Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου (Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Αποτέλεσμα εικόνας για τυρινη«Ὅταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί- ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες∙ ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν» (Ματθ. στ' 16).
Ὅταν νηστεύετε δέν πρέπει νά φαίνεστε σκυθρωποὶ καὶ κατηφεῖς, ὅπως οἱ ὑποκριτές. Αὐτοί ἀλλοιώνουν τὸ πρόσωπό τους γιά νά φαίνεται μαραμένο, ὥστε νά δείξουν στούς ἀνθρώπους πῶς νηστεύουν. Αὐτοὶ ὅ,τι μισθὸ εἶχαν νά πάρουν, τὸν πῆραν ἥδη.
Οἰ υποκριτές δέ νηστεύουν γιά τὸ Θεό, οὔτε γιά τὴν ψυχὴ τους. Αὐτοί τὸ κάνουν ἀπὸ ἀνθρωπαρέσκεια, γιά νά τοὺς βλέπουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι νηστεύουν καὶ νά τοὺς ἐπαινοῦν. Ἂλλ' ἐπειδὴ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι δὲ γίνεται νά τοὺς παρατηροῦν κάθε μέρα τί τρῶνε καί τί πίνουν, αὐτοὶ ἀγωνίζονται νά φαίνονται πῶς νηστεύουν, νά τὸ διαβάζουν αὐτὸ οἱ ἄλλοι στά πρόσωπά τους.
Παραμορφώνουν τὰ πρόσωπά τους, τὰ κάνουν νά φαίνονται ὠχρὰ καὶ λυπημένα, κάτισχνα καὶ μαραμένα. Δέν πλένουν τὰ πρόσωπά τους, οὔτε καὶ χρησιμοποιοῦν ἀρώματα. Κι οἱ ἄνθρωποι τοὺς κοιτάζουν καὶ τοὺς θαυμάζουν, τοὺς ἐπαινοῦν.
Οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἀνταμείβουν μὲ τὸ θαυμασμὸ τους, τοὺς δίνουν τὸ τίμημα τῆς νηστείας τους. Τότε τί ἄλλο μποροῦν νά περιμένουν ἀπὸ τὸ Θεό; Αὐτοὶ δὲν νήστεψαν γιά τὸ Θεὸ ἀλλὰ γιά τοὺς ἀνθρώπους. Τὶ πληρωμὴ ἀναζητοῦν γιά τὴν ψυχὴ τους; Ἀφοῦ δὲ νήστεψαν γιά χάρη τῆς ψυχῆς τους ἀλλὰ γιά χάρη τῶν ἀνθρώπων. Κι οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἐγκωμιάσαν γι' αὐτό, τοὺς πλήρωσαν. Τὴν ἀνταμοιβὴ τους τὴν ἔλαβαν. Ὃ Θεὸς δέν τοὺς χρωστᾶ τίποτα, οὔτε καὶ θὰ τοὺς ἀνταμείψει στή μέλλουσα ζωὴ γιά τή νηστείᾳ τους.
«Σῦ δὲ νηστεύων», συνεχίζει ὃ Κύριος, «ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νῖψαι, ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλεπῶν ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. στ' 17-18). Ἐσύ ὅταν νηστεύεις νά περιποιεῖσαι τὰ μαλλιά σου καὶ νά πλένεις τὸ πρόσωπό σου, γιά νά μὴ δείχνεις στούς ἀνθρώπους πῶς νηστεύεις. Αὐτό ἂς τὸ βλέπει ὃ οὐράνιος Πατέρας σου πού βλέπει καὶ τὰ πιὸ ἀπόκρυφα πράγματα. Κι Ἐκεῖνος πού βλέπει τὰ κρυφά, θὰ σοῦ ἀνταποδώσει τὸν κόπο τῆς νηστείας σου φανερά.
Αὐτὸς εἶναι ὁ πιὸ σπουδαῖος κανόνας πού μᾶς ἔχει δοθεῖ γιά τή νηστείᾳ. Κι ἡ ἄμεση σημασία του εἶναι καθαρή. Τή νηστείᾳ τὴν κάνεις γιά τὸ Θεὸ καὶ γιά τή σωτηρίᾳ τῆς ψυχῆς σου, ὄχι γιά τοὺς ἀνθρώπους. Δέν ἔχει καμιὰ ἐντελῶς ἀξία ἂν οἱ ἄνθρωποι βλέπουν ἢ ξέρουν πῶς ἐσὺ νηστεύεις.
Κι εἶναι πραγματικὰ πολὺ πιὸ καλὸ για σένα να μὴν ξέρουν. Ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δέν περιμένεις καμιὰ ἀνταμοιβὴ γιά τή νηστείᾳ σου. Τὶ μποροῦν νά σοῦ δώσουν ἐκεῖνοι, ἀφοῦ περιμένουν, ὅπως καὶ σύ, τὰ πάντα ἀπὸ τὸ Θεό; Ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία, ποὺ ἀξίζει, εἶναι νά βλέπει καὶ νά γνωρίζει ὁ Θεός. Κι ὁ Θεὸς θὰ δεῖ ὁπωσδήποτε. Εἶναι ἀδύνατο νά κρύψεις κάτι ἀπ’ Αὐτόν. Γι' αὐτό μήν ἐπιδείχνεις τή νηστείᾳ σου μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο. Ὁ Θεὸς τὸ διαβάζει μέσα σου αὐτό, στήν ἴδια τὴν καρδία σου.
Ὅπως ἔβαζες ἀρωματικὸ λάδι στό κεφάλι σου προτοῦ νηστέψεις, τὸ ἴδιο κάνε καὶ τώρα. Ὅπως ἔλουζες τὸ πρόσωπό σου πρὶν ἀπὸ τή νηστείᾳ, λοῦσε το κι ὅταν νηστεύεις. Εἴτε τὸ κάνεις αὐτὸ εἴτε δέν τὸ κάνεις, δέν πρόκειται ν' αὐξήσει τὸ μισθό σου. Εἴτε τὸ κάνεις εἴτε ὄχι, οὔτε θὰ σὲ σώσει, οὔτε καὶ θὰ σὲ ὁδηγήσει στήν ἀπώλεια.
Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ ὅμως «ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νῖψαι», ποὺ εἰπώθηκαν τόσο ἐπιγραμματικά, ἔχουν καὶ τὸ δικὸ τους βαθύτερο ἐσωτερικὸ νόημα. Ἂν ὁ Κύριος εἶχε κατὰ νοῦ μόνο τὸ σωματικὸ κεφάλι καὶ πρόσωπο, σίγουρα δὲ θὰ μᾶς ἔδινε τὴν ἐντολή πώς, ὅταν νηστεύουμε, πρέπει ν' ἀλείψουμε τὸ κεφάλι καὶ νά λούζουμε τὸ πρόσωπό μας. Θὰ εἶχε πεῖ πώς, σχετικὰ μὲ τοὺς καρποὺς τῆς νηστείας, εἶναι ἐντελῶς δευτερεύουσας σημασίας τὸ γεγονός πῶς ἀλείφουμε ἢ ὄχι τὸ κεφάλι μας, λούζουμε ἢ δὲ λούζουμε τὸ πρόσωπό μας.
Εἶναι φανερὸ πώς στά λόγια αὐτὰ κρύβεται ἕνα ἄλλο, μυστικὸ νόημα. Διαφορετικά, αὐτός πού ἐξηγεῖ τίς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ ἐπιφανειακὰ κι ὅταν νηστεύει ἀρχίζει ν' ἀλείφει μὲ λάδι τὸ κεφάλι του καὶ νά λούζει τὸ πρόσωπο του, θὰ πέσει στήν ἀντιθέτη μορφὴ τῆς ὑποκρισίας. Γιατὶ θὰ φανερώνει πάλι στούς ἀνθρώπους τή νηστείᾳ του, ἀλλὰ μὲ διαφορετικὸ τρόπο. Μὰ αὐτὸ εἶναι πού ὁ Χριστὸς ἤθελε νά διδάξει στούς ἀνθρώπους, πὼς δέν πρέπει νά κάνουν.
Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία λοιπόν πῶς ἡ ἐντολὴ αὐτὴ ἔχει τὸ βαθύτερο ἐσωτερικὸ της νόημα.
Ποιὸ εἶναι αὐτό;
Τὸ νόημα τῆς ἐντολῆς αὐτῆς μοιάζει μὲ ἐκεῖνο πού ἔδωσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν περιτομή. Ὁ μεγάλος Ἀπόστολος περισσοτέρη ἔμφαση ἔδωσε στήν περιτομὴ τῆς καρδίας, ποὺ τή θεώρησε ὡς σωστική ἀρχή. Τήν ἄλλη περιτομή, τήν σωματική, τή λογαριασε σὰν δευτερεύουσας σημασίας, πῶς δέν ἔχει καμιὰ διαφορά ἀπὸ τή μή περιτομή (βλ. Γαλ. στ'15, Ρωμ. β' 29). «Ἄλείψαί σου τὴν κεφαλήν» ἑπομένως σημαίνει: Χρῖσε τὸ νοῦ σου μὲ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τό κεφάλι ὑπονοεῖ τὸ νοῦ, τὴν ψυχὴ ὁλοκλήρη. Τὸ ἄρωμα τοῦ μύρου μὲ τὸ ὁποῖο χρίεται τὸ κεφάλι ὑποδηλώνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Κι αὐτὸ σημαίνει πῶς πρέπει ν' ἀπέχεις ἀπὸ κάθε πονηρὴ σκέψῃ καὶ ν' ἀποφεύγεις κάθε ἀργὸ καὶ ἄσεμνο λόγο.
Ἀντίθετα μάλιστα, πρέπει νά γεμίζεις τὸ νοῦ σου μὲ σκέψεις θεϊκές, μὲ στοχασμοὺς ἱεροὺς γιά τὴν ἁγνότητα, τὴν πίστη, τήν ἀγάπη καὶ ὅλα ἐκεῖνα πού προσελκύουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Τὸ ἴδιο νά κάνεις καὶ μὲ τή γλῶσσά σου, ἀφοῦ νοῦς καὶ γλῶσσα εἶναι τὸ ἴδιο. Φροντίζε εἴτε ν' ἀπέχεις ἐντελῶς ἀπὸ τὸ νά μιλᾶς ἤ, ὅταν διακόπτεις τή σιωπή σου, νά λές μόνο ὅσα ἀναφέρονται στή δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ τήν σωτηρίᾳ τῶν ἀνθρώπων.
Μά καὶ μὲ τὴν καρδία σου τό ἵδιο πρέπει νά κάνεις. Ν' ἀπέχεις ἀπὸ τὸ φθόνο καὶ τὴν κακία, τῇ ζήλεια καὶ τὴν ὑπερηφάνεια, τὶς βλασφημίες καί τίς ὕβρεις ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ κάθε ἁμαρτία ἢ καὶ ἁμαρτωλὴ ἐπιθυμία, ἀπὸ κάθε πάθος καὶ λαγνεία. Φυλάξου ἀπ' ὂλ' αὐτὰ καὶ ἄφησε ἐλεύθερο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νά φυτέψει στήν καρδία σου κάθε ἀγαθὸ καὶ θεϊκὸ δέντρο, κάθε θεάρεστο καὶ οὐράνιο ἄνθος. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο νά χρησιμοποιήσεις τήν θελήσῃ τῆς ψυχῆς σου.
Νήστεψε ἀπὸ κάθε ἁμαρτωλὴ κλίση, ἀπὸ κάθε ἁμαρτωλὴ πράξη, φύλαξε τὸν ἑαυτὸ σου ἀπὸ κάθε πονηρό. Ἔτσι θὰ ἐπιτρέψεις στό Άγιο Πνεῦμα νά χρίσει τήν σκληρυμένη καρδίᾳ σου μὲ τὸ ἅγιο μύρο, νά γειάνει τίς πληγὲς της, νά τήν στρέψει πρὸς ἔργα ἀγαθὰ καὶ νά τήν γεμίσει μὲ πόθο γιά ὁτιδήποτε καλὸ καὶ θεάρεστο.
Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς φράσῃς ἄλειψαι σου τὴν κεφαλήν. Μέ ἄλλα λόγια μᾶς λέει ὃ Χριστός πῶς πρέπει νά χαλιναγωγήσουμε καὶ νά περιορίσουμε ἀπὸ κάθε κακία τὸν ἐσωτερικὸ μας ἄνθρωπο, ποὺ ἀξίζει περισσότερο ἀπ' ὀτιδήποτε ἄλλο, καὶ νά τὸν στρέψουμε πρὸς κάθε ἀγαθό.
Τώρα, τὶ σημαίνουν τὰ λόγια: « καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι;»
Τὸ πρόσωπο ὑποδηλωνει τόν ἐξωτερικό, τὸν σωματικὸ καὶ αἰσθησιακὸ ἄνθρωπο - τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Ἢ ψυχὴ ἀποκαλύπτεται στόν κόσμο μέσα ἀπὸ τὸ σῶμα. Γιά τὸ Θεό, πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ψυχή, γιά τὸν κόσμο ὅμως εἶναι τὸ σῶμα. Μὲ τίς σωματικὲς αἰσθήσεις καὶ τὰ αἰσθητήρια ὄργανα δείχνουμε στόν κόσμο τί σκεφτόμαστε, τὶ νιώθουμε καί τί θέλουμε. Ἡ γλῶσσα λέει ὅσα ὁ νοῦς σκέφτεται, τὰ μάτια δείχνουν τὰ αἰσθήματα τῆς καρδίας καὶ τὰ πόδια ὁδηγοῦν ἐκεῖ πού ἡ ψυχὴ θέλει.
Τὸ πρόσωπόν σου νίψαι σημαίνει: Νά καθαρίσεις τὸ σῶμα σου ἀπὸ τήν διαπράξῃ κάθε ἁμαρτίας, κάθε ἀκαθαρσίας καὶ κάθε πονηρίας. Φύλαξε τίς αἰσθήσεις σου ἀπὸ κάθε τί τὸ ἐπιπόλαιο καὶ ἐπικίνδυνο.
Περιόρισε τὰ ματία σου, ὥστε νά μὴν περιεργάζονται διαρκῶς τὰ περίεργα αὐτοῦ τοῦ κόσμου.
Περιόρισε τ' αὐτιά σου, νά μὴν ἀκοῦνε αὐτά πού δὲν συντελοῦν στήν ψυχικὴ σου σωτηρία.
Περιόρισε τῇ μύτη σου, ὥστε ἡ ψυχή σου νά μὴν ὀσμίζεται τὸ ἄρωμα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ γρήγορα μεταβάλλεται σὲ βρωμιά.
Περιόρισε τὸ στομάχι σου, γιά νά μὴν ἐπιθυμεῖ συνέχεια περισσοτέρη τροφὴ καὶ ποτό.
Χαλιναγώγησε τὸ σῶμα σου ὁλόκληρο, νά μὴ γίνει εὐαίσθητο καὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ σένα περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα πού εἶναι ἀπαραίτητα γιά τὴν ἐπιβίωσή του.
Πρέπει νά συγκρατήσεις τὰ χέρια σου ὥστε νά μὴ χτυπᾶνε καὶ βασανίζουν ἀνθρώπους ἢ καὶ ζῷα.
Συγκράτησε τὰ πόδια σου, γιά νά μὴ σὲ ὁδηγοῦν στήν ἁμαρτία, σὲ ἀνόητες ψυχαγωγίες καὶ ἄθεες διασκεδάσεις, σὲ τσακωμοὺς καὶ σὲ κλοπές.
Σὲ ἀντίθεση πρὸς ὂλ' αὐτὰ πρέπει ν' ἀλλάξεις τὸ σῶμα σου ὁλόκληρο, νά τὸ κάνεις πραγματικὸ ναὸ τῆς ψυχῆς κι ὄχι ταβέρνα ὅπου συχνάζουν οἱ ληστὲς γιά νά μοιράσουν τὰ κλοπιμαῖα τους καὶ να σχεδιάσουν καινούργιες ἐξορμήσεις. Τὸ σῶμά σου πρέπει νά τὸ κάνεις ναὸ τοῦ Ζῶντος Θεοῦ.
Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχουν τὰ λόγια «τὸ πρόσωπόν σου νῖψα». Αὐτή εἶναι ἡ νηστεία πού ὁδηγεῖ στή σωτηρία. Αὐτὴ τή νηστείᾳ συνιστᾶ ὀ Κύριος. Μιά νηστεία πού εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ ὑποκρισία, ποὺ ἐκβάλλει τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ βοηθᾶ τὸν ἄνθρωπο νά καταγάγει ἔνδοξη νίκη, ποὺ θὰ τοῦ ἀποφέρει πλουσίους καρπούς, τόσο στήν παροῦσα ζωὴ ὅσο καὶ στήν μέλλουσα.
Ἀξίζει να ἐπισημάνουμε πῶς ὁ Κύριος μιλάει πρῶτα γιά τὸ κεφάλι κι ὕστερα γιά τὸ πρόσωπο, πρῶτα γιά τὴν ψυχὴ κι ὕστερα γιά τὸ σῶμα. Οἱ ὑποκριτὲς νήστευαν μόνο σωματικὰ κι ἔδειχναν τή νηστείᾳ τους στούς ἀνθρώπους μὲ σωματικὰ μέσα. Ὁ Χριστὸς ἀντίθετα, βάζει τὴν πνευματικὴ νηστεία στήν πρώτη θέση.
Πρώτη τοποθετεῖ τή νηστείᾳ τῆς ψυχῆς κι ἔπειτα τὴν ἐξωτερική, τοῦ σώματος. Μ' αὐτὸ δὲ θέλει νά ὑποβαθμίσει τήν σωματικῇ νηστείᾳ - ἀφοῦ κι ὁ ἴδιος ἄσκησε τή νηστείᾳ αὐτή - ἀλλὰ γιά νά καθαρίσει πρῶτα τὴν ψυχὴ κι ἔπειτα τὸν καθρέφτη τῆς ψυχῆς.
Ὁ ἄνθρωπος πρέπει ν' ἀγωνιστεῖ, νά ἐνστερνιστεῖ τή νηστείᾳ πρῶτα μὲ τὸ νοῦ, τὴν καρδία καὶ τήν θελήσή του καὶ μετὰ νά τὴν ἐφαρμόσει πρόθυμα μὲ τὸ σῶμα, ὅπως κάνει κι ὁ καλλιτέχνης, ποὺ πρῶτα μορφώνει τὴν εἰκόνα στήν ψυχὴ του καὶ μετὰ τὴν πραγματοποιεῖ μὲ τὰ χέρια του.
Ἡ σωματικὴ νηστεία πρέπει νά γίνεται μὲ χαρά, ὄχι μὲ λύπη. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος πού ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ τίς λεξεις ἄλειψαι καὶ νῖψον. Ὅπως οἱ οὐσίες αὐτὲς δίνουν εὐχαρίστηση καὶ ξεκούραση στό σῶμα ἔτσι καὶ ἡ νηστεία, τόσο ἡ σωματικὴ ὅσο κι ἡ ψυχική, πρέπει νά δίνει χαρὰ κι εὐχαρίστηση στήν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ νηστεία εἶναι ὄπλο, ἕνα πολὺ δυνατὸ ὄπλο, στόν πόλεμο μὲ τὰ πονηρὰ πνεύματα. Ὁ στρατιώτης πού τὴν ὥρα τῆς μάχης θὰ χάσει τὸ ὄπλο του πέφτει κάτω, γιατὶ δέν ἔχει ἄλλη ἐπιλογή. Εἴτε θὰ τραπεῖ σὲ φυγή, εἴτε θὰ παραδοθεῖ. Ὅταν ὅμως τοῦ δώσουν ὅπλα χαίρεται, γιατὶ τότε μπορεῖ να σταθεῖ στή θέση του καὶ ν' ἀποκρούσει τὸν ἐχθρό.
Πῶς μπορεῖ νά μὴ χαρεῖ ὁ χριστιανὸς ὅταν ὁπλίζεται μὲ τή νηστείᾳ ἐναντίον τῶν πιὸ φοβερῶν ἀντιπάλων του; Πῶς νά μὴ σκιρτήσει ἀπὸ χαρὰ ἡ καρδία του καὶ να μὴ λάμψει τὸ πρόσωπό του ὅταν κρατᾶ στά χέρια του ἕνα ὄπλο, ποὺ μὲ τό πού τὸ βλέπουν οἱ ἐχθροί συγχίζονται καί τό βάζουν στά πόδια;
nefthalim.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

π. Γεώργιος Μεταλληνός: ''Το έργο του Κλήρου είναι θεραπευτικό''




Άλλος ένας κύκλος κυριακάτικων εσπερινών ομιλιών έκλεισε και αυτή την χρονιά, καθώς η τελευταία ομιλία πραγματοποιήθηκε χθες (Κυριακή) στο Κέντρο Νεότητας «Νέοι Ορίζοντες» της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, όπου ομιλητής ήταν ο Αιδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα «Παράδεισος και Κόλαση στην Ορθόδοξη Παράδοση». 

Ο ομιλητής αναφέρθηκε στο στόχο του ανθρώπου, που είναι να φτάσει στη θέωση και προκειμένου να τον πραγματοποιήσει, θα πρέπει να φοιτήσει στο σχολείο της Εκκλησίας, δηλαδή στη λατρευτική ζωή της, μέσα από την οποία αναδεικνύονται οι Άγιοι της Εκκλησίας.

«Την Κυριακή της Απόκρεω «μνείαν ποιούμεθα της δευτέρας και αδεκάστου παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Η φράση «μνείαν ποιούμεθα» του Συναξαρίου βεβαιώνει, ότι η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, βιώνει στη λατρεία της τη Β’ Παρουσία του Χριστού μας ως «γεγονός» και όχι ως κάτι το ιστορικά αναμενόμενο. Και αυτό, διότι με τη Θεία Ευχαριστία μεθιστάμεθα στην ουράνια βασιλεία, στη μεταϊστορία. Σ’ αυτή την προοπτική προσεγγίζεται ορθόδοξα και το θέμα «παράδεισος – κόλαση». Στα Ευαγγέλια γίνεται λόγος για «βασιλεία» και «πυρ αιώνιον». Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται στη Λειτουργία της Κυριακής της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες), όχι διότι το θέλησε ο Θεός, αλλά διότι αυτοί δεν μετανοούν. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη» για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. «Βασιλεία» (=άκτιστη δόξα) είναι ο παράδεισος, «πυρ» (αιώνιο) είναι η κόλαση («κόλασις αιώνιος»). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός καλεί στον παράδεισο, στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει παράδεισο και κόλαση. Σπεύδουμε όμως να πούμε ότι είναι κεντρικότατο θέμα της πίστεως μας, λυδία λίθος του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας», τόνισε αρχικά ο π. Γεώργιος. 

Και συνέχισε: «Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β’ Παρουσία και σ’ όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως». Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πυρ καταναλίσκον»).

Έχοντας ως «όπλο» τον χειμαρρώδη λόγο του, ο π. Γεώργιος συνέχισε τονίζοντας τα εξής: «Παράδεισος και κόλαση είναι η ίδια πραγματικότητα. Αυτό δείχνει ο εικονισμός της Β΄ Παρουσίας.

Από τον Χριστό απορρέει ένας ποταμός, φωτεινός ως χρυσίζον φως, στο άνω μέρος, όπου βρίσκονται οι άγιοι και ποταμός πύρινος στο κάτω μέρος, όπου βρίσκονται οι δαίμονες και οι αμετανόητοι. Ο Χριστός γίνεται σε άλλους μεν, όσους Τον δέχθηκαν και ακολούθησαν την προτεινόμενη από Αυτόν θεραπεία της καρδιάς, ανάστασις στην αιώνια ζωή Του και σ’ όλους που Τον απέρριψαν, πτώση και κόλαση».

Αφού επικαλέστηκε Πατερικές μαρτυρίες, κατέληξε στο συμπέρασμα πως παράδεισος και κόλαση δεν είναι απλώς ανταμοιβή και τιμωρία (καταδίκη), αλλά ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε ο καθένας μας τη θέα του Χριστού, ανάλογα με την κατάσταση της καρδιάς μας.

Και εξήγησε: «Ο Θεός ουσιαστικά δεν τιμωρεί, μολονότι για παιδαγωγικούς λόγους και στη Γραφή γίνεται λόγος για τιμωρία. Όσο πνευματικότερος γίνεται κανείς, τόσο ορθότερα κατανοεί τη γλώσσα της Γραφής και της παραδόσεώς μας. Η κατάσταση του ανθρώπου (καθαρός - ακάθαρτος, μετανοημένος - αμετανόητος) συντελεί στο να δεχόμεθα το Φως του ως παράδεισο ή κόλαση».

Ακολούθως αναφέρθηκε εκτενώς στις διαφορές του Χριστιανισμού από τα διάφορα θρησκεύματα.

«Το ανθρωπολογικό πρόβλημα στην Ορθοδοξία είναι πώς ο άνθρωπος θα βλέπει αιώνια τον Χριστό ως παράδεισο και όχι ως κόλαση. Πώς θα μετέχει, δηλαδή, στην ουράνια και αιώνια «βασιλεία» Του. Και εδώ φαίνεται η διαφορά του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας από τα διάφορα θρησκεύματα. Τα τελευταία υπόσχονται κάποια «ευδαιμονία» και μάλιστα μετά θάνατον. Η Ορθοδοξία δεν είναι ζήτηση ευδαιμονίας, αλλά θεραπεία από την αρρώστια της θρησκείας. Η Ορθοδοξία είναι ένα ανοικτό νοσοκομείο μέσα στην ιστορία («ιατρείον πνευματικόν» κατά τον Ι. Χρυσόστομο), που προσφέρει τη θεραπεία της καρδίας (κάθαρση) για να προχωρήσει κανείς στον «φωτισμό» της από το Άγιο Πνεύμα και τελικά να φθάσει στη «θέωση», τον μοναδικό προορισμό του ανθρώπου. Η εμπειρία του παραδείσου ή της κολάσεως είναι άκτιστη πραγματικότητα και όχι κτιστή. Οι Φράγκοι έπλασαν τον μύθο ότι ο παράδεισος και η κόλαση είναι κτιστές πραγματικότητες. Μύθος είναι ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, ως και ο λόγος περί απουσίας του Θεού. Οι Φράγκοι επίσης εξέλαβαν το πυρ της κολάσεως ως κτιστό (π.χ. ο Δάντης). Η ορθόδοξη παράδοση μένει πιστή στη Γραφή, ότι και οι κολασμένοι θα βλέπουν τον Θεό (π.χ. ο πλούσιος της παραβολής), αλλά ως «πυρ καταναλίσκον». Οι Φράγκοι σχολαστικοί δέχθηκαν την κόλαση ως τιμωρία και στέρηση της λογικής ενοράσεως της θείας ουσίας. Δεν υπάρχει όμως απουσία Θεού, παρά μόνο παρουσία Του. Το πυρ της κολάσεως δεν έχει σχέση με το φραγκικό «πουργατόριο» (καθαρτήριο), ούτε κτιστό είναι, ούτε τιμωρία, ούτε κάποια ενδιάμεση κατάσταση. Μια τέτοια θεώρηση είναι μετάθεση της ευθύνης στον Θεό. Η ευθύνη είναι όλη δική μας, αποδοχή ή απόρριψη της προσφερόμενης από τον Θεό σωτηρίας». 

Φτάνοντας προς το τέλος τής ομιλίας του στάθηκε στη μετοχή στη Θεία Κοινωνία, η οποία, όπως είπε χαρακτηριστικά, συνδέεται με την όλη πνευματική πορεία τού πιστού.

«Όταν προσερχόμεθα ακάθαρτοι και αμετανόητοι, κολαζόμασθε (καιόμεθα). Γίνεται δε μέσα μας η Θεία Κοινωνία «κόλαση» και «πνευματικός θάνατος». Όχι διότι μεταβάλλεται σε κάτι τέτοιο φυσικά, αλλά διότι η ακαθαρσία μας δεν μπορεί να τη δεχθεί ως «παράδεισο». Δεδομένου δε ότι η θεία κοινωνία ονομάζεται «φάρμακον αθανασίας», συμβαίνει ακριβώς ό,τι και με ένα φάρμακο. Αν ο οργανισμός μας δεν έχει προϋποθέσεις να το δεχθεί, τότε παρενεργεί το φάρμακο και αντί να θεραπεύει, σκοτώνει. Όχι διότι ευθύνεται αυτό, αλλά η κατάσταση του οργανισμού μας. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι αν δεν δεχθούμε τον χριστιανισμό ως θεραπευτική διαδικασία και τα μυστήρια ως φάρμακα πνευματικά, τότε οδηγούμεθα στη θρησκειοποίηση του χριστιανισμού, δηλαδή στην ειδωλολατρικοποίησή του».

Και ο αξιόλογος ομιλητής κατέληξε: «Έργο της Εκκλησίας δεν είναι να «στέλνει» στον παράδεισο ή στην κόλαση, αλλά να ετοιμάζει τον άνθρωπο για την τελική κρίση. Το έργο του Κλήρου είναι θεραπευτικό και όχι ηθικολογικό - ηθικοπλαστικό, με την κοσμική έννοια του όρου. Σκοπός της προσφερόμενης από την Εκκλησία θεραπείας δεν είναι η δημιουργία «χρηστών» πολιτών και κατ’ ουσίαν ευχρήστων, αλλά πολιτών της ουράνιας (άκτιστης) βασιλείας. Αυτοί είναι οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, οι αληθινοί πιστοί, οι Άγιοι. Έτσι όμως ελέγχεται και η ιεραποστολή μας. Πού καλούμε; Στην Εκκλησία – Νοσοκομείο / Θεραπευτήριο ή σε μια ιδεολογία που ονομάζεται χριστιανική; Αντί για θεραπεία ζητούμε συνήθως εξασφάλιση θέσεως στον «παράδεισο». Γι’ αυτό ασχολούμεθα με τελετές και όχι με θεραπεία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια απόρριψη της λατρείας. Αλλά χωρίς άσκηση (ασκητικό βίο, πράξη θεραπείας) ή λατρείας δεν μπορεί να μας αγιάσει. Η Ορθοδοξία δεν υπόσχεται ότι στέλνει τον άνθρωπο σε κάποιο παράδεισο ή σε κάποια κόλαση, αλλά έχει τη δύναμη, όπως φαίνεται στα άφθαρτα και θαυματουργικά λείψανα των Αγίων της (αφθαρσία = θέωση), να προετοιμάσει τον άνθρωπο, ώστε να βλέπει αιώνια την Άκτιστη Χάρη και Βασιλεία του Χριστού ως παράδεισο και όχι ως κόλαση».

Η Κυριακή της Τυρινής

.


Η τέταρτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην εκδίωξη των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο της τρυφής. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό ως το τελειότερο και εκλεκτότερο δημιούργημα του Θεού, ως «εικόνα και καθ' ομοίωσις» αυτού ( Γέν.1,26). Πλάστηκε να ζει αιώνια μέσα στη χάρη και τις ευλογίες του Θεού, ατέρμονο βίο άπαυτης ευδαιμονίας. Αυτή τη σημασία έχει η βιβλική διήγηση περί του κήπου της Εδέμ (Γεν.2 ο κεφ.). Ο άνθρωπος έκαμε κακή χρήση της ελεύθερης βούλησής του και προτίμησε το κακό. Ο αρχέκακος διάβολος τον παρέσυρε στην πτώση και την καταστροφή. Αυτό του στέρησε τον παράδεισο, δηλαδή την αέναη και ζωοποιό παρουσία του Θεού και την κοινωνία των ακένωτων ευλογιών Του. Μέγα χάσμα ανοίχτηκε ανάμεσά τους (Εφ.2,13). Η αγία Γραφή αναφέρει συμβολικά πως οι πρωτόπλαστοι διώχτηκαν από τον κήπο της Εδέμ και δύο αγγελικά όντα τάχθηκαν να φυλάγουν με πύρινες ρομφαίες την πύλη του, για να μην μπορούν να την παραβιάσουν αυτοί. Το ατέλειωτο δράμα του ανθρωπίνου γένους άρχισε! Ο Αδάμ και η Εύα τότε κάθισαν απέναντι από τον κήπο της τρυφής και θρηνούσαν για το κακό που τους βρήκε. Αναλογίζονταν την πρότερη ευδαιμονία τους, την σύγκριναν με την τωρινή δυστυχία τους, προέβλεπαν το μέλλον ζοφερό και γι' αυτό έκλαιγαν γοερά. Τα καυτά τους δάκρυα πότιζαν την άνυδρη γη και οι σπαραχτικές κραυγές τους έσπαζαν την ηρεμία της έξω του παραδείσου ερήμου. Όμως δυστυχώς ο θρήνος των πρωτοπλάστων δεν ήταν αποτέλεσμα μεταμέλειας για την ανυπακοή και την ανταρσία τους κατά του Θεού. Δεν ήταν πράξη μετάνοιας και αίτημα συγνώμης προς το Θεό, αλλά ωφελιμιστικός σπαραγμός. Δε θρηνούσαν για τη χαμένη αθωότητα και αγιότητα, αλλά για τη χαμένη υλική ευμάρεια του παραδείσου. Ούτε ένας λόγος μετάνοιας δεν ακούστηκε από τα χείλη τους! Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε πως αν εκείνη την τραγική στιγμή οι προπάτορές μας μετανοούσαν ειλικρινά και ζητούσαν ταπεινά συγνώμη από τον απόλυτα φιλάνθρωπο Θεό, θα είχαν αποκατασταθεί στην πρότερη της πτώσεως κατάστασή τους. Η ενθύμηση του αδαμιαίου θρήνου αυτή την ημέρα υπήρξε επιβεβλημένη από την Εκκλησία μας. Από την επόμενη ημέρα αρχίζει η αυστηρή νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και ο σκληρός αγώνας κατά των ψυχοκτόνων παθών μας. Οι προπάτορές μας αποτελούν πολύ καλό παράδειγμα συνετισμού μας. Η λαιμαργία τους, να φάνε από τον καρπό του απαγορευμένου δένδρου της Εδέμ, τους οδήγησε στην απώλεια. Η πολύμορφη νηστεία η δική μας και η άσκηση των αρετών, μας φέρνει στην ουρανοδρόμο πορεία για να συναντήσουμε ξανά το Θεό. Ο θρήνος ο δικός μας δεν είναι (δεν θα πρέπει να είναι) ωφελιμιστικός, όπως των πρωτοπλάστων, αλλά οντολογική συντριβή και μετάνοια για την αμαρτωλότητά μας. Είναι το μόνο αντίδοτο για την ύβρη μας απέναντι στο Θεό και ο μόνος τρόπος της σωτηρίας μας. Η Εδέμ βρίσκεται δίπλα μας κλεισμένη. Ο φιλάνθρωπος Θεός μας έδωσε το κλειδί να ανοίξουμε τη θύρα και να εισέλθουμε, το οποίο είναι η ειλικρινής μετάνοιά μας. Ας είναι ζωντανό παράδειγμά μας ο μετανοών συσταυρούμενος με τον Κύριο ληστής, ο οποίος σύμφωνα με το θαυμάσιο επίγραμμα της υμνολογίας της Μ. Παρασκευής, άνοιξε τον παράδεισο «βαλών κλείδα το μνήσθητί μου».

( Ανωνύμου Μοναχού του Ξένου ).

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Κυριακή της κρίσεως - Εδώ είν' ο παράδεισος κι η κόλαση είναι εδώ



- Δάσκαλε, βρήκα μια απόδειξη ότι δεν υπάρχει κόλαση…!
Αυτό φώναζε θριαμβολογώντας ένας μαθητής του Βολταίρου, σε κείνον τον πανέξυπνο και βραχυκυκλωμένο στον εγωιστικό αυτοεγκλωβισμό του φιλόσοφο.
Εκείνος χωρίς καθόλου να γοητευτεί τον ρώτησε απλά:
- Πόσο καιρό χρειάστηκες;
- Δύο μήνες απάντησε ο… εξερευνητής.
Και τότε ο γέρο-Βολταίρος (το περιστατικό είναι στα τέλη της ζωής του) τον προσγείωσε ανωμάλως:
- Είσαι "ευτυχής"! 60 χρόνια προσπαθώ και ακόμα δεν βεβαιώθηκα.
Έχει δίκιο ο Βολταίρος. Τέτοια θέματα είναι θέματα ζωής. Συγχρόνως έχει άδικο ο Βολταίρος, επειδή δεν συνειδητοποίησε ότι είναι όρος απαράβατος, τέτοιες απορίες, να είναι υπαρξιακές αγωνίες και όχι απορίες του μυαλού! Όταν καταλαβαίνω ότι η απάντηση απαιτεί να πληρώσω ό,τι και αν κοστίζει, και ότι δεν είναι νοητό να μπαίνω στις κακομοίρικες λογικές: - Κάτι φθηνότερο δεν υπάρχει;
Όχι δεν υπάρχει κάτι φθηνότερο. Ο Θεός μας αξιολογεί όπως και όσο τον εαυτό του"Ἐγώ εἶπα Θεοί ἐστέ καί υἱοί ὑψίστου πάντες’’ (Ψαλμ. ). Δεν γίνεται όμως να γίνουμε ούτε και… θεοί, χωρίς την θέλησή μας αφού δεν υπάρχει υποχρεωτικό καλό! [Πάρα πολλοί άνθρωποι βλέπουν την παγκόσμια σύγχυση ως φανέρωση της ανυπαρξίας του Θεού και όχι ως αποτέλεσμα μιας ελευθερίας απαραίτητης και απαράβατης, που όμως η κακή της χρήση γεννάει χάος, ενώ η καλή της γεννάει… θεούς, που φτιάχνουν… κόσμο!].
Έρχεται σήμερα ο Χριστός (κατά Ματθαίον κεφ. 25) και το φως της παρουσίας Του κάνει κατάδηλα τα πράγματα, στις καρδιές των ανθρώπων, όπως ο πρωινός ήλιος διώχνει την οπτική σύγχυση εξαιτίας της ομίχλης των συνθηκών, και φανερώνει την πραγματικότητα στα μεγέθη και στις διαστάσεις που υπάρχουν. Στο σκοτάδι της ασάφιας (ομίχλη-νύχτα) συγχέονται στον βλέποντα, το ζώο με τον άνθρωπο, ο εχθρός με τον φίλο, η καλύβα με το ανάκτορο, το ίσιο με το στραβό, το φτηνό με το ποιοτικό, το καλό με το κακό, το δίκαιο με το άδικο, το υγιές με το άρρωστο… και πάει λέγοντας.
Ο ερχομός του Χριστού είναι η μεγαλύτερη και γλυκύτερη ελπίδα των χριστιανών. Είναι η προσδοκία των μελλόντων αγαθών. Είναι η παρηγοριά της ζεστασιάς που δημιουργεί η αγάπη.
Με όλο το κεφάλαιο 25 από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου ο Χριστός μας λέει:
Σχέση μαζί Μου, σχέση ευτυχίας για σας και για Μένα, δημιουργείται και υπάρχει μόνον αν μάθατε, ξέρετε, έχετε και εκδηλώνετε ΑΓΑΠΗ. Αγαπώ σημαίνει θυσιάζω. Θυσία σημαίνει προσφορά και κόπος. Προσφορά σημαίνει απροϋπόθετο δόσιμο και κόπος σημαίνει αγόγγυστη βοήθεια!
Και από τις δύο ομάδες ανθρώπων, (και από αυτούς που καλεί κοντά Του και αυτούς που αποδιώχνει) γυρεύει το ίδιο: Να αγαπούν. Τους λέει ότι είναι θάνατος η έλλειψη αγάπης. Είναι κόλαση ο αυτοεγκλεισμός σε μια εαυτουλίστικη αγωνία να εξασφαλιστώ. Τους λέει ότι κόλαση είναι να μη μπορείς να αγαπάς. Η όλη διαδικασία παρουσιάζεται πολλές φορές σαν δικαστήριο, όμως δεν είναι. Τι είναι; Καμίνι!! Δηλαδή; "Έλεγχος" προσωπικής ποιότητος! Τα μέταλλα μπαίνοντας στην φωτιά "αποδεικνύουν" την φύση τους. Τα "φτηνιάρικα" διαλύονται ενώ το χρυσάφι καθαρίζει. Η παρουσία του Χριστού θα είναι έλεγχος ποιότητος των δεδομένων μας.
Αν αγαπήσαμε την διδασκαλία Του και το θέλημά Του ως θεραπευτική αγωγή για την ύπαρξη μας και "μάθαμε" να αγαπάμε, τότε η παρουσία Του θα είναι "απέραντος ηδονή" δηλαδή ευτυχία, που δεν "τελειώνει". Αν όμως κλειστήκαμε στο κλουβί μας, προφασιζόμενοι την εξασφάλισή μας αφού… δεν Τον είδαμε και πώς να τον δεχτούμε σε ένα κόσμο παράλογο και γεμάτο αντιφάσεις (οι προφάσεις μας είναι αυτές) τότε η παρουσία Του θα είναι ενόχληση αφόρητη και "ανενόητος οδύνη" δυστυχία που κανείς δεν "φαντάζεται".
Οι άνθρωποι θέλοντας να υπεκφύγουμε τον κόπο του να μάθουμε να αγαπάμε, αυταπατόμαστε τραγουδώντας "εδώ είναι ο παράδεισος κι η κόλαση είναι εδώ" θέλοντας να πείσουμε τους εαυτούς μας για την "εξάντληση" και τον τελειωμό των πάντων στην βιολογική ζωή! Όμως και ο Χριστός "προσγειώνοντάς" μας, μας λέει ότι εδώ αρχίζει υπάρχει και γίνεται παράδεισος ή γίνεται κόλαση, η ζωή των ανθρώπων. Χωρίς να εξαντλούνται βέβαια στο εδώ. Εδώ μαθαίνουμε ή δεν μαθαίνουμε να αγαπάμε. Εδώ υπάρχουν οι συνθήκες "ελέγχου" του περιεχομένου της καρδιάς μας. Εδώ με τα ίδια δεδομένα και τις ίδιες συνθήκες άλλος κάνει την καρδιά "κερί" και άλλος "λάσπη"!! Όταν ο Ήλιος της Δικαιοσύνης θα ανατείλει, όπως και ο φυσικός ήλιος για τα υλικά, τότε των μεν (που είναι "κερί") οι καρδιές θα μαλακώσουν και θα είναι σε παραδεισένια κατάσταση, των άλλων δε (που είναι "λάσπη") θα πετρώσουν και θα είναι με το βίωμα της δυστυχίας της κόλασης.
Ο Θεός είναι μυστήριο απροσπέλαστο στον άνθρωπο. Γίνεται γνώριμος διά του προσώπου του Χριστού ο οποίος έγινε άνθρωπος και είναι Αυτός, που θα έρθει και θα καθίσει "ἐπί θρόνου δόξης" και θα "χωρίσει" τα "πρόβατα" από τα "κατσίκια". Δεν θα… φτιάξει πρόβατα και κατσίκια! Οι άνθρωποι υπάρχουμε στην κατάστασή μας από επιλογή όχι "προκαθορισμένοι". Είναι στρεβλή ερμηνεία να νομίζουμε ότι ο Χριστός κάποιους τους στέλνει στην κόλαση. Ο Χριστός αγαπάει το ίδιο όλα του τα κτίσματα. Αγαπά τον διάβολο και τους ανθρώπους (τον ληστή, τον Ιούδα, την Παναγία, τους Αγίους) με την ίδια ένταση αγάπης και είναι σε "επιθανάτια αγωνία για την σωτηρία μας, μέχρι την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας Του" (Πασκάλ). Η ανταπόκριση η δική μας, ποικίλει και διαφοροποιεί το αποτέλεσμα. Μόνοι μας πορευόμαστε είτε προς τον Χριστό είτε απομακρυνόμαστε από Αυτόν.
Στην δυσκολία να γίνουν αποδεκτά όλα τα παραπάνω οι άνθρωποι προφασιζόμαστε ο καθένας τις συνθήκες ζωής μας. Όμως οι συνθήκες λίγο πολύ είναι ίδιες. Μάλλον η χρήση των συνθηκών διαφοροποιεί το πράγμα. Στηρίζει ή ρημάζει την πίστη. Ο Χριστός στην διήγηση της συνάντησης μαζί Του "ζητάει" το ελάχιστο της αγάπης: Ένα ποτήρι νερό!! Θέλει να μας μάθει, ότι θα "πάρουμε" όσο δώσουμε!
Υπάρχει μια όμορφη ιστορία που περιγράφει το όλο θέμα πανέμορφα. Λέει ότι ένας άνθρωπος ζήτησε από τον Χριστό να του "δείξει" την κόλαση και τον παράδεισο και ο Χριστός "ενέδωσε" και έστειλε τον φύλακα άγγελο του ανθρώπου, να του τα "φανερώσει".
Ο άγγελος τον πήγε πρώτα στην κόλαση. Εκεί κάμποσοι άνθρωποι γύρω από ένα μεγάλο σκεύος γεμάτο φαγητό, έχοντας καθένας τους ένα ίσο με το μέγεθός του κουτάλι, προσπαθούσαν να… φάνε! Ήταν όμως αδύνατο!! Χτυπούσαν ό ένας του άλλου το "κουτάλι", το άδειαζαν, εκνευρίζονταν, διαμαρτυρόντουσαν για τους άλλους, δεν μπορούσαν να φάνε και ήταν … "κάτισχνοι".
Στην συνέχεια τον πήγε στον Παράδεισο. Και εκεί υπήρχε ένα μεγάλο σκεύος γεμάτο φαγητό, και πάλι καθένας τους είχε ένα ίσο με το μέγεθός του κουτάλι! Όμως καθένας αντί να κάνει τα πάντα για να "φάει ο ίδιος" με το κουτάλι του… τάιζε τον απέναντι! Κανένας δεν χτυπούσε κανέναν. Κανένας δεν εκνευριζόνταν. Κανένας δεν "τυρρανιόταν" σε μια εγωιστική ατελέσφορη προσπάθεια. Κανένας δεν έμενε νηστικός. Κανένας δεν ήταν κάτισχνος.
Αυτή η μικρή ιστορία περιγράφει, με την γοητεία παραμυθιού, την διδασκαλία της Εκκλησίας για ευτυχία και πληρότητα των ανθρώπων (όχι "κάτισχνοι", αλλά "χορτάτοι") με τον τρόπο ζωής του Χριστού: αγάπη και φροντίδα για τους άλλους. Μια τέτοια διαδρομή ζωής μας… συγγενεύει με τον Χριστό. Μας κάνει παιδιά του που Του μοιάζουμε. Μας δίνει μεγάλη χαρά στην προσδοκία της Δευτέρας Παρουσίας Του και της συνάντησης, όχι απλώς με κάποιον συγγενή, αλλά με τον Πατέρα μας την πηγή της ζωής μας και τον Δικαιότατο κριτή μας.
ΠΗΓΗ.ΕΝΟΡΙΑΚΟ.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)



Ένας άνθρωπος βάδιζε στο δάσος. Ήθελε να διαλέξει ένα καλό δέντρο, απ’ όπου θα έβγαζε δοκάρια για τη σκεπή του σπιτιού του. Εκεί είδε δύο δέντρα, το ένα δίπλα στο άλλο. Το ένα ήταν ίσιο, λείο και ψηλό, αλλά το εσωτερικό του, ο πυρήνας του, ήταν σάπιο. Το άλλο είχε ανώμαλη επιφάνεια κι ο κορμός του έδειχνε άσχημος. Το εσωτερικό του όμως ήταν γερό. Ο άνθρωπος αναστέναξε και είπε: «Σε τι μπορεί να μου χρησιμέψει το ψηλό και ίσιο αυτό δέντρο, αφού το μέσα του είναι σάπιο κι ακατάλληλο για δοκάρια; Το άλλο μοιάζει ανώμαλο, άσχημο, αλλά τουλάχιστο το μέσα του είναι γερό. Έτσι, αν καταβάλω λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια, μπορώ να το διαμορφώσω και να το χρησιμοποιήσω για δοκάρια στο σπίτι μου». Και χωρίς να το σκεφτεί περισσότερο, διάλεξε το δέντρο εκείνο, το γερό. Το ίδιο θα κάνει κι ο Θεός για να ξεχωρίσει δύο ανθρώπους που βρίσκονται μέσα στο ναό Του. Δε θα διαλέξει εκείνον που φαίνεται επιφανειακά δίκαιος, αλλά τον άλλον, εκείνον που η καρδιά του είναι γεμάτη με την αληθινή δικαιοσύνη του Θεού.

Οι υπερήφανοι έχουν τα μάτια τους διαρκώς υψωμένα προς το Θεό. Οι καρδιές τους όμως είναι κολλημένες στη γη. Αυτοί δεν ευαρεστούν στο Θεό. Ευάρεστοι στο Θεό είναι οι ταπεινοί άνθρωποι, οι πράοι, που έχουν τα μάτια τους χαμηλωμένα στη γη, μα οι καρδιές τους είναι γεμάτες ουρανό. Ο Δημιουργός προτιμά τους ανθρώπους που ομολογούν στο Θεό τις αμαρτίες τους, όχι τα καλά τους έργα.

Ο Θεός είναι γιατρός. Πλησιάζει στο κρεβάτι όπου κείτεται ο καθένας μας και ρωτάει: «Που πονάς;» Ο άνθρωπος που αξιοποιεί την παρουσία του γιατρού κοντά του και του φανερώνει όλους τους πόνους και τις αδυναμίες του, είναι σοφός. Εκείνος που κρύβει τις αμαρτίες του και καυχιέται μπροστά στο γιατρό πως είναι υγιής, είναι ανόητος. Λες κι ο γιατρός επισκέπτεται τον άνθρωπο για να δει πόσο καλά είναι κι όχι από τι πάσχει. Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος:

«Το ν’ αμαρτάνεις είναι κακό, όταν όμως το ομολογείς, μπορείς να λάβεις βοήθεια. Όταν όμως αμαρτάνεις και δεν το παραδέχεσαι, δεν υπάρχει ελπίδα να βοηθηθείς».

Γι’ αυτό ας γίνουμε σοφοί, συνετοί. Όταν στεκόμαστε για να προσευχηθούμε μπροστά στο Θεό, πρέπει να νιώθουμε πως βρισκόμαστε μπροστά στον πιο καλό και πιο ελεήμονα γιατρό. Εκείνος ρωτάει τον καθένα μας με αγάπη και μέριμνα: «Που πονάς;» Εμείς ας μην αμελήσουμε καθόλου να του αποκαλύψουμε την αρρώστια μας, να του φανερώσουμε τις πληγές και τις αμαρτίες μας.

***

Ο Κύριός μας Ιησούς μας μιλάει γι’ αυτά τα πράγματα στην παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Στο ευαγγέλιο διαβάζουμε πως ο Χριστός είπε την παραβολή αυτή «πρός τινας πεποιθότας εφ’ εαυτοίς ότι εισί δίκαιοι, και εξουθενούντας τους λοιπούς», προς εκείνους που είχαν την αλαζονική αυτοπεποίθηση πως είναι δίκαιοι και περιφρονούσαν τους άλλους. Μήπως κι εμείς συγκαταλεγόμαστε ανάμεσα σ’ εκείνους που ο Κύριος τους απηύθυνε την παραβολή αυτή;

Μην αντιδράς σ’ αυτά που σου λέω. Ομολόγησε καλύτερα την αρρώστια σου, ταπεινώσου γι’ αυτήν και πάρε το φάρμακο που σου δίνει ο πανεύσπλαχνος γιατρός. Σ’ ένα νοσοκομείο βρίσκονταν πολλοί άρρωστοι κρεβατωμένοι. Μερικοί είχαν πυρετό κι ανυπομονούσαν, περίμεναν με αγωνία πότε θά ‘ρθει ο γιατρός. Άλλοι έκοβαν βόλτες, γιατί νόμιζαν πως ήταν υγιείς και δεν είχαν ανάγκη το γιατρό. Ένα πρωινό ο γιατρός έκανε επίσκεψη στους αρρώστους. Μαζί του ήταν κι ένας φίλος του, που κρατούσε δώρα για να τους δώσει. Ο φίλος του γιατρού είδε εκείνους που υπόφεραν από πυρετό και τους λυπήθηκε.

– Θα γίνουν καλά; ρώτησε το γιατρό.

Εκείνος του ψιθύρισε στο αυτί:

– Αυτοί εδώ οι εμπύρετοι, ναι, μπορούν να γίνουν καλά. Το ίδιο κι οι άλλοι που κείτονται στα κρεβάτια τους. Αυτοί που κόβουν βόλτες όμως, όχι, δε γίνονται καλά. Αυτοί υποφέρουν από ανίατες αρρώστιες, έχει προχωρήσει η σήψη μέσα τους.

Ο φίλος του γιατρού έμεινε κατάπληκτος. Η έκπληξή του στρεφόταν προς δύο κατευθύνσεις: προς το μυστήριο που κρύβουν οι αρρώστιες και προς την οφθαλμαπάτη των ανθρώπων.

Φαντάσου τώρα πως είμαστε άρρωστοι στο νοσοκομείο του κόσμου. Η αρρώστια που έχει προσβάλει όλους μας έχει το ίδιο όνομα: αδικία. Η λέξη αυτή καλύπτει όλα τα πάθη, όλες τις επιθυμίες, όλες τις αμαρτίες και τις αδυναμίες που αγγίζουν την καρδιά, την ψυχή και το νου μας. Οι άρρωστοι χωρίζονται σε κατηγορίες. Μερικοί μόλις προσβλήθηκαν από την αρρώστια, άλλοι βρίσκονται σε προχωρημένη κατάσταση κι υπάρχουν κι αυτοί που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης. Τα χαρακτηριστικά των ασθενειών αυτών στον εσωτερικό άνθρωπο όμως είναι τέτοια, ώστε μόνο όσοι θεραπεύτηκαν μπορούν να κατανοήσουν πόσο σοβαρή ήταν η ασθένεια από την οποία είχαν προσβληθεί. Οι πιο σοβαρά άρρωστοι είναι κι αυτοί που έχουν λιγότερη επίγνωση της κατάστασής τους. Στις σωματικές αρρώστιες ο άνθρωπος που υποφέρει από ψηλό πυρετό δεν ξέρει τίποτα για τον εαυτό του ή για την αρρώστια του. Ούτε ο τρελός καταλαβαίνει την τρέλα του.

Εκείνοι που αρχίζουν να διαπράττουν ανομίες, για λίγο καιρό ντρέπονται γι’ αυτές. Όταν το κακό όμως συνεχίζεται, ο άνθρωπος συνηθίζει στην αμαρτία, που του γίνεται έξη και σιγά σιγά οδηγείται σε παραλήρημα και μέθη, φτάνει σε τέτοια κατάσταση, ώστε η ψυχή του γίνεται αναίσθητη και δεν καταλαβαίνει την αρρώστια της.

Φαντάσου τώρα ένα γιατρό να πηγαίνει σε νοσοκομείο και να ρωτάει: «Τι έχετε; Από τι υποφέρετε;» Εκείνοι που η αρρώστια τους βρίσκεται στο πρώτο στάδιο ντρέπονται να παραδεχτούν πως είναι άρρωστοι κι απαντούν: «Τίποτα». Οι άλλοι που η αρρώστια τους βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο εκνευρίζονται με την ερώτηση κι όχι μόνο απαντούν «δεν έχουμε τίποτα», αλλ’ αρχίζουν και να καυχιούνται πως είναι υγιείς. Μόνο αυτοί που βρίσκονται στο στάδιο της θεραπείας αναστενάζουν κι απαντούν στο γιατρό: «Απ’ όλα υποφέρουμε. Λυπήσου μας και βοήθησέ μας».

Γράφει ο Τερτυλλιανός σε μια ομιλία του «Περί μετανοίας»: «Αν ντρέπεσαι να ομολογήσεις τις αμαρτίες σου, σκέψου τη φωτιά της κόλασης, που μόνο η εξομολόγηση μπορεί να σβήσει».

Αναλογίσου όλ’ αυτά λοιπόν, άκουσε την παραβολή του Χριστού και σκέψου πόσο αφορά και σένα. Αν κραυγάσεις με έκπληξη πως «η παραβολή αυτή δε με αφορά», σημαίνει πως έχεις προσβληθεί από την (πνευματική) ασθένεια που ονομάζεται ανομία ή αδικία. Αν διαμαρτυρηθείς και πεις πως «εγώ είμαι δίκαιος, η παραβολή αυτή αφορά τους αμαρτωλούς γύρω μου», σημαίνει πως η αρρώστια έχει προχωρήσει πολύ. Αν όμως χτυπήσεις το στήθος σου με μετάνοια και πεις «αλήθεια είναι. Είμαι άρρωστος, έχω ανάγκη από γιατρό», σημαίνει πως βρίσκεσαι σε καλό δρόμο για να θεραπευτείς. Τότε μη φοβασαι. Θα γίνεις καλά.

***

«Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος τελώνης». Δυο άνθρωποι, δυο αμαρτωλοί, ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. Δυο άνθρωποι, δυο αμαρτωλοί, με τη διαφορά πως ο Φαρισαίος δεν έβλεπε τον εαυτό του σαν αμαρτωλό, ενώ ο τελώνης το παραδεχόταν. Ο Φαρισαίος ανήκε στην υψηλότερη κοινωνική τάξη της εποχής, ο τελώνης στην πιο περιφρονημένη.

«Ο Φαρισαίος σταθείς προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο· Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης· νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι». Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά, για να προκαλεί εντύπωση, κι έλεγε τα εξής λόγια στην προσευχή του: Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ γιατί δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη. Εγώ τηρώ κατά γράμμα το νόμο, νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα και δίνω ελεημοσύνη το ένα δέκατο απ’ όλα όσα κερδίζω.

Ο Φαρισαίος στάθηκε μπροστά ακριβώς από το ιερό. Ήταν συνήθεια των Φαρισαίων να κάθονται στην πρώτη θέση. Το ότι ο Φαρισαίος καθόταν στην πρώτη θέση, φαίνεται κι από το γεγονός πως ο τελώνης έστεκε «μακρόθεν». Η υπερηφάνεια του Φαρισαίου κι η σιγουριά του πως ήταν δίκαιος, δηλαδή πνευματικά υγιής, ήταν τέτοια, ώστε δεν απαίτησε την πρώτη θέση μόνο από τους ανθρώπους, για να τον βλέπουν όλοι, αλλά κι από το Θεό. Την απαιτούσε όχι μόνο όταν συμμετείχε σε γεύματα και σε συναθροίσεις, μα ακόμα και στο ναό, την ώρα της προσευχής. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να δείξει πόσο άρρωστος ήταν πνευματικά ο Φαρισαίος, πόσο η αρρώστια της αδικίας και της αλαζονείας τον είχαν διαφθείρει.

Γιατί λέει προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο; Γιατί δεν προσευχόταν δυνατά; Επειδή ο Θεός ακούει πιο προσεχτικά αυτά που η καρδιά λέει, όχι όσα προφέρουν τα χείλη. Αυτά που σκέφτεται κι αυτά που αισθάνεται ο άνθρωπος την ώρα που προσεύχεται έχουν περισσότερη σημασία για το Θεό από τα λόγια που προφέρει η γλώσσα. Η γλώσσα μπορεί να εξαπατήσει, η καρδιά όμως όχι. Αυτή φανερώνει καθαρά πώς είναι ο άνθρωπος μέσα του, αν είναι μαύρος ή άσπρος, αν είναι ειλικρινής ή υποκριτής.

Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων. Ένας αμαρτωλός άνθρωπος τολμά να το πει αυτό στην εκκλησία, μπροστά στο Θεό! Τι είναι η Εκκλησία; Δεν είναι ο χώρος όπου οι άρρωστοι συναντούν το γιατρό τους; Εκείνοι που είναι άρρωστοι πνευματικά, αμαρτωλοί, πηγαίνουν εκεί για να εξομολογηθούν την αρρώστια τους στο Θεό, το γιατρό. Ν’ αναζητήσουν τη θεραπεία τους από Εκείνον που είναι ο αληθινός γιατρός για όλες τις αρρώστιες, για όλα τα βάσανα των ανθρώπων, που είναι ο χορηγός όλων των αγαθών.

Στο νοσοκομείο δεν πηγαίνουν οι υγιείς, για να καυχηθούν στο γιατρό πόσο καλή υγεία έχουν. Ο Φαρισαίος αυτός όμως δεν πήγε στο ναό απόλυτα υγιής ψυχικά, για να κομπάσει για την υγεία του. Αυτός ήταν σοβαρά άρρωστος, υπόφερε από την αρρώστια της αδικίας και της αλαζονείας. Στον πυρετό της αρρώστιας του αυτής όμως δεν καταλάβαινε πόσο σοβαρά άρρωστος ήταν.

Κάποτε επισκέφτηκα ένα ψυχιατρείο. Ο γιατρός με οδήγησε μπροστά από ένα συρμάτινο πλέγμα, κατά μήκος του δωματίου του πιο σοβαρά άρρωστου από τους ασθενείς του. «Πώς αισθάνεσαι;», τον ρώτησα. Κι εκείνος μου απάντησε αμέσως: «Πώς νομίζεις ότι μπορώ να αισθάνομαι, ανάμεσα σ’ όλους αυτούς τους τρελούς;».

Τι έλεγε ο Φαρισαίος; Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων. Στην πραγματικότητα δεν ευχαριστεί το Θεό επειδή αναγνωρίζει ότι σ’ Εκείνον οφείλεται το ότι δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους. Όχι. Τα λόγια, Ο Θεός, ευχαριστώ σοι, δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα θαυμασμό, μια αυτοεγκωμιαστική προσέγγισή του στο Θεό, ώστε Εκείνος ν’ ακούσει την κομπορρημοσύνη του. Απ’ όλα όσα λέει, προκύπτει πως δεν ευχαριστεί το Θεό για τίποτα. Αντίθετα, βλασφημεί το Θεό, με το να βλασφημεί όλη την υπόλοιπη δημιουργία Του. Για τίποτα δεν ευχαριστεί το Θεό. Όσα λέει για τον εαυτό του τ’ αποδίδει σε δικές του ενέργειες, στα κατορθώματα που μόνος αυτός πέτυχε, χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Δε θα πει σε καμιά περίπτωση πως δεν είναι άρπαγας, άδικος, μοιχός ή τελώνης επειδή ο Θεός τον προφύλαξε από τις αμαρτίες και τα πάθη αυτά με τη δύναμη και το έλεός Του. Είναι αυτός που είναι, επειδή ο ίδιος αποτιμά έτσι τον εαυτό του, δηλαδή έναν άξιο άνθρωπο με εξαιρετικό χαρακτήρα, που δεν έχει το ταίρι του σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αυτός ο εξαιρετικός χαρακτήρας κάνει προσπάθειες και θυσίες για να διατηρηθεί στο υψηλό αυτό επίπεδο, ψηλότερα απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους. Αυτό θέλει να πει όταν κομπάζει πως νηστεύει δυο φορές την εβδομάδα και δίνει το δέκατο απ’ όλα όσα κερδίζει.

Πόσο εύκολο τρόπο διάλεξε για να σωθεί ο Φαρισαίος! Ευκολότερο κι από τον πιο εύκολο τρόπο που οδηγεί στην καταστροφή! Απ’ όλες τις εντολές που έδωσε ο Θεός στους ανθρώπους, μέσω του Μωυσή, αυτός διάλεξε τις δυο ευκολότερες. Στην πραγματικότητα όμως δεν τηρεί καμιά. Ο Θεός δεν έδωσε τις δυο αυτές εντολές επειδή ο ίδιος είχε ανάγκη να νηστεύουν και να δίνουν το δέκατο της περιουσίας τους οι άνθρωποι. Αυτό είναι το μόνο που δε χρειάζεται ο Θεός. Δεν έδωσε τις εντολές αυτές στους ανθρώπους σαν αυτοσκοπό, αλλά – όπως και τις άλλες εντολές- για να καρποφορήσουν στην ταπείνωση, στην υπακοή στο Θεό, στην αγάπη για Εκείνον και για τον άνθρωπο.

Με λίγα λόγια, τις εντολές ο Θεός τις έδωσε για να διεγείρουν, να μαλακώσουν και να φωτίσουν τις καρδιές των ανθρώπων. Ο Φαρισαίος τηρούσε τις εντολές χωρίς σκοπό. Νήστευε κι έδινε το δέκατο της περιουσίας του αλλά μισούσε τους άλλους, τους περιφρονούσε, στάθηκε με αλαζονεία μπροστά στο Θεό. Παρέμεινε ένα άκαρπο δέντρο. Ο καρπός δεν έγκειται στη νηστεία, αλλά στην καρδιά. Ο καρπός δεν προκύπτει από τη συγκεκριμένη εντολή αλλ’ από την καρδιά. Όλες οι εντολές κι όλοι οι νόμοι υπάρχουν για να βελτιώνουν την καρδιά. Να τη θερμαίνουν, να τη φωτίζουν, να την ποτίζουν, να την περιχαρακώνουν, να τη σπέρνουν, να την καλλιεργούν. Κι όλ’ αυτά μόνο και μόνο για να καρποφορήσει ο αγρός της καρδιάς, ν’ αναπτυχθεί και να ωριμάσει ο καρπός.

Όλα τα καλά έργα είναι μέσα, δεν είναι σκοπός· είναι η μέθοδος, όχι ο καρπός. Σκοπός είναι η καρδιά που φέρει τον καρπό.

Ο Φαρισαίος με την προσευχή του δεν πέτυχε τον επιδιωκόμενο σκοπό. Δεν αποκάλυψε το κάλλος της ψυχής του, αλλά την ασχήμια της. Δε φανέρωσε την υγεία του, αλλά την αρρώστια. Ο Χριστός θέλησε με την παραβολή αυτή να μας δείξει πως, όχι μόνο ο συγκεκριμένος Φαρισαίος, αλλά το σύνολο των Φαρισαίων εκείνη την εποχή ήθελε να εξουσιάζει τον ισραηλιτικό λαό. Θέλησε με την παραβολή Του ο Κύριος να μας δείξει πως η διεστραμένη ευσέβεια κι ο πλανεμένος φαρισαϊσμός ανήκουν και σε μας, σε όλες τις γενιές των χριστιανών μέχρι τις μέρες μας. Δεν υπάρχουν σήμερα ανάμεσά μας χριστιανοί που προσεύχονται στο Θεό με τον ίδιο τρόπο, όπως ο Φαρισαίος; Δεν είναι πολλοί αυτοί που αρχίζουν την προσευχή τους με κατηγορίες και μομφές κατά του πλησίον τους και τελειώνουν με αυτοεγκωμιασμούς; Δεν είναι πολλοί εκείνοι που στέκονται μπροστά στο Θεό ως δανειστές μπροστά στον οφειλέτη τους; Δε λένε πολλοί από μας, «Θεέ μου, εγώ νηστεύω, πηγαίνω στην εκκλησία, πληρώνω τους φόρους μου, κάνω δωρεές στην εκκλησία· δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους εγώ, σαν τους άρπαγες και τους συκοφάντες, σαν τους άπιστους και τους μοιχούς. Αυτοί με στενοχωρούν εμένα. Εσύ, τι κάνεις, Θεέ μου; Γιατί δεν τους αφανίζεις αυτούς, γιατί δεν επιβραβεύεις εμένα για όλ’ αυτά που κάνω για Σένα; Δε βλέπεις, Θεέ, πόσο αγνή είναι η καρδιά μου, πόσο υγιής είναι η ψυχή μου;».

Πρέπει να ξέρεις πως, όπως λέει ο όσιος Μάξιμος, «ο Θεός δεν μπορεί να σε εξαπατήσει, μα ούτε και συ Εκείνον. Όλοι κάνουν το σταυρό τους, μα δεν προσεύχονται όλοι». Ο Φαρισαίος είναι «Αβραάμ ως προς τη γενειάδα του, μα Χαμ ως προς τα έργα του».

Μ’ αυτόν τον τρόπο μιλάνε οι Φαρισαίοι. Κι ο Θεός τους ακούει και τους στέλνει πίσω κενούς, άδειους. Τους απαντά: «Δεν αναγνωρίζω την περιγραφή που κάνετε στον εαυτό σας». Στην τελική κρίση θα τους πει: «Ουκ οίδα υμάς». Δεν σας ξέρω. Ο Θεός δεν αναγνωρίζει τους φίλους Του από τα λόγια τους, αλλ’ από τις καρδιές τους. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δεν εκτιμά τη συκιά από τα φύλλα της, αλλ’ από τους καρπούς της.

***

Πώς θά ‘πρεπε να προσευχηθεί ένας αληθινός άνθρωπος της προσευχής; Ιδού, πώς: «Και ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ’ έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων· ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Ο τελώνης έστεκε μακριά από το θυσιαστήριο και δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει προς τον ουρανό, αλλά χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε: Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ελέησέ με τον αμαρτωλό.

Ο πραγματικός άνθρωπος της προσευχής δεν πηγαίνει μπροστά, στην πρώτη θέση μέσα στην εκκλησία. Τι ανάγκη έχει να το κάνει αυτό; Ο Θεός τον βλέπει και στο πίσω μέρος της εκκλησίας το ίδιο, όπως κι αν στεκόταν μπροστά. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής βρίσκεται πάντα σε πραγματική μετάνοια. «Η μετάνοια του ανθρώπου είναι πανηγύρι για το Θεό», λέει ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος. Ο ταπεινός άνθρωπος στέκεται μακριά. Νιώθει τη μηδαμινότητά του ενώπιον του Θεού, γεμίζει με ταπείνωση μπροστά στη μεγαλοσύνη Του. Ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο «μείζων εν γεννητοίς γυναικών», ομολόγησε έμφοβος όταν τον πλησίασε ο Χριστός: «Ουκ ειμί ικανός κύψας λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού» (Μάρκ. α’ 7). Η αμαρτωλή γυναίκα έπλυνε τα πόδια του Χριστού με τα δάκρυά της. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής είναι πολύ ταπεινός, νιώθει ευτυχής μόνο από το γεγονός ότι ο Θεός του επιτρέπει να πλησιάσει στα πόδια Του.

Ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι. Γιατί; Τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Τις ψυχικές αμαρτίες μπορείς να τις διαβάσεις στα μάτια. Δεν διαπιστώνεις κάθε μέρα πως, όταν ένας άνθρωπος αμαρτάνει, χαμηλώνει τα μάτια του μπροστά στους άλλους; Πώς θα μπορούσαν τα μάτια ενός αμαρτωλού να μη χαμηλώσουν ενώπιον του Θεού, του παντογνώστη; Κάθε αμαρτία που διαπράττεται μπροστά στους ανθρώπους, διαπράττεται κι ενώπιον του Θεού. Δεν υπάρχει αμαρτία στη γη που να παραμείνει απαρατήρητη από το Θεό. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής το γνωρίζει αυτό και γι’ αυτό ταπεινώνεται βαθιά, στέκεται με ντροπή μπροστά στο Θεό. Γι’ αυτό και η παραβολή λέει, ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι.

Αλλά γιατί χτυπούσε το στήθος του; Για να δείξει μ’ αυτόν τον τρόπο πως το σώμα είναι το όργανο με το οποίο αμαρτάνει ο άνθρωπος. Οι σωματικές επιθυμίες οδηγούν τον άνθρωπο στις μεγαλύτερες αμαρτίες. Η λαιμαργία οδηγεί στη λαγνεία. Η λαγνεία οδηγεί στην οργή κι αυτή στο φόνο. Η σωματική ψύχωση χωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό, τον εξασθενίζει και σκοτώνει τον θεϊκό ηρωισμό που ενυπάρχει στον άνθρωπο. Αυτός είναι ο λόγος που ο τελώνης χτυπάει το σώμα του. Ξέρει καλά την αμαρτία του, την ταπείνωσή του και την ντροπή που πρέπει να νιώθει μπροστά στο Θεό.

Γιατί όμως χτυπάει κυρίως το στήθος του κι όχι το κεφάλι του ή τα χέρια του; Επειδή η καρδιά βρίσκεται στο στήθος. Κι η καρδιά είναι πηγή κάθε αμαρτίας και κάθε αρετής. Είπε ο ίδιος ο Κύριος: «το εκ του ανθρώπου εκπορευόμενον, εκείνο κοινοί τον άνθρωπον, έσωθεν γαρ εκ της καρδίας των ανθρώπων οι διαλογισμοί οι κακοί εκπορεύονται, μοιχείαι, πορνείαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ασέλγεια, οφθαλμός πονηρός, βλασφημία, υπερηφανία, αφροσύνη· πάντα ταύτα τα πονηρά έσωθεν εκπορεύεται και κοινοί τον άνθρωπον» (Μάρκ. ζ’ 20-23). Γι’ αυτό ο τελώνης χτυπούσε το στήθος του.

Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ελέησέ με τον αμαρτωλό. Αυτά έλεγε ο τελώνης. Δεν απαριθμούσε ούτε τα καλά του έργα ούτε τα κακά. Ο Θεός τα γνωρίζει όλα. Κι ο Θεός δεν επιθυμεί την απαρίθμηση των αμαρτιών, αλλά την ταπείνωση και τη μετάνοια για όλ’ αυτά. Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ.

Τα λόγια αυτά τα λένε όλα. Θεέ μου, Εσύ είσαι ο γιατρός κι εγώ ο άρρωστος. Μόνο Εσύ μπορείς να με θεραπεύσεις, σε Σένα μόνο ανήκω. Ο γιατρός είσαι Εσύ, θεραπεία είναι το έλεός Σου. Λέγοντας ο άρρωστος, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ, είναι σα να λέει με ειλικρινή μετάνοια: «Γιατρέ, δώσε τη θεραπεία σε μένα τον άρρωστο. Κανένας άλλος στον κόσμο δεν μπορεί να με θεραπεύσει παρά μόνο Εσύ, Θεέ μου. «Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα» (Ψαλμ. ν’ 6). Από τους ανθρώπους δεν υπάρχει βοήθεια για μένα, όσο δίκαιοι κι αν είναι αυτοί. Μόνο Εσύ μπορείς να με βοηθήσεις. Τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να με βοηθήσει. Ούτε η νηστεία μου, ούτε το δέκατο της περιουσίας μου που δίνω ούτε όλα τα καλά μου έργα. Μόνο το ελεός Σου μπορεί να γειάνει τις πληγές μου σαν φάρμακο σωστικό. Ο έπαινος των ανθρώπων δεν μπορεί να θεραπεύσει τα τραύματά μου, μάλλον τα χειροτερεύει. Εσύ μόνο γνωρίζεις την αρρώστια μου κι Εσύ έχεις και τη θεραπεία. Είναι άσκοπο για μένα να πάω οπουδήποτε αλλού ή να προσευχηθώ σε οποιονδήποτε άλλον. Αν Εσύ με απορρίψεις, ο κόσμος ολόκληρος δεν μπορεί να με συγκρατήσει από την καταστροφή. Εσύ, μόνο Εσύ, Κύριε, μπορείς, αν το θέλεις. Θεέ μου, συχώρεσέ με, σώσε με. Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ.

***

Τι λέει ο Κύριος τώρα, πώς απαντάει σ’ αυτού του είδους την προσευχή; «Λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού ή γαρ εκείνος» (Λουκ. ιη’ 14). Σε ποιον απευθύνει τα λόγια αυτά ο Κύριος; Σε όλους εμάς, που νομίζουμε πως είμαστε δίκαιοι. Ο τελώνης είναι αυτός που γύρισε στο σπίτι του δικαιωμένος, όχι ο Φαρισαίος. Ο άνθρωπος που ομολογεί με ταπείνωση τις αμαρτίες του γυρίζει στο σπίτι του δικαιωμένος, όχι ο άδικος και αλαζόνας. Ο ταπεινός και μετανιωμένος άνθρωπος δικαιώνεται, όχι ο αυθάδης, ο ματαιόδοξος και υπερήφανος. Ο γιατρός ελεεί και θεραπεύει τον άρρωστο που ομολογεί την αρρώστια του κι αναζητά θεραπεία, ενώ στέλνει άδειο στο σπίτι του εκείνον που επισκέπτεται το γιατρό για να κομπάσει πως είναι υγιής.

Ο Κύριος τελειώνει τη θαυμάσια παραβολή Του με την εξής διδαχή: «ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. ιη’14). Ποιος είναι ο υψών εαυτόν και ποιος ο ταπεινών; Κανένας δεν μπορεί να υψωθεί ούτε όσο το φάρδος μιας τρίχας, αν ο Θεός δεν τον σηκώσει. Εδώ όμως εννοεί εκείνον που νομίζει πως υψώνεται με το να σπεύδει να καταλάβει την πρώτη θέση, μπροστά σε Θεό και ανθρώπους· εκείνον που κομπάζει για τα καλά του έργα· εκείνον που υπερηφανεύεται ακόμα και μπροστά στο Θεό· αυτόν που ταπεινώνει και περιφρονεί τους άλλους, ώστε ο ίδιος να φαίνεται ανώτερος. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, εκείνοι που πιστεύουν πως υψώνονται, στην ουσία ταπεινώνονται. Όσο ανώτεροι φαντάζουν στα δικά τους τα μάτια ή και στα μάτια των άλλων, τόσο μικρότεροι φαίνονται στα μάτια του Θεού. Τέτοιους ανθρώπους θα τους ταπεινώσει ο Θεός. Κάποια μέρα θα τους κάνει να νιώσουν την ταπείνωση αυτή. «Ωσότου ο άνθρωπος αποκτήσει ταπείνωση, δε θα λάβει την ανταπόδοση των έργων του. Η ανταπόδοση δεν δίδεται για τα έργα αλλά για την ταπείνωση», λέει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος (Λόγος λδ’).

Ποιος είναι αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του; Όχι βέβαια εκείνος που προσπαθεί να φαίνεται ταπεινότερος, μα εκείνος που βλέπει την ταπεινότητά του επειδή είναι αμαρτωλός. Ο Θεός δεν απαιτεί άλλη ταπείνωση από μας, παρά μόνο την αίσθηση και την ομολογία της αμαρτωλότητάς μας. Ο άνθρωπος που αισθάνεται κι ομολογεί το βάθος όπου τον βύθισε η αμαρτία, είναι αδύνατο να βυθιστεί περισσότερο. Η αμαρτία μας τραβάει πάντα χαμηλά, στο βάθος της καταστροφής, πιο βαθιά απ’ ό,τι μπορούμε να φανταστούμε. Λέει ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: «Ο ταπεινός άνθρωπος δεν πέφτει ποτέ. Πού μπορεί να πέσει, αφού βρίσκεται πιο χαμηλά απ’ όλους; Η ματαιότητα είναι μεγάλη αισχύνη, ενώ η ταπείνωση είναι ύψος μεγάλο, τιμή και αξία» (Ομιλ. 19).

Με λίγα λόγια: Εκείνος που ενεργεί όπως ο τελώνης, τιμάται. Ο πρώτος (ο Φαρισαίος) δεν μπορεί να θεραπευτεί, γιατί δε βλέπει πως είναι άρρωστος. Ο δεύτερος (ο τελώνης) είναι άρρωστος, αλλά βρίσκεται στο στάδιο της θεραπείας επειδή γνωρίζει την αρρώστια του, παρακολουθείται από το γιατρό και κάνει τη θεραπεία του. Ο πρώτος είναι σαν το λείο και ψηλό δέντρο που μέσα του όμως είναι σάπιο και γι’ αυτό άχρηστο στον οικοδεσπότη. Ο δεύτερος είναι σαν το δέντρο που έχει ανώμαλη επιφάνεια κι ο κορμός του είναι στραβός, μα ο οικοδεσπότης το κατεργάζεται, φτιάχνει δοκάρια και τα χρησιμοποιεί για το σπίτι του.

Ο Θεός να ελεήσει όλους τους αμαρτωλούς που μετανοούν, να θεραπεύσει από την αρρώστια της αμαρτίας όλους αυτούς που προσεύχονται με φόβο και δοξάζουν τον πανεύσπλαχνο Πατέρα, τον μονογενή Του Υιό και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)

Συνιστούμε ανεπιφύλακτα στους επισκέπτες της ιστοσελίδος μας το εξαιρετικό βιβλίο με τις ομιλίες του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς:




Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

cf87cf81ceb9cf83cf84cf8ccf82-cf84ceb5cebbcf8ecebdcebfcf85-cebaceb1ceb9-cf86ceb1cf81ceb9cf83ceb1ceafcebfcf851«Της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα.»
15ταν οι πολυάριθμοι ασκητές στο βουνό του Μ. Αντωνίου έμαθαν πως ο αββάς Σισώης ήταν στα τελευταία του, μαζεύτηκαν στην καλύβα του για να πάρουν την ευχή του. Η εκτίμηση τους γι’ αυτόν δεν είχε όρια. Τον έλεγαν «διαμάντι της ερήμου» και πολύ δίκαια. Σαν ένιωσε γύρω του τους συνασκητές του, τα χείλη του σάλεψαν, κάτι θέλησε να πει…. Όλοι δακρυσμένοι περίμεναν ν’ ακούσουν τα τελευταία λόγια ενός μεγάλου αγίου και να τα φυλάξουν σαν ιερή παρακαταθήκη. Σε μια στιγμή το πρόσωπο του ετοιμοθάνατου έλαμψε καθώς ψιθύριζε κάποια λόγια. Τα χείλη του σάλευαν ακόμη, λες και κουβέντιαζε με όντα που μόνο εκείνος έβλεπε.

-Με ποιον συνομιλείς, πάτερ; ρώτησαν οι γεροντότεροι από τους συνασκητές του. 
-Οι άγιοι άγγελοι θέλουν να με πάρουν και τους παρακαλώ να με αφήσουν ακόμη να μετανοήσω, είπε με κόπο και δυο δάκρυα κύλησαν πίσω από τα πεσμένα βλέφαρα του . 
-Δεν έχεις ανάγκη από μετάνοια, μακάριε Σισώη! Εσύ μετανοούσες σ’ όλη σου τη ζωή, του αποκρίθηκαν οι πατέρες θαυμάζοντας την ταπεινοφροσύνη του. 
-Δεν ξέρω, αδελφοί μου, αν άρχισα  ακόμη να μετανοώ. Ήταν τα τελευταία του λόγια…
Καθώς ακούμε, Αγαπητοί μου, σήμερα «Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου», να παιανίζεται, στην απανταχού Ορθοδοξία, ο παιάνας της μετανοίας, ο νους μας τρέχει στην καταπληκτική αυτή ιστορία που βρίσκεται στο Γεροντικό και φυσικά, συναρπάζει τις διψασμένες ψυχές. Πράγματι ο κάθε καλοπροαίρετος μπορεί να συγκρίνει τη μετάνοια του μεγάλου αυτού ασκητού, με την δική μας μετάνοια και να την αντιπαραβάλει με την κατάνυκτικότατη αυτή Εκκλησιαστική περίοδο, που από σήμερα αρχίζει, και είναι η κατεξοχήν περίοδος μετανοίας, της Εκκλησίας μας . 
Καιρός, λοιπόν, μετανοίας και πάλι. Καιρός επιστροφής, καιρός αυτογνωσίας, καιρός ανανήψεως. «Το πρόθυμο πνεύμα του πιστού, λέει ένα τροπάριο του Όρθρου, ξαγρυπνά στον Ναό του Θεού, φέροντας μαζί του τον λερωμένο από την αμαρτία Ναό του σώματος, και παρακαλεί να του ανοίξει ο Θεός τη θύρα της μετανοίας. Στον άγιο Ναό του Θεού έχουν θέση μόνο οι καθαροί, αυτός είναι ακάθαρτος, αλλά ελπίζει στο έλεος του Θεού και στην καθαρτική δύναμη της χάριτος του».
Εκεί ο ταλαίπωρος αμαρτωλός, αναμετρώντας «τα πλήθη των πεπραγμένων του δεινών» τρέμει, γιατί επίκειται η φοβερά ημέρα της κρίσεως. Όμως γεμάτος θάρρος και ελπίζοντας στο έλεος του Θεού, σαν τον μετανοιωμένο Δαβίδ, αναφωνεί μέσα απ’ τα βάθη της καρδιάς του : «Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα Σου έλεος». 
Και ενώ η Εκκλησία μας, ως φιλόστοργη μητέρα, μας καλεί και πάλι να επανεξετάσουμε τον εαυτό μας και να πάρουμε απόφαση επιστροφής στην περιοχή της χάριτος από όπου αποσκιρτήσαμε. Ενώ μας δείχνει σε τι ύποπτα και καταστροφικά μονοπάτια μας οδηγεί η αποστασία και το «ίδιον θέλημα». Ενώ εμείς συνεχίζουμε να κωφεύουμε και να πορευόμαστε σε τοπία ομιχλώδη, παραμένοντας στα ίδια, χωρίς καμία διάθεση μετάνοιας και προσωπικής αλλαγής, δύο εικόνες αντιπαραβάλλονται σήμερα μπροστά μας: 
Η πρώτη είναι του οσίου Σισώη. Άνθρωπος αγώνα, μετάνοιας, προσευχής, αγιότητας. Διαμάντι της ερήμου. Παρ’ όλα αυτά, παρά του ότι όλη του η ζωή ήτανε μία συνεχής μετάνοια ,όταν ήρθε η ώρα της κοιμήσεως του , ζητούσε ακόμα χρόνο για να μετανοήσει . 
Στο αντίθετο άκρο μας οδηγεί η δεύτερη εικόνα, η εικόνα της κοινωνίας μας. Η εικόνα του ανθρώπου που θεοποιήθηκε και έγινε αντικείμενο λατρείας. Του ανθρώπου που έκανε τη ζωή του πύργο της Βαβέλ και ένιωσε ότι είναι αυτάρκης και δυνατός. Είναι ο άνθρωπος ο οποίος περιορίζεται στα στενά όρια του εαυτού του, κλείνεται μυωπικά στο κέλυφος του εγωϊσμού του και αδυνατεί να δει και να επικοινωνήσει με τον «άλλον». Είναι αυτός που απομακρύνθηκε από τον Θεό, αφού έκανε Θεό τον εαυτό του, και πάντα προσβλέπει με ιδιοτέλεια και καχυποψία προς τον πλησίον. Είναι ο Φαρισαίος ο οποίος βλέπει όλους τους άλλους «σαν σκουλήκια» και χωρίς καμία ενοχή, χωρίς αυτογνωσία, αισθάνεται καθαρός  και αγνός. 
Πώς λοιπόν να μετανοήσει ένας τέτοιος άνθρωπος; Πώς να χαμηλώσει λίγο το ανάστημά του; Πώς να κλάψει; Πώς να χτυπήσει το στήθος και να πει: « Θεέ μου συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό;» 
H περίοδος του Τριωδίου και κυρίως η Μ. Τεσσαρακοστή, είναι η περίοδος όπου καλούμαστε σε μία επανεξέταση και συγχρόνως επαναδιοργάνωση του εαυτού μας. Είναι ο Εκκλησιαστικός χρόνος ο οποίος προσφέρεται για μία εντονότερη άσκηση του πιστού και αγωνιστού χριστιανού, για να πορευθούμε προς την τελείωση και την κατά χάριν Θέωση. Είναι το στάδιο της αθλήσεως όπου μέσα από μία εσωτερική αλλαγή και πνευματικό αγώνα θα συνειδητοποιήσουμε ότι βρισκόμαστε σε πνευματική εξορία και «εν μετανοία», με καινούρια μυαλά, με καινούριες αποφάσεις, με καινούριες επιθυμίες και προοπτικές θα επιδιώξουμε τη συνάντησή μας με τον Αναστημένο Χριστό . 
Ο Φαρισαίος πρότυπο και ίνδαλμα της εγωκεντρικής κοινωνίας μας, είναι ο τύπος που μας οδηγεί σε άγνωστα και επικίνδυνα μονοπάτια. Χτίζει απόρθητα φρούρια γύρω μας ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα επικοινωνίας με τον πλησίον μας, ενώ συγχρόνως μας στερεί τη χαρά της ουράνιας Βασιλείας . 
Ο Τελώνης, είναι η χειροπιαστή,  η προσωποποιημένη μετάνοια. Είναι αυτός ο οποίος δεν εξάντλησε τη μετάνοιά του σε κάποιες βελτιώσεις συμπεριφοράς, ή σε τύπους και σχήματα εξωτερικά, αλλά προχώρησε σε μία βαθύτερη και καθολική αλλαγή της ζωής του. Δεν αρκέστηκε σε μία προσωρινή συντριβή έστω και λύπη, από τη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του, αλλά φρόντισε για μία μόνιμη πνευματική κατάσταση και σταθερή πορεία προς τον Θεό. 
Αυτό είναι μετάνοια. Αυτό είναι αλλαγή νου, νοοτροπίας, στάσης ζωής. Μετάνοια, λοιπόν, είναι : «Το ξαναγύρισμα της αγάπης μας στον Θεό και τους ανθρώπους. Η συναίσθηση της δουλείας μας και η αλλαγή της πορείας μας προς την ελευθερία. Μετάνοια είναι η σωτήρια συνάντηση του ανθρώπου με τον Θεό. Είναι η θεραπεία της ψυχής. Είναι η θέα του λυτρωτικού φωτός που καθαρίζει και αγιάζει. Είναι ο βαθύς αναστεναγμός και η γοερά κραυγή της ψυχής που φλέγεται από Θείο πόθο: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Μετάνοια θα πει να λυπηθείς, να κλάψεις, να ζητήσεις έλεος και συγχώρεση για το φταίξιμό σου και να βάλεις τα δυνατά σου να μην το ξανακάνεις. Η μετάνοια είναι χάρις και χαρά. Η μετάνοια είναι ζωή και σωτηρία». 
Αντίθετα η αμετανοησία είναι θάνατος και καταστροφή. Όποιος δεν μετανοεί δεν καταλαβαίνει το λάθος του και την αμαρτία του, δεν ζητάει το έλεος του Θεού και δεν έχει συγχώρεση από τον Θεό. Ο Θεός συγχωρεί εκείνους που αισθάνονται τα λάθη τους και ζητούν το Θείο έλεος. Εκείνους δηλ. που μετανοούν.
Στον σαρκικό άνθρωπο η μετάνοια δεν είναι εύκολη. Πρέπει να έχει κανείς πολύ Χάρη για να καταλάβει ότι είναι αμαρτωλός. Άρα, αυτός που ζει μέσα στην  ατμόσφαιρά της δείχνει ότι διαποτίζεται από την άκτιστη ενέργεια της Θείας Χάριτος. Γι’ αυτό πολύ Πατέρες τονίζουν ότι η βίωση της μετάνοιας είναι το πρώτο στάδιο της θεωρίας του Θεού. Και όσο η φωτιά της μετάνοιας κατακαίει την ψυχή και τις αμαρτίες, τόσο, αυτή η φωτιά, μετατρέπεται σε άκτιστο Φως. Επομένως η μετάνοια δεν είναι ανθρώπινης προελεύσεως, αλλά αποτελεί δώρο που προσφέρεται από τον ουρανό. 
Ο άνθρωπος, Αγαπητοί μου, είτε το θέλουμε είτε όχι βρίσκεται σε μία συνεχή πορεία. Άλλοτε είναι ανοδική, άλλοτε καθοδική. Άλλοτε ανεβαίνει για να συναντηθεί με τον Θεό, άλλοτε απομακρύνεται από Αυτόν και γεύεται τα αποκαΐδια και τα ερείπια της αποστασίας του. Το Τριώδιο είναι η αγία, η πνευματική, η κατανυκτική, η ασκητική, η αθλητική περίοδος της Εκκλησίας μας που μας βοηθάει να πορευθούμε σωστά και να συναντηθούμε με τον Αναστημένο Xριστό. Ανοίγει την ερμητικά κλειστή, πόρτα της ψυχής μας ώστε να εισχωρήσει μέσα η Χάρη του Θεού, για να αγωνιστούμε σωστά, να επιφέρουμε μια ολοκληρωτική αλλαγή στη ζωή μας, να μετανοήσουμε και να φθάσουμε στην κατά χάριν ένωσή μας με τον Χριστό.