, Βασιλέας και Λυτρωτής του Ισραήλ.
Οι Ευαγγελικές περικοπές τονίζουν όλα αυτά τα μεσσιανικά στοιχεία, δηλαδή τους κλάδους των βαΐων και τα Ωσαννά, τις επευφημίες για τον Ιησού Χριστό ότι είναι ο Υιός του Δαυίδ και Βασιλέας του Ισραήλ. Η ιστορία του Ισραήλ τώρα ολοκληρώνεται, φτάνει στο τέλος της, αυτό εξ άλλου είναι και το νόημα αυτού του γεγονότος, της αγγελίας της Βασιλείας του Θεού. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτής της ιστορίας έπρεπε να αναγγελθεί και να προετοιμαστεί η Βασιλεία του Θεού, η έλευση του Μεσσία. Και τώρα εκπληρώθηκε, γιατί ο Βασιλέας εισέρχεται στην Αγία Πόλη Του και όλες οι προφητείες και o ι προσδοκίες βρίσκουν την εκπλήρωση τους στο Πρόσωπο Του. Ο Χριστός εγκαθιστά τη Βασιλεία Του επί της γης.
Την Κυριακή των Βαΐων θυμόμαστε και τιμάμε αυτό το μέγιστο γεγονός. Κρατώντας κλάδους βαΐων ταυτιζόμαστε με το λαό της Ιερουσαλήμ . Μαζί τους χαιρετίζουμε τον ταπεινό Κύριο και Βασιλέα ψέλνοντας: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Άραγε ποιο είναι το αληθινό νόημα όλων αυτών σήμερα για μας;
Πρώτα-πρώτα είναι η ομολογία μας ότι ο Χριστός είναι ο Βασιλέας και Κύριος μας. Πολύ συχνά, στην καθημερινή ζωή μας, ξεχνάμε ότι η Βασιλεία του Θεού έχει ήδη εγκατασταθεί στη γη και ότι την ημέρα της βαπτίσεώς μας γίναμε πολίτες αυτής της Βασιλείας και υποσχεθήκαμε η αφοσίωση και η πίστη μας σ’ αυτή να είναι πάνω από κάθε άλλη πίστη μας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Χριστός για λίγες ώρες ήταν πραγματικά ο Βασιλέας πάνω στη γη, σ’ αυτό τον κόσμο το δικό μας – για λίγες μόνο ώρες και σε μια συγκεκριμένη πόλη. Αλλά, όπως στο πρόσωπο του Λαζάρου αναγνωρίσαμε την εικόνα του καθενός από μας, του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, έτσι και σ’ αυτή την πόλη (την Ιερουσαλήμ) αναγνωρίζουμε το μυστηριακό κέντρο όλου του κόσμου και γενικά ολόκληρης της δημιουργίας. Γιατί ακριβώς αυτό είναι το βιβλικό νόημα της πόλης Ιερουσαλήμ, είναι δηλαδή το εστιακό σημείο όλης της ιστορίας της σωτηρίας και του λυτρωμού, είναι η Αγία Πόλη της έλευσης του θεού στη γη. Έτσι λοιπόν η Βασιλεία που εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ είναι μια παγκόσμια Βασιλεία που αγκαλιάζει καθολικά τον άνθρωπο και όλη τη δημιουργία… Για λίγες ώρες – όμως αυτές οι ώρες ήταν πολύ αποφασιστικός χρόνος – φάνηκε επί της γης η τελική «ώρα του Ιησού», η ώρα της εκπλήρωσης από τον Θεό όλων των υποσχέσεων Του, όλων των αποφάσεων Του. Έφτασε στο τέλος όλη η προπαρασκευαστική πορεία που είχε αποκαλυφθεί στην Αγία Γραφή · ήρθε το τέλος όλων όσων ο Θεός έκανε για τον άνθρωπο. Έτσι αυτή η σύντομη ώρα του επί γης θριάμβου του Χριστού αποκτάει ένα αιώνιο νόημα. Εισάγει την πραγματικότητα της θείας Βασιλείας στο δικό μας χρόνο, στις δικές μας ώρες. Αυτή η Βασιλεία δίνει το νόημα στο χρόνο και γίνεται ο απώτερος, ο αιώνιος σκοπός του. Η Βασιλεία του Θεού αποκαλύφθηκε στον κόσμο τούτο και αυτή την ώρα · η παρουσία της κρίνει και μεταμορφώνει την ανθρώπινη ιστορία.
Όταν, σε κάποια στιγμή της ακολουθίας, την Κυριακή των Βαΐων παίρνουμε από τον ιερέα έναν κλάδο βαΐων, ανανεώνουμε τον όρκο στον Βασιλέα μας, ομολογούμε ότι η Βασιλεία Του δίνει τελικό νόημα και περιεχόμενο στη ζωή μας. Ομολογούμε ότι το καθετί στη ζωή μας και στον κόσμο ανήκει στον Χριστό και τίποτε δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τον μοναδικό, αληθινό Κτήτορά του, γιατί δεν υπάρχει περιοχή της ζωής όπου Εκείνος δεν κυβερνά, δεν σώζει, δεν λυτρώνει. Διακηρύττουμε την παγκόσμια, την καθολική ευθύνη της Εκκλησίας για την ανθρώπινη ιστορία και επιβεβαιώνουμε την παγκόσμια αποστολή της.
Ξέρουμε, βέβαια, ότι ο Βασιλέας τον οποίο οι Ιουδαίοι ζητωκραύγαζαν τότε και τον οποίο εμείς σήμερα επιδοκιμάζουμε, βρίσκεται στο δρόμο προς το Γολγοθά, προς το Σταυρό και τον τάφο. Ξέρουμε, επίσης, πως αυτός ο σύντομος θρίαμβος δεν είναι παρά ο πρόλογος της θυσίας Του. Τα κλαδιά στα χέρια μας επιβεβαιώνουν την ετοιμότητα μας και τη διάθεση μας να Τον ακολουθήσουμε σ’ αυτό το δρόμο της θυσίας, και ότι αποδεχόμαστε τη θυσία και την αυταπάρνηση σαν τη μόνη βασιλική οδό προς τη θεία Βασιλεία. Τελικά αυτοί οι κλάδοι και η όλη γιορτή φανερώνουν την πίστη μας στην τελική νίκη του Χριστού.
Η Βασιλεία του Θεού όμως είναι ακόμα κρυμμένη, ο κόσμος την αγνοεί και ζει σήμερα σαν να μην έχουν συμβεί όλα αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα. Σαν να μην έχει πεθάνει ατό Σταυρό και να μην έχει αναστηθεί ο Θεάνθρωπος. Εμείς όμως οι χριστιανοί πιστεύουμε στην ερχόμενη Βασιλεία στην όποια ο Θεός είναι «ο τα πάντα πληρών» και ο Χριστός είναι ο μόνος Βασιλέας.
Στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας θυμόμαστε τα γεγονότα του παρελθόντος. Αλλά όλο το νόημα και η δύναμη της Θείας Λειτουργίας βρίσκεται στο γεγονός ότι μετατρέπει την ανάμνηση σε παρόν, σε παρούσα πραγματικότητα. Την Κυριακή των Βαΐων αυτή η πραγματικότητα είναι η συμμετοχή μας στα γεγονότα, η ανταπόκριση μας σ’ αυτά, η ίδια η Βασιλεία του θεού. Ο Χριστός δεν μπαίνει πια στα Ιεροσόλυμα θριαμβευτής. Το έκανε μια φορά και για πάντα. Και δεν χρειάζεται πια «σύμβολα», γιατί δεν πέθανε στο Σταυρό για να μπορούμε εμείς αιώνια να «συμβολίζουμε» τη ζωή Του. Αλλά ζητάει από μας μια πραγματική, ειλικρινή αποδοχή της Βασιλείας που μας έφερε…
Αν δεν είμαστε έτοιμοι να κρατήσουμε την ιερή υπόσχεση που δώσαμε με το βάπτισμα μας και που ανανεώνουμε κάθε χρόνο την Κυριακή των Βαΐων, αν δεν επιμένουμε να κάνουμε τη Βασιλεία του θεού κανόνα όλης της ζωής μας, μάταια γιορτάζουμε τούτη τη γιορτή και οι κλάδοι των βαΐων που παίρνουμε από την Εκκλησία για το σπίτι μας δεν έχουν κανένα νόημα, είναι άχρηστοι.
Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν, Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ, Σύντομη λειτουργική εξήγηση των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας. Εκδ. Ακρίτας 1990.

Κυριακή των Βαΐων





Κυριακή των Βαΐων
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ BAlΩN
Ευλογημένος ο Ερχόμενος
(Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γυιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα τα­πεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ' ένα που­λάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».
Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχ­τρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθί­ζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ' οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες σκεπα­σμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα γύρω σ' ένα αμάξι φορτωμένο με λογής λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.
Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν άγρια θηρία σιδεροντυμένα, τα κεφάλια τους ήτανε κλει­δωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε μα­τωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμέ­να, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο. Ύστερα ερχότανε το χρυσό τ' αμάξι του πο­λεμάρχου, που καθότανε σ' ένα θρονί πλου­μισμένο μ' ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βα­στούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν' ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.
Άλο­γα ανήμερα, ήτανε ζεμένα σ' αυτά τ' αμάξι, με λουριά χρυσοκεντημένα με γαϊτάνια και περπατούσανε κι αυτά καμαρωτά και περή­φανα σαν τους ανθρώπους. Ένα κορίτσι έμορ­φο σαν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστούσε ένα χρυσό στεφάνι απάνω από το κεφάλι του νικητή, κι άλλα κορίτσια κι αγόρια ρίχνανε λιβάνια κι άλλα μυρουδικά σε κάποια με­γάλα θυμιατήρια όμοια με μανουάλια.
Από πίσω έρχόντανε οι σκλάβοι άντρες και γυ­ναίκες κι όποιοι ήτανε άρρωστοι και λαβω­μένοι, τους σέρνανε και τους χτυπούσανε οι στρατιώτες. Όση δόξα είχανε αυτοί που πηγαίνανε μπροστά, άλλη τόση καταφρόνε­ση και δυστυχία είχανε όσοι ακολουθούσανε από πίσω. Αυτοί ήτανε δεμένοι με σκοινιά και μ' αλυσίδες, πολλοί πιστάγκωνα, κουρε­λιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σαν πεθα­μένοι από τα μαρτύρια κι από την αγρύ­πνια. Πολλοί ήτανε μισόγυμνοι κ' οι πλά­τες τους ήτανε μελανιασμένες από το βούνευρο. Ανάμεσά τους ήτανε γυναίκες, παρθέ­νες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες με αθώα μωρά στην αγκαλιά τους, γρηές που βαστούσανε τα εγγόνια τους από το χέρι, όλες κατατρομαγμένες σαν τα αρνιά που τα πάνε στον μακελάρη. Γύρω ο κόσμος έκανε σαν τρελλός και φώναζε και δόξαζε τον νι­κητή κι από πολλά στόματα τρέχανε αφροί. Αλαλαγμός έβγαινε σαν καπνός απ' όλη την πολιτεία. Αυτή την παράταξη τη λέγανε «θρίαμβο».
Έναν τέτοιον θρίαμβο έκανε κι ο Χρι­στός σήμερα, ο άρχοντας της ειρήνης και της αγάπης. Μα, όπως τα άλλαξε όλα και τα έκανε ανάποδα απ’ ό,τι συνηθίζανε οι άνθρωποι, έτσι κι ο θρίαμβος που έκανε, ήτανε θρίαμβος της φτώχειας και της ταπεί­νωσης. Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ' ένα πουλάρι, σ' ένα γαϊδουρόπουλο, πούνε το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.
Κι' ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την  προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυ­γίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερ­χότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κα­κία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία. Και δεν πήγαινε να ξεκου­ραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν' αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ' αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ' ένα ξύλο σαν κακούρ­γος.
Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμέ­νους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψα­ράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευ­θέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του. Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογη­μένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊ­δούρι και να περάσει. Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μητε άλογο άκριβοσελωμένο, μητε καμμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειω­μένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το γαϊ­δούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει άμα συλλο­γιστεί αυτό το μυστήριο!
Ο Χριστός ανα­ποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για α­ληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος όμως είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το που­λάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ' αφρισμένα τάλογα που χλιμιντράνε καμαρω­τά και να μη μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασι­λιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;
Πολλοί, που είναι σοβαροί άνθρωποι, θα πούνε πως δεν τα καταλαβαίνουνε αυτά και πως τα παιδιά παιδιακίζουνε κ' οι άντρες αντρειεύουνται. Τα ίδια λέγανε κ' οι αρχιε­ρείς κ' οι σπουδασμένοι. «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και γραμματείς τα θαύματα α εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας: Ωσαννά τω υιω Δαυίδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ: Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; Ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς: Ναι· ουδεποτε ανέγνωτε ότι «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;» Και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πό­λεως». Οι αρχιερείς κ' οι γραμματείς διαβάσανε τον ψαλμό του Δαυίδ που έλεγε πως θα προϋπαντήσουνε τον Χριστό τα νήπια και δεν πιστέψανε ωστόσο σ' αυτόν που υμνολογούσανε. Αμή εμείς που διαβάσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο και τον ψαλμό κι αυτά που είπε ο Χριστός στους Εβραίους, δεν θα κριθούμε πιο αυστηρά αν δεν τον πιστέψου­με; Η ματαιότητα κ' η περηφάνεια μάς κάνουνε να μην καταδεχόμαστε να παμε μαζί με τη φτωχή συνοδεία του, ντρεπόμα­στε να ακολουθήσουμε ένα αρχηγό που πάει καβαλικεμένος απάνω σ' ένα γαϊδούρι. Τα ταπεινά, τα φτωχικά, δεν τα θέλουμε. Μα μπορεί να γίνει χριστιανός όποιος δεν α­γαπά αυτά που αγάπησε ο Χριστός;
Χθες, Σάββατο, ανάστησε έναν πεθαμένο άνθρωπο, τον Λάζαρο. Ποιος ήτανε αυτός ο Λάζαρος; Κανένας επίσημος άνθρωπος, κανένας τρα­νός; Ο Λάζαρος ήτανε φτωχός, χωριάτης, κι όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ήτανε φίλος του Χριστού, που είχε φίλους όλους τους ανθρώπους. Έναν φίλο σημειώνει το Ευαγ­γέλιο πως είχε ο Χριστός στον κόσμο, κι αυτός ήτανε φτωχός κι αγράμματος. Μα ποιος από μας αγαπά αυτή την πλούσια φτώχια του Χριστού; Απ' όπου λείπει ο Χριστός, εκεί είναι η φτώχια η αληθινή, όπως απ’ όπου λείπει ο Χριστός λείπει κ' η ζωή η αληθινή και βασιλεύει ο θάνατος. Αυτό θα το καταλάβεις καλώτατα αν γυρί­σεις και δεις γύρω σου κι ακουμπήσεις το κεφάλι σου και συλλογιστείς. Πού είναι εκείνοι οι Ρωμαίοι κ' οι παντοδύναμοι αφέν­τες που κάνανε τους θριάμβους οπού ιστορήσαμε πρωτύτερα; Τι γινήκανε κι αυτοί κι οι μυριάδες που τους προσκυνούσανε και που γονατίζανε μπροστά τους σαν τα καλά­μια που τα γέρνει ο βοριάς; Ποιος τους φέρ­νει στον νου του εξόν κάποιοι που γράφουνε τα ιστορικά εκείνου του καιρού; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, άλογα, περηφάνειες, φοβέρες, φωνές,   όλα  πέσανε σ' έναν λάκκο και χαθήκανε και σβύσανε σαν να μη γινήκανε ποτές. Και τι απόμεινε από όλα τούτα στις καρδιές των ανθρώπων; Τί­ποτα κι ακόμα πιο λίγο από τίποτα.  
Πλην ο άνθρωπος είναι άπιστος ακόμη και σ' αυτά που βλέπει και  σ' αυτά που πιάνει με τα χέρια του και τραβά τον δρόμο  που τραβή­ξανε και κείνοι  και σέρνει με  ευχαρίστηση το άρμα του Νέρωνα, γιατί  είναι   «νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός του». Τ' αυτιά του εί­ναι σφαλιχτά σε Κείνον που λέγει:   «Εγώ ειμί Θεός πρώτος  και εις τα επερχόμενα εγώ ειμί. Εγώ  βοσκήσω  τα  πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω  αυτά».  Εκείνος  που καθότανε απάνω στο γαϊδούρι, εκείνος είναι ζωντανός μέσα στις απλές ψυχές στον αιώνα κ' είναι για δαύτες θροφή, πηγή αθανασίας, χαρά και αγαλλίαση, κατά τον λόγο που λέ­γει : «Ευφρανθήσεται καρδία ζητούντων τον Κύριον». Ναι, όποιος ένοιωσε τη χαρά του Χριστού, είναι σαν τον πεθαμένο που αναστή­θηκε. Στον κόσμο υπάρχουνε πονεμένοι λογής λογής.   Όσοι πονάνε  στο   κορμί και στην ψυχή κι ο πόνος  τους  καθαρίζει και τους πηγαίνει στον Θεό, αυτοί είναι οι αγα­πημένοι του Χριστού  και  περπατάνε  στη στράτα του με το  φως του  το παρηγορη­τικό. Οι άλλοι υποφέρουνε άγονα.   Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος  γράφει  στους  Κορινθίους:   «Νυν  χαίρω,  ουχ ότι  ελυπήθητε, αλλ' ότι  ελυπήθητε  κατά  Θεόν,   ίνα  εν μηδενί ζημιωθήτε  εξ ημών.  Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν  εις σωτηρίαν  αμεταμέλητον κατεργάζεται·  η  δε  του  κόσμου λύπη  θάνατον   κατεργάζεται».   Γι' αυτούς που ελπίζουνε   στον Θεό,  δεν  μετάλλαξε ο Χριστός τον άγονον ίδρωτά τους  σε ιδρώτα σωτηρίας, «ιδρώτα ιδρώτι», αλλά  θρηνούνε και πονάνε παντοτινά σαν τους  ειδωλολάτρες, σφαζόμενοι με τα μαχαίρι της μοίρας. Γι' αυτούς δεν άλλαξε ο Χριστός τον ιδρώτα της αγωνίας τους σε ιδρώτα της προσευχής και της ελπίδας. Όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό και στο Ευαγγέλιο, είναι πεθαμένος, αφού δεν υπάρχει αληθινή ζωή μέσα του. Γιατί ζωή δεν θα πει να ανασαίνεις και να περπατάς και να τρως  και να πίνεις, αλλά να νοιώθεις τη χάρη της αθανασίας. Τότε θα μπορείς να ψάλεις μαζί με τον υμνωδό τούτο το εξαίσιο απολυτίκιο:
«Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός. Όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν. Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυ­ρίου».
ΚΙΒΩΤΟΣ
ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΤΟΣ Β’ ΜΑΡΤΙΟΣ 1953 ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 15

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Aπο τον βίο της Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας.

aig1



Ομιλία στον Ε' Κατανυκτικό Εσπερινό
 Κυριακή Απριλίου
Α. ΟΙ ΔΥΟ ΤΡΟΠΟΙ
Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί μου αδελφοί,
Η σημερινή Κυριακή Ε' Νηστειών, σηματοδοτεί την ολοκλήρωση του δεύτερου κύκλου θεμάτων που το Τριώδιο μας υπενθυμίζει κάθε χρόνο. Ο πρώτος κύκλος, με τις τέσσερις Κυριακές προ της Σαρακοστής, μας εισάγει στις αρετές, την ταπείνωση, την μετάνοια, την αγάπη και την υπακοή στο θέλημα του Θεού, ως στόχους της πνευματικής μας πορείας.
Ο δεύτερος κύκλος, που περιλαμβάνει τις Κυριακές της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, μας εισάγει στο νόημα της παρουσίας μας στην Εκκλησία, με την προβολή της Ορθοδοξίας όχι ως φολκλορικού είδους ή μαγικής πίστης, αλλά ως τρόπου ζωής που μεταμορφώνει τον άνθρωπο, προσφέροντάς του ήθος. Με την μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος μας μιλά για τον Θεό ως Φως και θέτει ως απώτερο στόχο της πνευματικής μας πορείας την κοινωνία με το Φως. Με την ανάδειξη του Σταυρού, ως κορυφαίου σημείου χαρμολύπης, αλλά και υπόμνησης ότι η ζωή μας χρειάζεται να περάσει από την υπακοή στο θέλημα του Θεού, από την τήρηση των εντολών του, από το Πάθος για να έρθει η Ανάσταση. Με την παρουσία της μορφής του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακας, ο οποίος μας θυμίζει την ασκητική παράδοση της αγάπης, της προσευχής, της νίψις, ως τρόπου κοινωνίας με το Θεό και ως διαρκούς πρότασης της Εκκλησίας στον κόσμο.
Ο δεύτερος κύκλος κλείνει σήμερα με την αναφορά της Εκκλησίας μας στο πρόσωπο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Στο πρόσωπο της Αγίας συγκρούονται δύο τρόποι ζωής, ο τρόπος της αμαρτίας και ο τρόπος της μετάνοιας, ο τρόπος της αυτονόμησης του ανθρώπου από το Θεό και της παράδοσής του στο ίδιον θέλημα, στην φιληδονία, την φιλαυτία και την φιλοδοξία, και ο τρόπος της ανταπόκρισης του ανθρώπου στην αγάπη του Θεού, η εγκατάλειψη στη χάρη Του, η μεταμόρφωσης της φιληδονίας σε εγκράτεια και στέρηση του ιδίου θελήματος, της φιλαυτίας σε άντληση νοήματος για τη ζωή μέσα από την κοινωνία με το Θεό, της φιλοδοξίας σε αποταγή από τον κόσμο και το κοσμικό φρόνημα και αυτοπαράδοση στην αγάπη του Θεού.
Πριν προχωρήσουμε σε εξέταση των δύο αυτών συγκρουσιακών καταστάσεων, ας μου επιτραπεί μία εξ αρχής τοποθέτηση. Όλη η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής με τα όσα αυτή φέρει στο νου μας, αλλά κυρίως, με τον τρόπο που η Εκκλησίας μας καλεί τον καθένα να ζήσει, αποτελεί μία μεγάλη υπενθύμιση στον σύγχρονο άνθρωπο. Δεν είναι εκτός της πραγματικότητας της εποχής μας, όπως εύκολα κανείς θα μπορούσε να υποθέσει, ζώντας αυτόν τον αλλοπρόσαλλο και προβληματικό σύγχρονο άνθρωπο, αλλά μεταμορφώνει την εποχή μας και κάθε εποχή, καθώς ο λόγος της Εκκλησίας δεν είναι άλλος από τον Λόγο του Θεού, από τον Ιησού Χριστού, ο οποίος "χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας". Και ο λόγος της Εκκλησίας σαρκώνεται στο παράδειγμα των Αγίων της, των γνησίων φίλων του Θεού, οι οποίοι αποτελούν την διαρκή παράταση του ήθους και του τρόπου ζωής της Εκκλησίας ανά τους αιώνες.
Στην αποψινή μας επικοινωνία, βοηθός μας θα είναι ο λόγος του Αγίου Σωφρονίου, Πατριάρχου Ιεροσολύμων, ο οποίος συνέγραψε έναν βίο μοναδικό για τη Οσία. Μέσα από την διήγησή του θα μπορέσουμε να συνειδητοποιήσουμε τι χαρακτηριστικά προτείνει ο πατερικός μας λόγος για την Αγία, αλλά και την εποχή μας.
Β. "ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ"
Ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, ξεκινά την αναφορά του στον βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας με μία φωνή που ο γέροντας της Οσίας, Αββάς Ζωσιμάς, ακούει όταν στη ζωή του αναρωτιέται για το τέλειο: Ζωσιμά, καλά μεν και όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο αγωνίσθηκες, καλά πέρασες και τον ασκητικό δρόμο. Πλην όμως κανείς ανάμεσα στους ανθρώπους δεν έχει το τέλειο, αλλά μεγαλύτερος είναι ο αγώνας αυτός που βρίσκεται μπροστά, απ' αυτόν που έχει ήδη περάσει κι αν ακόμη εσείς δεν το γνωρίζετε. Για να μάθεις λοιπόν κι εσύ ο ίδιος, πόσοι άλλοι δρόμοι υπάρχουν που οδηγούν στη σωτηρία, βγες έξω από τον τόπο σου και από εκεί που βρίσκεσαι και ο Θεός θα σου φανερώσει.
Ο Όσιος επισκέφθηκε ένα Μοναστήρι, στο οποίο υπήρχε ένας διαφορετικός κανόνας. Οι πατέρες την πρώτη Κυριακή των Νηστειών, έφευγαν από την Μονή και κατέφευγαν στην έρημο του Ιορδάνου, όπως ζούσαν ασκούμενοι και μόνοι τους, χωρίς ο ένας να ξέρει τι είδους άσκηση κάνει ο άλλος και επέστρεφαν στο μοναστήρι την Κυριακή των Βαίων. Ο Ζωσιμάς ακολούθησε τον κανόνα και περπατούσε επί 20 ημέρες στη έρημο, αναζητώντας κάποιον ασκητή, ο οποίος θα τον ωφελούσε πνευματικά και θα του απαντούσε στην αγωνία του για το τέλειο. Εκεί συνάντησε την Οσία, η οποία ήταν επί πολλά έτη στην έρημο και είχε αποκτήσει όλα τα πνευματικά εκείνα χαρίσματα που ο Θεός προσφέρει σε όσους τον αγαπούν. Κατόπιν πολλών παρακλήσεων του Αββά, η Οσία Μαρία του διηγήθηκε την συγκλονιστική ιστορία της.
Πατρίδα της ήταν η Αίγυπτος. Ζώντων των γονέων της, σε ηλικία δώδεκα ετών τους εγκαταλείπει, έρχεται στην Αλεξάνδρεια και επί 17 έτη θα ζήσει ως πόρνη, με ακατάπαυστο έρωτα της αμαρτίας. Κάποτε βλέπει ανθρώπους να ετοιμάζονται να πάνε στα Ιεροσόλυμα για την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Ταξιδεύει μαζί τους, όχι για να προσκυνήσει, αλλά για να αμαρτήσει. Φτάνει στον Ναό της Αναστάσεως και στην πόρτα μια δύναμη την εμποδίζει να εισέλθει. Εκεί συναισθάνεται την ακαθαρσία των έργων της, αρχίζει να κλαίει και να θρηνεί, βλέπει την εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, της ζητά να την αφήσει να χαιρετήσει το Ξύλο του Σταυρού και της υπόσχεται ότι θα εγκαταλείψει τον κόσμο και την αμαρτία.
Πραγματικά, η Παναγία της επιτρέπει να προσκυνήσει και καθοδηγεί τα βήματά της στην έρημο του Ιορδάνη. 47 χρόνια περνά εκεί, τρεφόμενη με δυόμισι ψωμιά και βότανα της ερήμου. Τα πρώτα 17 χρόνια βασανίζονταν από έναν ακατάπαυστο πόλεμο λογισμών, τον οποίο ξεπέρασε με την διαρκή επίκληση της Υπεραγίας Θεοτόκου, την ανάμνηση των αμαρτιών της και την εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού. Κατόπιν, μπόρεσε και υπερέβη την ανθρώπινη φύση και τις ανάγκες της, χάρις στη διαρκή κοινωνία με το Χριστό.
Η Οσία ζητά από τον Άγιο να επιστρέψει τον επόμενο χρόνο την Μεγάλη Πέμπτη να την κοινωνήσει. Ο Αββάς έρχεται, την βλέπει να περπατά πάνω στα νερά του Ιορδάνη, την κοινωνεί και η Αγία του ζητά να έρθει πάλι τον επόμενο χρόνο. Ο Αββάς έρχεται, την βρίσκει αναπαυμένη εν Κυρίω, την ίδια ημέρα που μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων. Ένα λιοντάρι τον βοηθά να ανοίξει τον λάκκο και να θάψει την Οσία, της οποίας τον βίο διηγήθηκε στους μοναχούς της Μονής του και ο οποίος παρέμεινε στην συνείδηση της Εκκλησίας ως ακριβές υπόδειγμα μετανοίας, αλλά και μοναδικής αλλαγής τρόπου ζωής.
Η φράση που άκουσε ο Αββάς Ζωσιμάς, ότι "μεγαλύτερος είναι ο αγώνας που βρίσκεται μπροστά" ας αποτελέσει μια πρώτη αφορμή προβληματισμού και περίσκεψης προς όλους μας, καθότι αποτελεί μία φράση βαθιά εντυπωμένη στην παράδοσή μας. Μας εντάσσει σε μια πνευματική αντιμετώπιση του κόσμου και μας καλεί να συνειδητοποιήσουμε ότι η ζωή του ανθρώπου δεν περιορίζεται μόνο στην επίτευξη υλικών και κοινωνικών στόχων. "Ουκ επ' άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος", αναφέρει ο Κύριός μας. Αυτό σημαίνει ότι η έννοια του αγώνα και μάλιστα του πνευματικού, χρειάζεται να είναι πάντοτε έμπροσθέν μας, για να μπορούμε να νοηματοδοτούμε συνεχώς την ζωή μας.
Η Οσία μας δίδει την εφαρμογή της φωνής που άκουσε ο Αββάς. Η αμαρτία δεν απετέλεσε το τέλος, αλλά την αρχή για την προσπάθειά της. Μετανόησε, εγκατέλειψε τον κόσμο, νήστεψε, έκλαψε, ασκήθηκε, πολέμησε, δεν σταμάτησε μέχρι τέλους να αγωνίζεται τον καλόν αγώνα. Γνώριζε ότι ο αγώνας της είχε στάσεις, νίκες, αλλά και συνέχεια. Μετά από κάθε πνευματική επιτυχία, ακολουθούσε μεγαλύτερος ο πόλεμος των πειρασμών, όπως χαρακτηριστικά η ίδια διηγείται στο συναξάρι της:
" Πίστεψέ με, αββά, δεκαεπτά χρόνια γύριζα σ' αυτήν την έρημο παλεύοντας σαν με ανήμερα θηρία ενάντια στις παράλογες επιθυμίες".
Όσο εύκολα αποκάμουμε εμείς οι χριστιανοί, για τον λόγο ότι φοβόμαστε τον κόπο και τον πειρασμό, τόσο η πατερική μας παράδοση μας προετοιμάζει για μια δυναμική πορεία στη ζωή. "Δει ημάς δια πολλών θλίψεων γεννηθήναι άνωθεν", παρατηρεί ο Απόστολος Παύλος. Και ο Μέγας Αντώνιος συμπληρώνει: "Άρον τους πειρασμούς και ουδείς δύναται σωθήναι"!
Μ' αυτή την αφετηρία (το ότι ο αγώνας δεν σταματά ποτέ) θα προσπαθήσουμε στην συνέχεια να δούμε ποιο είναι το νόημα της πορείας μας εν κόσμω, αλλά και πώς μπόρεσε η Αγία να ξεπεράσει τον τρόπο της αμαρτίας και να βρει τον τρόπο της χάριτος.
Γ. ΑΜΑΡΤΙΑ - ΜΕΤΑΝΟΙΑ
Η αμαρτία είναι η εμπαθής κατάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία θέλει να θεωθεί χωρίς τον Θεό. Η αμαρτία είναι η αυτόνομη χρήση των δύο μεγάλων δωρεών που ο Θεός προσέφερε στον άνθρωπο όταν "ενεφύσησε εις αυτόν πνοήν ζώσαν", δηλαδή την ελευθερία και την αγάπη.
Ο άνθρωπος απέτυχε να οδηγηθεί στο καθ' ομοίωσιν, καίτοι είχε την δωρεά του "κατ' εικόνα Θεού" μέσα του. Ο Θεός, εν τρισί προσώποις, αλληλοπεριχωρείται αγαπητικά και αυτή η αλληλοπεριχώρηση γίνεται εν ελευθερία. Αυτό σημαίνει ότι τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν αγαπώνται εξ ανάγκης, αλλά ελεύθερα το ένα αγαπά το άλλο. Αυτή η αγάπη, που μόνο αποφατικά μπορεί να περιγραφεί, δηλαδή ως προς τι δεν είναι και όχι ως προς τι είναι, μας δίνει τον μοναδικό ορισμό του Θεού κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο: "Ο Θεός αγάπη εστί".
Ο άνθρωπος κλήθηκε από τον Θεό να πραγματώσει αυτό τον ορισμό: "Ο άνθρωπος αγάπη εστί". Ο άνθρωπος υπάρχει κατ' εικόνα του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι αυθύπαρκτος, δεν είναι αυτόφωτος, αλλά η ύπαρξή του παίρνει νόημα μέσα από την κοινωνία του με το Θεό. Αυτό ήταν και το νόημα του Παραδείσου. Ο άνθρωπος αγαπά τον Θεό, τον συνάνθρωπο και την Κτίση μέσα από την κοινωνία του με τον Θεό της αγάπης.
Ταυτόχρονα, "ο Θεός ελευθερία εστί". Και ο άνθρωπος καλείται να πραγματώσει και αυτό τον ορισμό "ελευθερία εστί". Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία της αγάπης με το Θεό, τον συνάνθρωπο και την κτίση δεν μπορεί να πραγματωθεί χωρίς την ελεύθερη επιλογή του ίδιου του ανθρώπου. Αυτό ήταν και το νόημα της δοκιμασίας του ανθρώπου από το Θεό. Το μοναδικό δέντρο του Παραδείσου, από το οποίο ο άνθρωπος δεν επιτρεπόταν να φάει, δεν ήταν ένα παιχνίδι του Θεού ή μία απαγόρευση ή η τοποθέτηση ενός ηθικού νόμου, όπως πολλές φορές εσφαλμένα θεωρούμε την χριστιανική διδασκαλία, αλλά η δυνατότητα της ελευθερίας που ο Θεός έδωσε κατ' εικόνα στον άνθρωπο και ο άνθρωπος μπορούσε να την οδηγήσει στο καθ' ομοίωσιν.
Γιατί μόνο η ελεύθερη παράδοση του ανθρώπου στην αγάπη του Θεού έχει νόημα. Ο Θεός δεν εξαναγκάζει, αλλά σέβεται την ανθρώπινη ύπαρξη. Δεν δημιουργεί νόμους για να βασανίζει τον άνθρωπο, αλλά του αφήνει την επιλογή μόνος του να διαλέξει τι πραγματικά θέλει. Ο Θεός είναι ξεκάθαρος έναντι του ανθρώπου. Ζωή υπάρχει μέσα από την κοινωνία μαζί Του. Η απομάκρυνση απ' Αυτόν οδηγεί τον άνθρωπο στον θάνατο, γιατί ο άνθρωπος είναι κτίσμα και όχι Κτίστης. Ο άνθρωπος δεν παύει να είναι δημιούργημα του Θεού. Ζει μόνο κοντά στο Θεό. Αν επιλέξει την αυτονομία, διαλέγει τον τρόπο του θανάτου. Αυτό δεν είναι τιμωρία του Θεού, αλλά συνέπεια της άρνησης του ανθρώπου να ζήσει, συνέπεια της επιλογής και της κακής χρήσης της ελευθερίας, συνέπεια του ανθρώπινου εγωισμού.
Ρόλο παίζει εδώ και ο διάβολος. Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει ότι το κακό είναι οντολογικώς ανύπαρκτο. Δεν μιλούμε για δύο θεότητες ή για δύο δυνάμεις που παλεύουν ποια θα επικρατήσει στον κόσμο. Μιλούμε για την αγάπη και την απουσία της. Αυτό είναι το μίσος, η οργή, ο εγωισμός, το ψέμα, η καταλαλιά, η υπερηφάνεια. Είναι η απουσία της αγάπης. Αυτό είναι και το νόημα της αμαρτίας. Η μη τήρηση των εντολών του Θεού, επειδή η αγάπη μας προς Αυτόν δεν είναι τόσο δυνατή, ώστε να μπορεί να υπερβαίνει κάθε τι άλλο.
Ο διάβολος ελεύθερα διάλεξε να μην αγαπά το Θεό. Ελεύθερα διάλεξε να μην έχει κοινωνία μαζί Του. Ελεύθερα "θεοποίησε" τον εαυτό του και ζει ως φορέας του κακού, θέλοντας να οδηγήσει και άλλα δημιουργήματα του Θεού στην άρνηση. Ο διάβολος όμως δεν είναι η αιτία της πτώσης και της αμαρτίας, αλλά ο πειρασμός του εγωισμού που ο άνθρωπος έφερε μέσα του.
Αυτό είναι και το νόημα της αμαρτίας. Είναι η αποτυχία του ανθρώπου να αγαπήσει τον Θεό πιο πάνω από τον εαυτό του, η αποτυχία του ανθρώπου να ταπεινωθεί τόσο ώστε να αποδεχθεί την αγάπη του Θεού, η αποτυχία του ανθρώπου να δώσει νόημα στην ελευθερία του. Οι εκδηλώσεις της αμαρτίας, τα συμπτώματά της που είναι τα κάθε λογής πάθη και οι κακίες πηγάζουν από την πλημμελή δυνατότητα και επιλογή της αγάπης. Αν αγαπούσαμε πραγματικά δεν θα αμαρτάναμε.
Ο Χριστός, μέσα από την σταυρική Του θυσία και την Ανάσταση, μας δίνει το δικαίωμα να επανέλθουμε στην γνήσια κοινωνία με το Θεό. Και μας καλεί μέσα από την μετάνοια, δηλαδή την αλλαγή του νου, του τρόπου σκέψης, δράσης και ζωής, να εναποθέσουμε την ελευθερία μας στον Θεό, να δώσουμε νόημα στη ζωή μας αγαπώντας και να κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα μετανοίας. Η ασκητική μας παράδοση ονομάζει αυτή τη νέα προσπάθεια "βαλείν αρχήν μετανοίας" και μας καλεί έτσι να πορευθούμε.
Σηματωροί στην προσπάθειά μας αυτή είναι οι Άγιοι. Οι Άγιοι δεν είναι αυθύπαρκτα τέλειες οντότητες, αλλά αποτελούν υπάρξεις που αγωνίζονται. Έχουν τις πτώσεις τους, τις δυσκολίες τους, τα πάθη και τους πειρασμούς τους. Έχουν όμως πάνω από όλα αυτή τη διαρκή επιθυμία και βίωση της μετάνοιας. Ξέρουν ότι δεν είναι τέλειοι. Ξέρουν ότι είναι αδύναμοι. Αλλά τους ανήκει αυτή η βαθιά αίσθηση ότι ο Θεός θα αναπληρώσει τις δικές τους αδυναμίες και θα θεραπεύσει τις ασθένειές τους και αυτή η αίσθηση είναι που τους δίνει ταπείνωση, δύναμη πνευματική και αγάπη προς το Θεό που ελευθερώνει.
Ο ψαλμωδός περιγράφει κατά τον ωραιότερο τρόπο αυτή την αίσθηση του βιώματος των Αγίων: "πού πορευθώ από του πνεύματός σου και από του προσώπου σου πού φύγω; Εάν αναβώ εις τον ουρανόν, συ υπάρχεις εκεί. Εάν καταβώ εις τον Άδην, πάρει. Εάν αναλάβω τας πτέρυγάς μου κατ' όρθρον και κατασκηνώσω εις τα έσχατα της θαλάσσης και γαρ εκεί η χείρ σου καθοδηγήσει με".
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία έζησε την ανθρώπινη πορνεία. Η πορνεία δεν είναι κατάσταση μόνο σωματικής αμαρτίας, αλλά και πνευματικής. Ο πόρνος, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Απόστολος Παύλος, ποιεί τα μέλη του Χριστού που είναι το σώμα, μέλη πορνείας, μέλη απομάκρυνσης από το Θεό. Παραδίδεται στις επιθυμίες του, στο θέλημά του και ζει αμαρτάνοντας όχι μόνο σωματικά, αλλά και πνευματικά.
Σωματικά η πορνεία αποτελεί την άρνηση της αγάπης προς τους ανθρώπους και τον υποβιβασμό της σε απλή ικανοποίηση και μάλιστα επί χρήμασι. Πνευματικά, αποτελεί την άρνηση της αγάπης του Θεού και την παρακοή των εντολών Του, με αποτέλεσμα την βύθιση στον βούρκο της αμαρτίας.
Ο Χριστός, στο Ευαγγέλιο, συγχώρεσε πόρνες γυναίκες που πολύ ηγάπησαν, όπως ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά. Αυτό σημαίνει ότι η πορνεία ξεπερνιέται μόνο με την αγάπη προς το Θεό! Εάν δεν δονήσει την ύπαρξή μας αυτή η αγάπη, τότε δύσκολα ξεφεύγουμε όχι μόνο από την πορνεία, αλλά και από κάθε είδους αμαρτωλή κατάσταση και επιθυμία.
Εμείς μοιάζουμε στην Οσία Μαρία την Αιγυπτία; Ναι, στο ότι είμαστε παραδομένοι στην πνευματική πορνεία. Αυτό σημαίνει ότι άλλες "αγάπες", κοσμικές, έχουν πάρει πρωτεύουσα θέση στη ζωή μας. Το χρήμα, το ποδόσφαιρο, η πολιτική, ο χορός και η διασκέδαση, η κατάκριση και η κακία, ο τρόπος ζωής μας είναι τέτοιος που λειτουργεί πορνικά. Μπορεί εξωτερικά να τηρούμε τις εντολές και μάλιστα με ιδιαίτερη αυστηρότητα, στην ουσία όμως τα πάθη μας λειτουργούν υπερμεγεθυντικά, δηλαδή πάντοτε υπάρχει μέσα μας κάτι που δεν επιτρέπει στην αγάπη του Θεού να μας αγκαλιάσει ολοκληρωτικά. Κάτι από το δικό μας θέλημα μας καθιστά άπιστους και δύσπιστους έναντι του Θεού, ο πόθος μας γι' αυτόν διασπάται, ενίοτε και από τις βιοτικές μέριμνες, αλλά και η ελευθερία μας δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε να λειτουργήσει, καθώς δυσκολευόμαστε να υποτάξουμε τον εγωισμό μας και την αίσθηση ότι εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία μετανόησε για τον πρότερο βίο της, τον εγκατέλειψε εντελώς. Μέσα της εντυπώθηκε ο θείος πόθος, η συντριβή για το παρελθόν και η αγωνία για την κοινωνία με το Θεό. Εγκατέλειψε την ζωή του κόσμου, δεν δοκίμασε καν τη ζωή του μοναχισμού, αλλά πορεύθηκε εν ερήμω, "κατά μόνας έως αν παρήλθε", διότι δεν έβλεπε άλλο νόημα στη ζωή της, παρά την ελεύθερη παράδοσή της στην αγάπη του Θεού. Και τούτο σήμαινε ότι πλέον άλλο από το Θεό δεν είχε νόημα γι' αυτήν, η κοινωνία μαζί Του αποτέλεσε τον μοναδικό λόγο ζωής και ύπαρξης γι' αυτήν και αυτή η κοινωνία την οδήγησε στην αιώνια δόξα από την μία μεριά, αλλά και στην ανάπτυξη αυτού που στην ζωή της Εκκλησίας ονομάζουμε υπέρβαση των παθών, σχέση ζωής και κοινωνίας με το Χριστό, λόγος με τον Λόγο!
Δ. ΦΙΛΗΔΟΝΙΑ - ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ
Αξίζει να σταθούμε λίγο περισσότερο στα σημεία εκείνα που χαρακτηρίζουν την καινούρια ζωή της Οσίας Μαρίας, προσπαθώντας να τα συγκρίνουμε με την δική μας εποχή.
Ο πρότερος βίος της Οσίας ήταν παραδομένος στην φιληδονία. Η ηδονή για τον άνθρωπο στην προπτωτική κατάσταση πήγαζε από την αγάπη του και την κοινωνία με τον Θεό. Στην μεταπτωτική κατάσταση ο άνθρωπος βιώνει την ηδονή αφ' εαυτού του και στην σχέση του με τον συνάνθρωπο. Μόνο ο μοναχισμός ή η προσπάθεια για την αγιότητα αποτελούν εκφράσεις της προπτωτικής κατάστασης του ανθρώπου σε σχέση με την ηδονή, δηλαδή επανεύρεσης της κοινωνίας με το Θεό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ηδονή είναι αφεαυτού της αμαρτωλή. Είναι μία παρηγοριά που ο Θεός έχει δώσει στον άνθρωπο, ώστε να κρατείται στη ζωή και να μην απελπίζεται, αλλά και ταυτόχρονα, να κάνει μικρή στάση σ' αυτήν. Ο κίνδυνος είναι η ηδονή να γίνει τρόπος ζωής, δηλαδή φιληδονία, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος, αντί να σταματά σ' αυτήν, ζει μ' αυτήν, παραδίδεται σ' αυτήν και το νόημα της ύπαρξής του ξεκινά και καταλήγει σ' αυτήν. Αυτός είναι και ένας μεγάλος πειρασμός που βιώνουμε, εδώ είναι ο πόλεμος του διαβόλου έναντί μας, αλλά και η μη τοποθέτηση της προοπτικής της ζωής μας στην βάση της σχέσης με το Θεό.
Μικρότερες ή μεγαλύτερες απολαύσεις, χωρίς να είναι μεμπτές άμεσα, εμπεριέχουν εμμέσως τον κίνδυνο της απομάκρυνσης από το Θεό. Η πείνα και η πλήρωσή της μπορεί να οδηγήσει στην γαστριμαργία και την τοποθέτηση της κοιλίας σε πρωτεύουσα σημασία στη ζωή του ανθρώπου. Να αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από την καθημερινότητά μας. Πόσες φορές δεν είναι η πρώτη μας έγνοια τι θα μαγειρέψουμε και τι θα φάμε; Μάλιστα, φτάνουμε στο σημείο να φιλονικούμε μεταξύ μας, να δίνουμε νόημα στις γιορτές μας με βάση το φαγητό που μπορούμε να ετοιμάσουμε, να μας κουράζει η νηστεία διότι δεν έχουμε την δυνατότητα ποικιλίας στην τροφή, να εφευρίσκουμε τρόπους ώστε και την νηστεία να τηρήσουμε, αλλά και την απόλαυση της τροφής να κρατήσουμε, που σημαίνει ότι η ηδονή της τροφής νικά τον αγώνα για την αγάπη του Θεού!
Να υπενθυμίσω ότι ο πρώτος πειρασμός του Χριστού στην έρημο ήταν ο πειρασμός της τροφής και ο διάβολος ζήτησε από τον Χριστό να κάνει τις πέτρες ψωμιά για να φάει. Αυτό, πέραν όλων των άλλων, σημαίνει ότι η ηδονή της απόλαυσης, της σάρκας, αυτού του συγκεκριμένου τρόπου ζωής αποτελεί μία μεγάλη παγίδα για όλους μας.
Η Οσία Μαρία μας αποδεικνύει με την ζωή της κάτι. Όσο ήταν στον κόσμο ζούσε παραδομένη στις απολαύσεις και του φαγητού και του ποτού και των πορνικών ασμάτων και της ασωτίας. Η ηδονή γινόταν τρόπος ζωής γι' αυτήν, με αποτέλεσμα να διώχνει τελείως τον Θεό από τη ζωή της. Αλλά και μετά την μεταστροφή της, ο διάβολος την πολεμά με την ανάμνηση των ηδονών, θέλοντας να την οδηγήσει στην επιστροφή στον δρόμο αυτό.
"Όσες φορές έτρωγα ή προσπαθούσα να λάβω κάποια τροφή, επιθυμούσα τα κρέατα και τα ψάρια που έχει η Αίγυπτος. Επιθυμούσα το κρασί, που πού το αγαπούσα, γιατί έπινα πολύ κρασί όταν ζούσα στον κόσμο, ενώ εδώ, μην μπορώντας ούτε νερό καλά-καλά να γευθώ, φλεγόμουνα πολύ και δεν μπορούσα να υποφέρω την στέρηση. Μου ερχόταν και η παράλογη επιθυμία των πορνικών τραγουδιών, που πάντοτε με τάραζε δυνατά και προσπαθούσε να με πείσει να τραγουδήσω πάλι τα τραγούδια των δαιμόνων που είχα μάθει. Αμέσως τότε κλαίγοντας και κτυπώντας το στήθος μου με τα χέρια, θύμιζα στον εαυτό μου την συμφωνία που έκανα καθώς έφευγα στην έρημο".
Η Οσία μας δείχνει και τον δρόμο ώστε να μπορέσουμε με την σειρά μας να υπερβούμε την ηδονή και την οδύνη της, καθώς είναι ξεκάθαρα ότι η ζωή των απολαύσεων συνοδεύεται από πόνο, είτε αυτός είναι με την μορφή της σωματικής ασθένειας, είτε με την συναισθηματική ανισορροπία είτε με την μη εύρεση νοήματος στη ζωή.
"Μόνο επιθυμία είχα ακόρεστη και έρωτα ακατάπαυστο να κυλιέμαι μέσα στο βόρβορο. Αυτό μου φαινόταν και ήταν για μένα ζωή, το να διαπράττω συνέχεια την ύβρη της φύσεως".
Η φιληδονία δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά έναν τρόπο ύβρεως της φύσης. Φύση είναι η κοινωνία με το Θεό και τον συνάνθρωπο. Η φιληδονία μας απομακρύνει από αυτή την γνήσια κοινωνία και μας οδηγεί στον θάνατο, τον σωματικό, τον πνευματικό, τον κοινωνικό, αλλά και τον αιώνιο.
Φάρμακο και όπλο η εγκράτεια και η άσκηση. Η εγκράτεια στην παράδοσή μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η στέρηση της ικανοποίησης των επιθυμιών μας, η στάση βίας έναντι του εγωισμού μας και του εαυτού μας, η συνειδητή προσπάθεια να βάλουμε τον Θεό πάνω από την ηδονή. Η εγκράτεια συνεπάγεται την νηστεία τροφών και παθών, την άρνηση της καταλαλιάς, την καλλιέργεια της αγάπης μέσα από την συγχωρητικότητα και την ελεημοσύνη, την πρόταξη του Θεού και της κοινωνίας μαζί Του ως νοηματοδότησης της ύπαρξής μας.
Η Οσία Μαρία έζησε επί έτη πολλά με τροφή της δυόμισι ψωμιά και άγρια χόρτα του Ιορδάνη. Στην ζωή μακριά από το Θεό απολάμβανε χωρίς μέτρο και χωρίς όριο την αμαρτία της φιληδονίας. Στην ζωή με το Χριστό απολάμβανε την ηδονή της κοινωνίας μαζί Του, η οποία είχε μεν πόνο λόγω των πειρασμών, αλλά ταυτόχρονα είχε και αυτή την ανεκλάλητη χαρά του να ζεις κανείς ελεύθερα την αγάπη του Θεού, απόλαυση ασύγκριτη με οποιαδήποτε άλλη.
Αυτή η απόλαυση της κοινωνίας με το Θεό μπορεί να γίνει βίωμα σήμερα μέσα από την Θεία Λειτουργία. Η λειτουργία αποτελεί την μεθ' ηδονής βίωση της Θείας Παρουσίας, η κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού συνεπάγεται την ζωή εν ημίν του Χριστού, αλλά και ταυτόχρονα η κοινωνία με τους άλλους ανθρώπους μέσα στα πλαίσια της ευχαριστιακής σύναξης, αποτελεί πραγμάτωση του Θεανθρωποκεντρικού τρόπου της Εκκλησίας μας. Και είναι αυτή η κοινωνία καρπός της εγκράτειας, διότι η αγάπη δεν ψύχεται από την στιγμή που αγωνιζόμαστε εναντίον της αμαρτίας που μας διασπά αλλοτριώνοντάς μας από τον Θεό και τον συνάνθρωπο.
Μέσα στον σύγχρονο τρόπο ζωής μας, ο οποίος θεοποιεί την ηδονή μέσα από το καταναλωτικό πνεύμα, που χυδαιοποιεί τα αισθήματα και την αγάπη, που καθιστά τον κόσμο μας ανθρωποκεντρικό και ενίοτε δαιμονοκεντρικό, η εγκράτεια ως πρόταση ζωής για την ψυχοσωματική οντότητα του ανθρώπου οδηγεί στον Θεανθρωποκεντρικό τρόπο ζωής, καθώς αποσκοπεί όχι στο να μας καταστήσει απόκοσμους, αλλά να δώσει τόπο "τω καταλύματι" στον Ιησού Χριστό να κατοικήσει στις καρδιές μας.
Ο δρόμος της Οσίας ήταν ένας δρόμος ιδιαίτερα δύσκολος. Η Οσία Μαρία είχε το χάρισμα. Μέσα από την αποταγή του κόσμου έζησε αυτή την κοινωνία με τον Χριστό ολοκληρωτικά. Εμείς καλούμαστε να ζήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο αυτή την πορεία και ο Χριστός θα συνδράμει τον κόπο μας. Αρκεί να έχουμε στόχο στην πνευματική μας ζωή και να μην "κοπιώμεν εις κενόν".
Ε. ΦΙΛΑΥΤΙΑ - ΑΓΑΠΗ & ΚΕΝΩΣΗ
Αιτία της αμαρτίας είναι η φιλαυτία, η αγάπη του ανθρώπου για τον εαυτό του. Μία από τις πιο παρεξηγημένες έννοιες στην ορθόδοξη παράδοση είναι η περιγραφή και ο ορισμός αυτής της σχέσης. Ο εγωισμός οδηγεί τον άνθρωπο στην υπερηφάνεια και την κακία, την υποτίμηση του άλλου, την επιφανειακή συμπεριφορά και ταυτόχρονα, ταυτίζεται με το "ίδιον θέλημα", δηλαδή την κακή χρήση της ανθρώπινης ελευθερίας σε σχέση με το Θεό.
Στην προσπάθειά μας να εμβαθύνουμε στην έννοια της ταπείνωσης, την οποία οι Πατέρες θεωρούν ως ρίζα κάθε αρετής, καθώς αυτή συναρμολογεί το πνευματικό οικοδόμημα του ανθρώπου (Αββάς Δωρόθεος), φτάνουμε στο σημείο να απορρίπτουμε τον εαυτό μας, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο. Να τον υποτιμούμε και να τον μειώνουμε, να τον θεωρούμε ανάξιο της χάριτος του Θεού και της σωτηρίας, ιδίως μάλιστα όταν τον συγκρίνουμε με άλλους ανθρώπους, που έχουν ξεχωρίσει ή όταν συναισθανόμαστε την ηθική διάσταση της αμαρτίας.
Εδώ είναι που έγκειται ακριβώς η παρεξήγηση. Οι Πατέρες και οι Άγιοι συναισθάνονταν την αμαρτωλότητά τους πάντοτε σε σχέση με την καθαρότητα του Θεού. Δεν απέρριπταν την ύπαρξή τους, ούτε θεωρούσαν άχρηστη κάθε πνευματική προσπάθεια, με την ιδέα ότι δεν θα μπορούσαν να φτάσουν πουθενά από μόνοι τους. Αντιθέτως, κατέβαλαν τον κόπο τους και ζητούσαν από την χάρη του Θεού να αναπληρώσει τα ελλείποντα και να θεραπεύσει τα ασθενούντα.
Παράλληλα, οι Πατέρες είχαν πάντοτε την αίσθηση ότι ο Θεός εκτιμά αφάνταστα κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, όση αμαρτία κι αν την έχει κυριεύσει. Αυτό συμβαίνει λόγω της μεγάλης αγάπης του Θεού. Η Οσία Μαρία αναφέρει χαρακτηριστικά:
"Εγώ εκπλήττομαι πώς μπόρεσε η θάλασσα να υποφέρει τις ασωτίες μου. Πώς δεν άνοιξε η γη το στόμα της για να με κατεβάσει στον Άδη ζωντανή, εμένα που παγίδευσα τόσες ψυχές. Αλλά, καθώς φαίνεται, ο Θεός ζητούσε την δική μου μετάνοια, γιατί δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού, αλλά περιμένει μακρόθυμα, αναμένοντας την επιστροφή".
Εφόσον ο Θεός, το άπαν της καθαρότητας και της αγιότητας εκτιμά την κάθε ανθρώπινη ύπαρξη και μάλιστα ο Θεανθρωποκεντρικός τρόπος της Εκκλησίας θεμελιώνεται στην σταυρική θυσία του Ιησού Χριστού με σκοπό την σωτηρία του καθενός από μας, τότε είναι ανόητο να περιφρονούμε τον εαυτό μας και την ύπαρξή μας, υποπίπτοντας στο ίδιον ανάθεμα. Αυτό συχνά συμβαίνει σε μεγάλη μερίδα συνανθρώπων μας, ενίοτε και πιστών, οι οποίοι θεωρούν ότι δεν αξίζουν τίποτε, αναζητούν καταξίωση και αναγνώριση από τους άλλους, ενώ στην ουσία δεν γνωρίζουν ποιο είναι το πραγματικό νόημα της ταπείνωσης, αλλά ούτε και τι σημαίνει ουσιαστική σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του.
Η παράδοσή μας αρνείται την φιλαυτία, δηλαδή την θεοποίηση του εαυτού μας. Αυτό σημαίνει την μη κατανόηση ότι οι δυνάμεις μας είναι πεπερασμένες και ότι ζωή παίρνουμε μέσα από την σχέση μας με τον Θεό και την αγάπη του. Η κένωση του Θεού στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού αποτελεί το ανερμήνευτο μυστήριο και θαύμα της Ιστορίας. Η ανταπόκρισή μας σ' αυτή την κένωση με την προσπάθειά μας να φανούμε αγωνιστές για να αυξηθεί η αγάπη μας προς το Θεό, αποτελεί έμπρακτη ευγνωμοσύνη στο Θεό για τις ευεργεσίες Του.
Ο εγωισμός και η φιλαυτία αποτελούν πληγές για τον άνθρωπο, καθότι τον κρατούν στην κατάσταση την οποία τον βρήκε ο διάβολος στον διάλογο που προηγήθηκε της πτώσης. Ο άνθρωπος έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και καυχιέται γι' αυτό. Κραυγάζει για τα χαρίσματα που ο Θεός του έχει δώσει, δεν πολυπλασιάζει τα τάλαντά του μοιραζόμενός τα με τους άλλους, αλλά τα κρατά για τον εαυτό του, για την αυτάρκειά του και για την δική του ικανοποίηση.
"Με πολλές και διάφορες συμφορές και πειρασμούς αφόρητους πάλεψα, και από τότε μέχρι σήμερα η δύναμη του Θεού με διάφορους τρόπους διατήρησε την αμαρτωλή μου ψυχή και το ταπεινό μου σώμα. Γιατί μόνο με το να σκέπτομαι από ποια κακά με γλίτωσε ο Κύριος, είχα αδαπάνητη τροφή την ελπίδα της σωτηρίας μου".
Ο λόγος της Αγίας μας αποδεικνύει ότι για να υπερβούμε την φιλαυτία και τον εγωισμό μας, την θεοποίηση του εαυτού μας, που τελικά μας οδηγεί στην απώλεια, χρειάζονται δύο παράγοντες: η προσωπική μας πάλη και η δύναμη του Θεού. Αυτό είναι και το νόημα της αρετής, δηλαδή το να προσπαθούμε εμείς και να χαριτώνει ο Θεός. Δεν γίνεται φαρισαϊσμός ο πνευματικός αγώνας ή οι ικανότητές μας όταν συναισθανόμαστε το μεγαλείο του Θεού και βλέπουμε πόσο ασήμαντοι και ελλιπείς είμαστε, αλλά και πόσο μεγάλη είναι η αγάπη του Θεού.
Ο ανθρωποκεντρικός πολιτισμός μας θεοποιεί σήμερα τις ικανότητες και τον εγωισμό του ανθρώπου. Τοποθετεί ως κέντρο της ζωής μας τον εαυτό μας, εμείς αλλάζουμε τον κόσμο κι εμείς πρέπει να ελέγχουμε τη ζωή. Γι' αυτό ο σύγχρονος άνθρωπος δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την έννοια του πόνου, της αρρώστιας και του θανάτου, δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την έννοια των γηρατειών, δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι η ζωή θα συνεχιστεί και χωρίς αυτόν και κάνει ό,τι μπορεί για να κρατηθεί νέος, κυρίως εξωτερικά.
Γι' αυτό και ασωτεύει, γι' αυτό και δεν ανέχεται την ήττα, γι' αυτό και δεν μπορεί να συμβιβαστεί με το θάνατο, αλλά τον ξορκίζει σαν ένα μεγάλο κακό. Γι' αυτό δεν μπορεί να ανεχθεί τον άλλον στην οικογένεια, τον επαγγελματικό χώρο, την κοινωνία. Γι' αυτό δεν μπορεί να δει στο πρόσωπο του οποιουδήποτε άλλου τον αδελφό του, για τον οποίο ο Χριστός πέθανε, καθώς έχει ως κέντρο της ζωής του τον εαυτό του και τις επιθυμίες του, τις ικανότητές του, τα χαρίσματά του, με αποτέλεσμα να μην ενοχλείται αν αδικείται ο άλλος, να μην θυσιάζει κάτι από τα συμφέροντά του, να μην σταματά μπροστά σε τίποτε, αρκεί να ικανοποιήσει το εγώ του.
Η θεανθρωποκεντρική πρόταση ζωής της Εκκλησίας μας, όπως βιώνεται στα πρόσωπα των Αγίων, μας υποδεικνύει ότι μόνο δια της κενώσεως και της αγάπης έχει νόημα η ζωή. Η Οσία Μαρία αγάπησε τον Θεό, εγκατέλειψε τα πάντα, εμπιστεύθηκε τον εαυτό της στην χάρη Του και την αγάπη Του και έλαβε ως δώρο την μακαριότητα και σ' αυτή και στην άλλη ζωή.
Η αγάπη για το Θεό περνά για όλους μας που ζούμε στον κόσμο μέσα από την αγάπη για τον συνάνθρωπο. Αυτή η αγάπη εκδηλώνεται μέσα από την ανοχή, μέσα από το "αλλήλων τα βάρη βαστάζετε", μέσα από την ελεημοσύνη, την υπομονή, την ταπείνωση και την αίσθηση ότι η κοινωνία με τον Θεό δίνει νόημα στη ζωή όλων. Ο καθένας μας είναι εικόνα του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι ο άλλος είναι η αφετηρία για την δική μας σωτηρία, αλλά και μακαριότητα. Η ευτυχία περνά μέσα από την διακονία του άλλου και ο εαυτός μας νοηματοδοτείται όταν παλεύει να αγαπήσει το Θεό και τον διπλανό του.
Άρα, αυτή η αίσθηση της αυτάρκειας, της ατομικότητας που μας διακρίνει συνήθως, δεν έχει σχέση με τον τρόπο της Εκκλησίας. Παλεύω όχι μόνο για μένα, αλλά και για τους άλλους. Δεν μου επιτρέπεται να ευτυχώ και να αδιαφορώ για την ευτυχία των άλλων. Και αυτή η ευτυχία δεν είναι τόσο υλική, όσο να λειτουργεί πνευματικά ο πλησίον μου, να πιστεύει και να αγωνίζεται και ο ίδιος να βρει λύση στα ερωτήματα της ύπαρξης, να ζει και να μην πεθαίνει αιώνια!
Ο δεύτερος πειρασμός του Χριστού στην έρημο του Ιορδάνη ήταν να πέσει από το ψηλότερο μέρος του Ναού του Σολομώντα, για να αποδείξει την δύναμή Του. Ο Χριστός απαντά στον διάβολο ότι δεν πρέπει να βάζουμε σε δοκιμασία το Θεό. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να θεοποιούμε τον εαυτό μας, κι ας έχουμε χαρίσματα και δύναμη, αλλά να νιώθουμε την ασημαντότητά μας μπροστά στην αγάπη και την δύναμη του Θεού.
Η παραίτηση της Οσίας από τον κόσμο, αλλά και η αναζήτηση νοήματος στον αγώνα στην έρημο δεν πήγασαν από την απαξίωση του εαυτού της, αλλά από την συναίσθηση του τι θέλει ο Θεός. Αυτή η συναίσθηση ας καθοδηγεί και τις δικές μας προσπάθειες, χωρίς να υποτιμούμε τα δώρα του Θεού, αλλά και χωρίς να καυχόμαστε γι' αυτά που μας δόθηκαν!
ΣΤ. ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ - ΦΩΤΙΣΜΟΣ
Ο ανθρωποκεντρικός πολιτισμός μας θέτει ως στόχο και σκοπό μας την εκπλήρωση των φιλοδοξιών μας. Αυτό σημαίνει ότι ακολουθούμε την πορεία της πτώσης, δηλαδή να θέλουμε να υπερβούμε τις δυνατότητές μας και από μόνοι μας είτε να θεοποιηθούμε είτε να επιτύχουμε αυτό που μας αρέσει. Δεν είναι κακό να προσπαθούμε να πετύχουμε στην ζωή μας. Το πρόβλημα έγκειται όταν η επιτυχία γίνεται αυτοσκοπός και μάλιστα, όταν μετερχόμαστε κάθε μέσο και τρόπο προκειμένου να φτάσουμε σ' αυτήν.
Το πρόβλημα πάλι έγκειται όταν επιθυμούμε την δόξα των ανθρώπων, δηλαδή την αποδοχή των άλλων, το μεγαλείο και την υπόληψη. Το όνομά μας, αυτό το οποίο πολλές φορές θέτουμε ως σκοπό μας, να δοξαστεί. Ως αποτέλεσμα αυτή της αντίληψης και συμπεριφοράς έρχεται το γεγονός ότι παραβιάζουμε κάθε έννοια ηθικής και δικαίου, αρκεί να πραγματωθεί η επιθυμία μας.
Ο τρίτος πειρασμός του Χριστού ήταν να του δοθεί όλος ο κόσμος, αρκεί να προσκυνούσε τον διάβολο. Ο διάβολος προσφέρει στον Χριστό την εξουσία και την παντοδυναμία. Ταυτόχρονα, τον καλεί να παραδώσει την ελευθερία Του σ' αυτόν, προκειμένου να πετύχει αυτόν τον σκοπό. Ο Χριστός αρνείται και αναφέρει ότι "Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνον λατρεύσεις", που σημαίνει ότι η ελευθερία μας έχει νόημα από την στιγμή που συνδέεται με το Θεό και ότι στη σχέση μας μαζί Του αποκτά η ύπαρξή μας νόημα.
Η ουσία της ζωής είναι η σχέση με το Θεό. Δεν είναι η εξουσία, η φήμη, η δόξα, το καλό όνομα. "Ηγάπησαν την δόξαν των ανθρώπων μάλλον ή την δόξαν του Θεού", αναφέρει χαρακτηριστικά ο ευαγγελιστής για τους Φαρισαίους που, μολονότι έβλεπαν ότι ο Χριστός ήταν ένα ξεχωριστό πρόσωπο, αρνήθηκαν να τον ακολουθήσουν από φόβο μήπως γίνουν αποσυνάγωγοι!
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, ενσαρκώνοντας το Θεανθρωποκεντρικό πρότυπο της Εκκλησίας, μας μιλά για τον φωτισμό από την αγάπη του Θεού ως τον στόχο της ζωής της:
"Δεν σηκωνόμουνα από τη γη κι αν ακόμη συνέβαινε να περνώ κι ολόκληρο εικοσιτετράωρο σ' αυτή τη στάση, μέχρις ότου με έλουζε με τη λάμψη του το γλυκύ εκείνο φως κι έδιωχνε τελείως τους λογισμούς που μ' ενοχλούσαν".
Αυτό είναι το μυστήριο της γνήσιας εν Χριστώ ελευθερίας. Η ζωή μας αντλεί νόημα από την σχέση με το Χριστό, από την μελέτη του λόγου Του, από την προσευχή, την άσκηση και την αγάπη που Αυτός μας δίδει και ταυτόχρονα μας καλεί να δώσουμε με την σειρά μας.
"Ο Λόγος του Θεού που είναι ζωντανός και δραστικός, αυτός διδάσκει την γνώση στον άνθρωπο. Τρέφομαι και σκεπάζομαι με τον λόγο του Θεού που συγκρατεί τα σύμπαντα. Γιατί ΄΄δεν θα ζήσει ο άνθρωπος μόνο με το ψωμί,, και ΄΄επειδή δεν έχουν στέγη, γίνεται κατοικία και σκέπη η παντοδύναμη χάρη του Θεού,, σε όσους ξεντύθηκαν το ένδυμα της αμαρτίας".
Ο φωτισμένος από την παρουσία του Χριστού άνθρωπος ζει την ελευθερία του ως διακονία των άλλων, ζει την ζωή του ως κοινωνία με το Χριστό, αναπνέει δια της προσευχής, συνομιλεί δια της αγάπης, ελεεί δια της καρδίας, και ταυτόχρονα δέχεται την ευεργεσία της φωταυγίας του Θεού ως εκπλήρωση κάθε φιλοδοξίας του και ως σκοπού της ζωής του. Αυτή η φωταυγία πραγματώνεται με την χάρη του Αγίου Πνεύματος και αποτελεί σκοπό ζωής: "άγιοι γίνεσθε ότι εγώ άγιος ειμί".
Σίγουρα, δεν είναι εφικτό κάτι τέτοιο για τις φτωχές πνευματικές μας δυνάμεις, όμως η παρουσία της Υπεραγίας Θεοτόκου και των Αγίων της πίστεώς μας αποτελούν πολύτιμες μεσιτείες και βοήθεια στον δύσκολο αγώνα. Αρκεί να μην ξεχνούμε τον στόχο.
"Πάντοτε το νοερό μάτι της σκέψεώς μου ακατάπαυστα κατεύθυνα σε Αυτήν, την Υπεραγία Θεοτόκο, που εγγυήθηκε για μένα, ζητώντας να με βοηθήσει, που κινδύνευα μέσα στο πέλαγος της ερήμου. Και πράγματι την είχα βοηθό και συνεργάτη της μετανοίας μου".
Μπορεί ο κόσμος μας να τρέφεται μέσα από την φιλοδοξία και την γνώση την απολυμένη, οι Άγιοι όμως ζούνε το νόημα της ελευθερίας μέσα από την γνώση που μένει στον αιώνα. Κι εδώ είναι που χρειαζόμαστε σήμερα να μιμηθούμε αυτό τον τρόπο!
Ζ. ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
Είδαμε στην αποψινή μας επικοινωνία στοιχεία της πνευματικής παράδοσης της Εκκλησίας μας και του τρόπου ζωής που αυτή προτείνει: του Θεανθρωποκεντρικού. Αυτή η πορεία πραγματώνεται μέσα από την μίμηση των Αγίων. Οι Άγιοι ήταν αυτοί που ξεκίνησαν από το αμαυρωμένο κατ' εικόνα και με την χάρη του Θεού το έφτασαν στο καθ' ομοίωσιν. Άντλησαν τα στοιχεία της αγάπης και της ελευθερίας και τους έδωσαν το προπτωτικό νόημα.
Μπορεί η εποχή μας να λειτουργεί ανθρωποκεντρικά. Μπορεί τα πρότυπά της να μας παρασύρουν στην συνέχιση της μεταπτωτικής πορείας. Όμως η κοινωνία μας με τον Χριστό δια μέσω των Αγίων Του, αποτελεί για όλους μας μια αφορμή βαθύτατης αναψυχής, αλλά και ταυτόχρονα συναίσθησης της πρόκλησης του Χριστού προς όλους: "Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;".
Αυτή την πρόκληση η Εκκλησία συνεχίζει ανά τους αιώνες καλώντας μας να δώσουμε την προσωπική μας απάντηση. Και αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από την απάντηση της γνήσιας ελευθερίας και αγάπης που μεταμορφώνει τον άνθρωπο και τον κόσμο σε κοινωνία Χριστού. Αν η εποχή μας λειτουργεί με τα ανθρωποκεντρικά κριτήρια, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να απελπιζόμαστε. Χωρίς να αποκοπούμε από τον κόσμο και την ζωή, οφείλουμε να γινόμαστε η μικρά ζύμη που ζυμοί το φύραμα του κόσμου και της ιστορίας, η μεταμορφωτική πνοή των Αγίων, αυτοί που αναζητούμε τον Χριστό ως τον Αναστημένο Σωτήρα και Λυτρωτή.
Και όπως κλείνει χαρακτηριστικά την διήγησή του για την Οσία Μαρία ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, ας είναι και η δική μας ευχή απόψε:
"Ο Θεός που πραγματοποίησε μεγάλα και θαυμαστά γεγονότα, που ανταμείβει με πολύ μεγάλες δωρεές όσους ελπίζουν σ' Αυτόν, ας μας αξιώσει να βρεθούμε και να ταχθούμε με το μέρος της Μαρίας, αυτής της μακαρίας, μαζί με όλους όσους Τον ευαρέστησαν ανά τους αιώνες με την θεωρία και την πράξη".
Αμήν.