Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Δ΄ Κυριακή των Νηστειών - Ιωάννου της Κλίμακος

Αποτέλεσμα εικόνας για Δ΄ Κυριακή των Νηστειών
«Διδάσκαλε, ήνεγκα τον υιόν μου προς σε»
Ευαγγέλιο-Απόστολος, σχολιασμός. Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος-Έργο

Εὐαγγέλιον: (Μάρκ. θ΄ 17-31)
Tῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, γονυπετῶν αὐτῷ καὶ λέγων διδάσκαλε, ­ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ­ἄλαλον. καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ρήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. ὁ δὲ ἀ­­ποκριθεὶς αὐτῷ λέγει ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑ­­­­μᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ­ἀνέξο­μαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐ­τόν. καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πε­­­σὼν ἐπὶ τῆς γῆς ­ἐκυλίετο ἀφρίζων. καὶ ἐπηρώτησε τὸν πα­­­τέρα αὐτοῦ πόσος χρό­νος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέ­γονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε παιδιόθεν. καὶ πολ­λάκις αὐ­­­τὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπο­­­λέσῃ αὐτόν ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν ­σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ ­δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. καὶ εὐθέως κρά­­­ξας ὁ πατὴρ τοῦ παι­­­δίου μετὰ δακρύων ἔλεγε ­πιστεύω, κύριε βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐ­­­­πι­­­­συν­­­τρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ ­πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέ­­­γων αὐ­­τῷ τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ­ἐπιτάσ­σω, ἔξ­ελ­θε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. καὶ ­κρᾶ­­ξαν καὶ πολλὰ σπαρά­ξαν αὐτὸν ἐξῆλ­θε, καὶ ­ἐγένετο ὡσεὶ νε­­­­­κρός, ὥστε ­πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. ὁ δὲ Ἰησοῦς ­κρα­τή­σας αὐτὸν τῆς χει­­­­­ρὸς ἤ­­­γειρεν αὐτόν, καὶ ­ἀνέ­­στη. Καὶ εἰσελθόν­τα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐ­πηρώ­των αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ­ἠδυνήθημεν ἐκ­­­βαλεῖν αὐτό. καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς τοῦ­­­το τὸ γένος ἐν οὐδενὶ ­δύναται ἐξ­ελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. Καὶ ἐκεῖ­θεν ἐξελ­θόντες πα­­ρεπορεύ­οντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐ­­­τοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀ­­­­­­­­­πο­κτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστή­σεται.
Τὰ παιδιά μας στὸ Χριστὸ
«Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε»
Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς παρουσιάζει μὲ ἔντονα χρώματα τὸ δράμα ἑνὸς πατέρα. Ὁ γιός του ἐδῶ καὶ χρόνια – ἀπὸ παιδί – εἶχε κυριευθεῖ ἀπὸ δαιμόνιο, τὸ ὁποῖο τοῦ εἶχε ἀφαιρέσει τὴ λαλιά. Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφθανε αὐτό, τὸν ἔριχνε σὲ φωτιὰ καὶ σὲ νερό, γιὰ νὰ τὸν θανατώσει. Ὁ πατέρας ἀπελπισμένος ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη βοήθεια ὁδήγησε τὸν γιό του στὸν Κύριο καὶ Ἐκεῖνος τὸν θεράπευσε. Αὐτὸ μᾶς παραδειγματίζει, γιὰ νὰ κάνουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἴδια κίνηση. Διότι καὶ σήμερα τὰ παιδιά μας μεγαλώνουν μέσα σὲ μία κυριολεκτικὰ δαιμονοκρατούμενη κοινωνία. Μὲ αὐτὴ τὴν ἀφορμὴ λοιπὸν ἂς δοῦμε πῶς μποροῦμε νὰ τὰ ὁδηγήσουμε στὸ Χριστό.
1. Μὲ τὴν ἔγκαιρη καὶ ἐπιμελημένη ἀγωγὴ
Ὁ Κύριος εἶχε πεῖ κάποτε: «Ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με». Ἀφῆστε τὰ παιδιὰ καὶ μὴν τὰ ἐμποδίζετε νὰ ἔλθουν σ᾿ Ἐμένα (Ματθ. ιθ´ [19] 14). Ὁ δὲ ἀπόστολος Παῦλος θεωροῦσε προσὸν τοῦ μαθητῆ του Τιμοθέου τὸ ὅτι γνώριζε τὰ ἱερὰ γράμματα «ἀπὸ βρέφους» (Β´ Τιμ. γ´ 15).
Εἶναι λοιπὸν πολὺ σημαντικὸ νὰ δώσουμε χριστιανικὴ ἀγωγὴ στὰ παιδιά μας ἀπὸ τὴν πολὺ μικρή τους ἡλικία. Διότι τότε μαθαίνουν πολὺ εὔκολα καὶ ἐμπιστεύονται ἀπόλυτα τοὺς γονεῖς τους. Καὶ εἶναι ἐπεῖγον νὰ τὰ συνδέσουμε μὲ τὸν Χριστό, πρὶν προλάβει ἡ κοινωνία μας νὰ διαφθείρει τὶς ἀθῶες ψυχές τους.
Νὰ τὰ διδάξουμε νὰ κάνουν σωστὰ τὸν σταυρό τους, νὰ σέβονται τοὺς ἱερεῖς, νὰ ἀσπάζονται εὐλαβικὰ τὶς ἱερὲς εἰκόνες· νὰ ἐκκλησιάζονται καὶ νὰ κοινωνοῦν, ἀργότερα καὶ νὰ ἐξομολογοῦνται. Νὰ τοὺς διηγούμαστε ἱστορίες ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ βίους Ἁγίων. Νὰ τὰ μάθουμε νὰ προσεύχονται· νὰ ἀποστρέφονται τὸ κακὸ καὶ νὰ ἀγαποῦν τὸ καλό, τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ τὰ διδάξουμε νὰ μὴν τὰ θέλουν ὅλα δικά τους, νὰ νηστεύουν, νὰ ἀναγνωρίζουν τὰ λάθη τους, νὰ συγχωροῦν, νὰ συμπονοῦν… Ὅλα αὐτὰ ὅμως ὄχι πιεστικά· μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ διάκριση, μὲ σεβασμὸ στὶς ἀντοχὲς τῆς ἡλικίας τους. Ἐπίσης θὰ τὰ ὁδηγήσουμε στὸ Κατηχητικό, τὸ ὁποῖο ἔχουμε εὐθύνη νὰ μὴ χάνουν ἐξαιτίας φροντιστηρίων ἢ ἄλλων ἀπασχολήσεων.
2. Μὲ τὸ παράδειγμα
Ἀγωγὴ ὅμως δίνουμε πολὺ περισσότερο μὲ τὸ παράδειγμά μας. Τὰ μικρὰ ἰδίως παιδιὰ μιμοῦνται αὐθόρμητα καὶ ἀντιγράφουν πιστὰ τὶς συνήθειες καὶ ἀντιδράσεις τῶν γονέων τους καὶ ὄχι μόνο.
Ἐὰν ἐμεῖς δὲν ζοῦμε καὶ δὲν χαιρόμαστε τὴ χριστιανικὴ ζωή, δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ἐμπνεύσουμε στὰ παιδιά μας. Πῶς θὰ μάθει τὸ παιδὶ νὰ ἐκκλησιάζεται, ἂν δὲν ἐκκλησιάζονται οἱ γονεῖς του; Πῶς θὰ μάθει νὰ μὴν κατακρίνει, ἂν ἀκούει τοὺς γονεῖς του νὰ κατακρίνουν; Ἂν ἡ ζωή μας δὲν συμβαδίζει μὲ τὶς συμβουλές μας, τὰ παιδιὰ ὄχι μόνο δὲν θὰ τὶς ἀκούσουν, ἀλλὰ καὶ θὰ ἀντιδράσουν γιὰ τὴν ἀσυνέπειά μας.
Ἀντίθετα, δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε πόσο ἐντυπώνεται μέσα τους π.χ. ἡ εὐλαβικὴ στάση τοῦ πατέρα ἢ τῆς μητέρας στὴν προσευχὴ καὶ στὴ λατρεία, ἢ ἡ μεταξύ τους ἀλληλοσυγχώρηση. Τὰ παιδιὰ θὰ ἀγαπήσουν τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, ἐὰν δοῦν τοὺς εὐλογημένους καρπούς της, τὴν ἐν Κυρίῳ χαρὰ καὶ εἰρήνη, στὴ ζωὴ τῶν γονέων τους.
3. Μὲ τὴν προσευχὴ
Θὰ ὁδηγήσουμε τὰ παιδιά μας στὸ Χρι­στὸ κυρίως μὲ τὴν προσευχή. Καὶ ἂς γνωρίζουμε ὅτι ἡ προσευχὴ τῶν γονέων, μάλιστα τῆς μητέρας, ἔχει μεγάλη δύναμη.
Γιατί εἶναι ἀναγκαία ἡ προσευχή; Διότι ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας εἴμαστε τελείως ἀνεπαρκεῖς γιὰ νὰ μορφώσουμε τὸν Χριστὸ στὶς καρδιὲς τῶν παιδιῶν μας. Μὲ τὴν προσευχὴ θὰ βάλουμε τὸ δύσ­κολο αὐτὸ ἔργο στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Θὰ ζητήσουμε τὸν θεῖο φωτισμὸ γιὰ ἐμᾶς καὶ γιὰ ἐκεῖνα. Θὰ παρακαλέσουμε νὰ τὰ προστατεύει ἀπὸ τοὺς πολλοὺς καὶ μεγάλους πειρασμοὺς στοὺς ὁποίους ἐκτίθενται στὴν ἐποχή μας.
Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ μόνο ὅπλο τοῦ γονιοῦ ποὺ ἔχει ἀντιδραστικὸ καὶ ἐπαναστατημένο παιδί. Εἶναι γνωστὴ ἡ ρήση: «Ἂν δὲν μπορεῖτε νὰ μιλήσετε στὰ παιδιά σας γιὰ τὸν Θεό, μιλῆστε στὸ Θεὸ γιὰ τὰ παιδιά σας». Θὰ παρακαλέσουμε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο νὰ διορθώσει τὰ τυχὸν δικά μας λάθη, νὰ μαλακώσει τὶς καρδιές τους, νὰ τὰ φυλάξει ἀπὸ ἀνεπανόρθωτες πτώσεις, νὰ ἐνεργήσει μυστικὰ μέσα τους τὴν καλὴ μεταστροφή. Ἡ προσευχὴ εἶναι φῶς, καταφυγή, παρηγοριά, δύναμη.
***
Ἡ πολυτιμότερη κληρονομιὰ ποὺ ἔ­χου­με νὰ ἀφήσουμε στὰ παιδιά μας εἶναι ἡ χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή, νὰ ἀγαπήσουν τὸν Χριστό, νὰ συνδεθοῦν μαζί Του. Δίνοντας στὰ παιδιά μας τὸν Χριστό, τοὺς δίνουμε τὰ πάντα. Γι᾿ αὐτὸ ἀξίζει κάθε κόπος καὶ κάθε θυσία στὴ χριστιανικὴ ἀγωγή τους. Νὰ δώσει σὲ ὅλους μας ὁ Θεὸς τὴ μεγάλη χαρὰ νὰ βλέπουμε τὰ βλαστάρια μας νὰ βαδίζουν σταθερὰ στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ, στὸ δρόμο τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς σωτηρίας.
Ἀπόστολος: Ἑβρ. ς΄ 13-20
Αποτέλεσμα εικόνας για εὐαγγέλιο κυριακης
Ἀδελφοί, τῷ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ᾿ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ᾿ ἑαυτοῦ, λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας. ἄνθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ, ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.
Ὁ Ἀβραάμ καὶ οἱ δύο ἐπαγγελίες
1. Οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ
Τὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα μᾶς μεταφέρει στὴ συγκλονιστικὴ ἐκείνη στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἔδωσε τὶς μεγάλες ὑποσχέσεις του στὸν Ἀβραὰμ καὶ τοῦ εἶπε: Θὰ σὲ εὐλογήσω πλούσια­ καὶ θὰ σοῦ δώσω πάρα πολλοὺς ἀπογό­νους. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἀφοῦ περίμενε ὑπο­μονετικὰ πάρα πολλὰ χρόνια, πέτυχε τὴν ἐκπλήρωση τῆς εὐλογίας ποὺ τοῦ ὑπο­σχέθηκε ὁ Θεός. Ἀπέκτησε δηλαδὴ παιδὶ ἀπὸ τὴ Σάρρα, τὸν Ἰσαάκ. Κι ἀπ’ αὐτὸν πληθύνθηκαν οἱ ἀπόγονοί του σὲ μεγάλο ἔθνος. Γιὰ νὰ τὸν βεβαιώσει ὅμως ὁ Θεὸς γι’ αὐτὲς τὶς ἐπαγγελίες, ἔδωσε ὅρκο ὅτι θὰ τὶς πραγματοποιήσει. Κι ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε τίποτε μεγαλύτερο στὸ ὁποῖο νὰ ὁρκισθεῖ, ὁρκίσθηκε στὸν ἑαυτό του.
Ὁ Ἀβραὰμ λοιπὸν δέχθηκε ἔνορκη ὑ­­πό­σχεση τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἀποδέχθηκε, τὴν πί­­­­­­στεψε, ἀλλὰ πραγματοποίηση δὲν ἔ­­βλε­πε! Πόσα χρόνια περίμενε; Πόσες φο­­ρὲς δοκιμάστηκε ἡ πίστη του; Τοῦ μίλησε­ ὁ Θε­­ὸς γιὰ ἀπογόνους, κι αὐτὸς εἶχε μία γυ­­ναίκα στείρα. Τοῦ εἶπε γιὰ μεγάλο ἔ­θνος ποὺ θὰ δημιουργοῦσε, κι αὐτὸς γέ­­­ρασε καὶ παιδὶ δὲν εἶχε ἀπὸ τὴ Σάρρα!­ Ὅλα φαίνον­ταν ἀντίξοα, ἀντίθετα μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ! Ὅλα ἔμοιαζαν οὐ­το­πικὰ καὶ ἀ­­­­­-
πραγματοποίητα. Ὁ Ἀβρα­ὰμ ὅμως δὲν ἔ­­­χασε τὴν πίστη του. Κι ὅ­­­­ταν χάθηκε κάθε ἐλ­­πίδα, τότε ἦλθε ἡ ἀ­­­­πάντηση τοῦ Θεοῦ.
Τί ἔχει νὰ πεῖ αὐτὸ γιὰ μᾶς; Ἔχει νὰ πεῖ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀναιρεῖ τὶς ὑποσχέσεις του. Δὲν τὶς ἀλλάζει. Μᾶς ἀφήνει ὅμως νὰ περιμένουμε καὶ νὰ δοκιμαζόμαστε. Αὐτὴ ἡ περίοδος τῆς προσμονῆς βέβαια μᾶς φαίνεται συχνὰ πὼς εἶναι ἕνα μαρτύριο. Ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ φέρει στὴ ζωή μας αὐτὸ ποὺ ποθοῦμε, κι ἀντὶ γιὰ ἀπάντηση κάποιες φορὲς τὰ πράγματα γίνονται χειρότερα. Γιατί ἄραγε; Διότι κατὰ τὴν περίοδο τῆς προσμονῆς ἐξα­γιαζόμαστε, ἐξαγνιζόμαστε, πλουτίζουμε σὲ ἀρετές. Μαθαίνουμε νὰ ἐξαρτιό­μαστε ἀπὸ τὸν Θεό. Μαθαίνουμε στὴν πράξη τί θὰ πεῖ πίστη καὶ δοκιμασία. Κάποτε φαί­­­νεται ὅτι ὁ Θεὸς ἀργεῖ πολύ, κι ἐμεῖς κου­­ραζόμαστε. Ὅσο ὅμως περισσότερο ἀρ­­γεῖ ὁ Θεός, τόσο μεγαλύτερες εὐλογί­ες­ μᾶς ἑτοιμάζει. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ πιστεύ­ου­με, νὰ ἐλπίζουμε, νὰ περιμένουμε, νὰ ­προσευχόμαστε.
2. Ἡ ἑλπίδα μας
Ὁ θεῖος Παῦλος στὴ συνέχεια μᾶς λέει ὅτι οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ δὲν δόθηκαν μόνο στὸν Ἀβραὰμ καὶ στοὺς ἀπογόνους του, τοὺς Ἰσραηλίτες, ἀλλὰ καὶ στὸν νέο Ἰσραήλ, σ’ ὅλους δηλαδὴ τοὺς Χριστιανούς. Κληρονόμοι τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ ἦταν γιὰ τὰ ἐπίγεια ὁ λαὸς τοῦ Ἰσρα­ήλ, ὅμως γιὰ τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ αἰ­ώ­­νια ὁ νέος Ἰσραήλ, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χρι­­­στοῦ. Σ’ ὅλους λοιπὸν τοὺς πιστοὺς ποὺ θὰ κλη­ρονομήσουν τὶς θεῖες ἐπαγγελίες ὁ Θε­ὸς ἤθελε νὰ δείξει καθαρὰ καὶ μὲ μεγα­λύτερη βεβαιότητα ὅτι ἦταν ἀμετάκλη­τη ἡ ἀπόφασή του νὰ ἐκτελέσει ὅ­σα ὑπο­σχέθηκε. Ἔτσι ὥστε ὅλοι οἱ πιστοὶ νὰ ἔ­­­­χουμε μεγάλη ἐνθάρρυνση γιὰ νὰ κρα­τοῦμε τὴν ἐλπίδα ποὺ βρίσκεται μπρο­στά μας. Αὐτὴν τὴν ἐλπίδα ὁ ἀ­­­πόστο­λος Παῦλος τὴν παρομοιάζει μὲ ἄ­­­γκυρα τῆς ψυχῆς μας. Καὶ λέει ὅτι αὐτὴ μᾶς ἀσφαλίζει ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς κινδύνους ἐπειδὴ εἶναι ἀμετακίνητη. Κι αὐ­τὸ διότι δὲν ἀγκυροβολεῖ στὴ θάλασ­σα ἀλλὰ στὸν οὐρανό, στὰ Ἅγια τῶν Ἁγί­­­ων· ἐκεῖ στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ, ὅπου μπῆκε ὁ Κύριός μας πρὶν ἀπὸ μᾶς καὶ γιὰ χά­­ρη μας ὡς πρόδρομος, γιὰ νὰ μᾶς ἀνοίξει τὸ δρόμο καὶ νὰ μᾶς ἑτοιμάσει τόπο. Κι ἔτσι ἀναδείχθηκε Ἀρχιερέας αἰώνιος κατὰ τὴν τάξη τοῦ Μελχισεδέκ. 
Πόσο παραστατική, ἀλήθεια, εἶναι ἡ εἰ­­­κόνα ποὺ μᾶς παρουσιάζει ἐδῶ ὁ ἀπό­στολος Παῦ­λος! Παρομοιάζει τὴν ἐλπίδα μας πρὸς τὸν Κύριο μὲ μία ἄγκυ­ρα. Μιὰ ἄγκυρα ὅ­­­­μως ποὺ δὲν βυθίζεται στὸν πυθμένα κά­­ποιας θάλασσας ἀλλὰ στὸ ἱε­­ρότερο μέ­­­­ρος τοῦ σύμπαντος, στὸν οὐ­ρανό, στὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, στὸ θρό­­­­­­­νο τοῦ Θεοῦ. Κι ἐμεῖς ὁδοιπόροι καὶ οὐ­­ρα­νοδρόμοι, πορευόμαστε καθη­με­ρι­νὰ μὲ τὸ πλοῖο τῆς ζωῆς μας καὶ ὁ­­­ρα­ματιζόμαστε τὸν προορισμό μας. Οἱ τρι­­κυμίες πολλές, οἱ ἀνεμοθύελλες, οἱ πει­ρασμοί. Τὰ κύματα ὁρμητικὰ παλεύ­ουν νὰ μᾶς ἀφανί­σουν, νὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὸ ναυάγιο αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ στὸ σκο­τάδι τῆς ἄλλης. Ὁ αἰώ­νιος ἐχ­θρός μας καιροφυλακτεῖ νὰ βουλιά­ξει τὸ πλοιά­ριο τῆς ζωῆς μας. Κι ἐμεῖς παλεύουμε,­ ἀντιστεκό­μαστε, προχωροῦμε. Δὲν ἀπογοη­τευ­όμα­στε. Διότι μπορεῖ νὰ μὴν ἔχου­με φτάσει ἀκόμη στὸν προορισμό μας, ἔ­χου­με ὅ­­­μως ἐκεῖ κάτι δικό μας. Ἔχουμε ἐκεῖ ἀγκυροβολημένη τὴν ἐλπί­δα μας. Γύρω μας ὅλα μᾶς ἀπογοητεύουν, οἱ ἄνθρωποι, οἱ καταστάσεις, οἱ πειρα­σμοί, οἱ δυσκολίες.­ Ὅλα μᾶς ἀπελπίζουν καὶ θέλουν νὰ μᾶς κάνουν νὰ λιγοψυ­χοῦ­­με. Ἐμεῖς ὅμως οἱ πιστοί, λέει ὁ ἀπό­στολος Παῦ­λος, δὲν πρέ­πει νὰ χάνουμε τὴν ἐλ­πίδα μας. Διότι­ ὅλη μας τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐλπίδα μας τὴν ἔχουμε ἐμπιστευθεῖ στὸν Κύριό μας. Αὐ­τὸς κρατᾶ γερὰ στὰ παντο­δύναμα χέ­­ρια του τὴν ἄγκυρα τῆς ἐλπίδος μας. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ἡ ἴδια ἡ ἐλπίδα μας, ἡ προσδοκία μας, αὐτὸς εἶναι ἡ χαρά μας καὶ ἡ ζωή μας. Μὴν τὸ ξεχνᾶμε αὐτὸ ποτέ. Αὐτὸς μό­­νο μᾶς ἀπομένει στὸ ταξίδι τῆς ζωῆς ἀμετακί­νητος σύντροφος καὶ συμπαραστάτης.
Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος-Έργο
Αποτέλεσμα εικόνας για Δ΄ Κυριακή των Νηστειών - Ιωάννου της Κλίμακος
Την Τετάρτη Κυριακή των Νηστειών προβάλλεται η μορφή και το έργο του μεγάλου ασκητικού συγγραφέως Ιωάννου του επονομαζομένου της «Κλίμακος» και κατ᾽ επέκταση ονοματίσθηκε έτσι και η Κυριακή.
Ο Ιωάννης έζησε τον 6ο αι. Ονομάζεται Σιναΐτης, από το Μοναστήρι του Σινά, της αγίας Αικατερίνης, στο οποίο είχε εγκαταβιώσει και του οποίου εχρημάτισε και ηγούμενος. Ακόμη, ονομάζεται της «Κλίμακος» ονομάζεται, επειδή το μοναδικό βιβλίο που συνέγραψε φέρει τον τίτλο «Κλίμαξ», δηλαδή σκάλα, επειδή οδηγεί από τα χαμηλά στα υψηλά, από τα πρώτα στάδια της πνευματικής ζωής στα υψηλότερα και τελειότερα. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε για να αποτελέσει ένα «εγχειρίδιο» για τους μοναχούς κατά παραγγελία του ηγουμένου τους Ιωάννου της μονής της Ραϊθού. Εκτός, όμως αυτού, το εμπνευσμένο αυτό βιβλίο, αποτέλεσε και αποτελεί ένα οδηγό για όλους τους Ορθοδόξους κάθε εποχής επειδή με ενάργεια περιγράφει τους πνευματικούς αγώνες και τα εμπόδια που συναντούμε όλοι μας στην πορεία μας προς τον Ουρανό. Περιέχει «τριάκοντα λόγους, ών έκαστος περιλαμβάνει μίαν αρετήν από των πρακτικών επί τας θεωρητικάς προχωρούντες αναβιβάζουσι τον άνθρωπον ως δια βαθμίδων τινων εις ουράνιον ύψος», όπως εύστοχα σημειώνει ο ιερός Συναξαριστής. Μέσα στους 30 λόγους αυτής της «ορθόδοξης εγκυκλοπαίδειας της πνευματικής ζωής» εισάγει τη ψυχή στον πνευματικό αγώνα και στη διάκριση των λογισμών. Διδάσκει την πρακτική εφαρμογή των ευαγγελικών εντολών και οδηγεί όσους ακούσουν και εφαρμόσουν όσα γράφει στην αιώνια ζωή. Οι τίτλοι κάποιων από τους λόγους αυ¬τούς είναι: «Περί της του ματαίου βίου βιαίας αποταγής», «Περί ξενιτείας, εν ή και περί ονείρων», «Περί αοργησίας και πραότητος», «Περί πολυλογίας και σιωπής», «Περί διακρίσεως λογισμών και πα¬θών και αρετών», «Περί της ιεράς μητρός των αρετών προ¬σευχής», «Περί του συνδέσμου της εναρέτου Τριάδος εν αρεταίς πίστεως, ελπίδος και αγάπης» κ.ά.
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας, καταδεικνύει ότι τα πάθη
συνδέονται στενά μεταξύ τους• είναι μία αλυσίδα και το ένα προέρχεται από το άλλο. Πολλές φορές χρησιμοποιεί τους όρους μητέρες των παθών και θυγατέρες των παθών προκειμένου να δείξει την εσωτερική σχέση τους. Πολλές φορές το ένα πάθος δίνει τόπο στο άλλο. Την υπερηφάνεια, για παράδειγμα ακολουθεί πολλές φορές η πορνεία και την οίηση η πλάνη. Ο μικρόψυχος και δειλός άνθρωπος πάσχει από δύο πάθη: την φιλοσωματία καί την ολιγοψυχία. Η φιλοσωματία είναι σημείο της απιστίας και η ολιγοπιστία μητέρα της κολάσεως που γεννά την ακηδία. 
Μερικά από τα όντως πολύτιμα διδάγματα του αγίου 
καλό θα ήταν να μελετήσουμε. Γράφει, λοιπόν, ότι, «για να μπορέσουμε όμως να πλησιάσουμε το Θεό πρέπει να βγάλουμε από μέσα μας οτιδήποτε άλλο έχουμε θεοποιήσει. Ν’ ελαφρώσουμε την καρδιά μας από οποιοδήποτε άλλο βάρος και να ετοιμάσουμε το θρόνο για να καθίσει ο Θεός. Πρέπει να επιφέρουμε την ολοκληρωτική αλλαγή στην όλη την ύπαρξη μας, ζώντας την ζωή της μετανοίας». Κι αυτό γιατί όπως και πάλι τονίζει ο Άγιος, «μετάνοια σημαίνει ανανέωση του βαπτίσματος. Μετάνοια σημαίνει συμφωνία με τον Θεόν για νέα ζωή. Με-τανοών σημαίνει αγοραστής της ταπεινώσεως. Μετανοών σημαίνει μόνιμος αποκλεισμός κάθε σωματικής παρηγορίας. Μετάνοια σημαίνει σκέψις αυτοκατακρίσεως. Αμεριμνησία για όλα τα άλλα και μέριμνα για τη σωτηρία του εαυτού μας. Μετάνοια σημαίνει θυγατέρα της ελπίδος και αποκήρυξις της απελπισίας. Μετάνοια σημαίνει κατάδικος απηλλαγμένος από αισχύνη». Διότι, όπως πολύ χαρακτηριστικά παρατηρεί, «της μετανοίας όμως προηγείται η γνώση του εαυτού μας. Πρέπει να δούμε σε βάθος ποιοι ακριβώς είμαστε. Να αποκτήσουμε την πολυπόθητη αυτογνωσία, βγάζοντας από μέσα μας τον Φαρισαίο, χαμηλώνοντας το ανάστημα μας, σκύβοντας το κεφάλι μας». Για να συμπληρώσει, «σαν καταφέρω να δω κατάματα τον εαυτό μου, χωρίς υπεκφυγές, περιστροφές, ωραιοποιήσεις, χωρίς να τον ξεχωρίζω Φαρισαϊκά από τους άλλους, σαν μπορέσω να φωνάξω αλλοίμονο σε μένα τον άθλιο, τότε έχω πατήσει και στο σκαλοπάτι της ταπείνωσης. Ταπείνωση και αυτογνωσία είναι αρετές αλληλένδετες. Η μια προϋποθέτει την άλλη και η μια οδηγεί στην άλλη. Χωρίς αυτογνωσία δεν γίνεται κανείς ταπεινός και χωρίς ταπεινοφροσύνη δεν είναι δυνατόν να γνωρίσεις, ποιος και τί ακριβώς είσαι».
Τελικά θα καταλήξουμε στην αγάπη, που είναι ο Ουρανός στην γή. Αγάπη είναι ο Θεός, από αγάπη για μας έγινε άνθρωπος και ήρθε ανάμεσα μας, για αγάπη μίλησε. Όλες οι προσπάθειες μας, όλες οι θυσίες μας, κι αυτοί οι χτύποι της καρδιάς μας, στο ρυθμό της αγάπης Του πρέπει να χτυπούν. Λέγει, λοιπόν, ο άγιος μας, ότι, «αυτός που θέλει να ομιλεί για την αγάπη είναι σαν να επιχειρεί να ομιλεί για τον ίδιο το Θεό… η αγάπη, ως προς την ποιότητα της είναι ομοίωσις με τον Θεόν, όσο βέβαια είναι δυνατόν στους ανθρώπους. Ως προς την ενέργεια της, μέθη ψυχής. Ως προς τις ιδιότητες της, πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως. Η αγάπη χορηγεί την χάρη της προφητείας, η αγάπη παρέχει την δύναμη της θαυματουργίας, η αγάπη είναι άβυσσος της Θείας ελλάμψεως, η αγάπη είναι η πηγή του Θεϊκού πυρός όσο περισσότερο πυρ αναβλύζει, τόσο περισσότερο καταφλέγει εκείνον που διψά. Η αγάπη είναι η στάση και η εδραίωση των Αγγέλων, η πρόοδος εις τους αιώνες όλων των εκλεκτών του Θεού».
Τέλος, χρήσιμο είναι να υπογραμμίσουμε την παρατήρηση που διατυπώνει για την νηστεία των τροφών, ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, «χαίρεται ο Ιουδαίος τα Σάββατα ή τις εορτές, και ο γαστρίμαργος μοναχός το Σάββατο και την Κυριακή. Από καιρό υπολογίζει το Πάσχα και από πολλές ημέρες ετοιμάζει τα φαγητά. Ο δούλος της κοιλίας σκέπτεται με τι είδους φαγητά θα εορτάσει, ο δε δούλος του Θεού με τι χαρίσματα θα πλουτίσει. Ο κοιλιόδουλος, όταν έλθη κάποιος ξένος, συνέχεται ολόκληρος από την αγάπη –αγάπη που προέρχεται από την γαστριμαργία και θεωρεί ως αναψυχή του αδελφού την ιδική του κατάλυση! Επί παρουσία ορισμένων άλλων απεφάσισε την κατάλυση οίνου, και νομίζοντας πως κρύβει την αρετήν του, υποδουλώθηκε στο πάθος του».
Μιλώντας λοιπόν για τη Μ. Τεσσαρακοστή, μιλώντας για ασκητικότητα, για νηστεία, για ανακαίνιση του πνεύματος, για επανατοποθέτηση των πράξεών μας και επαναδιοργάνωση του εαυτού μας, είναι απαραίτητο εφόδιο ο θησαυρός των εμπειριών του αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη. Γι’ αυτό και στα μοναστήρια, παλαιότερα, αυτή την περίοδο, μαζί με όλα τα άλλα, άρχιζαν να διαβάζουν και το περισπούδαστο αυτό έργο, την «Κλίμακα». Πολύ σοφά έπραξε η Εκκλησία μας και αφιέρωσε μια από της πέντε Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής στο μεγάλο αυτό Πατέρα και παράλληλα μάς προτρέπει να μη διστάσουμε και να μη δειλιάσουμε να αναλάβουμε τον ανοδικό μας δρόμο, έχοντας σαν σύμβουλο τις πολύτιμες εμπειρίες του. Οι ψηλές κορφές δεν χαρίζονται μα κατακτούνται με τον κόπο μας και την Χάρη του Θεού• κι ο δικός μας κόπος λέγεται ταπεινοφροσύνη, όπως μας λέγει πάλι ο άγιος, «είναι η ανώνυμη χάρη της ψυχής, η οποία μπορεί να ονομασθεί μόνο από όσους την δοκίμασαν εκ πείρας. Είναι ανέκφραστος πλούτος, ονομασία του Θεού, δωρεά του Θεού, εφ’ όσον εκείνος λέγει: «Μάθετε ουκ απ’ Αγγέλου, ουκ απ’ ανθρώπου, ουκ από δέλτου, αλλ’ απ’ εμού», δηλαδή από την ενοίκηση μου και την έλλαμψη μου και την ενέργεια μου μέσα σας, «ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και τω λογισμώ και τω φρονήματι, και ευρήσετε ανάπαυσιν πολέμων και κουφισμόν λογισμών ταις ψυχαίς υμών». -Αρχιμ. Παντελεήμων Τσορμπατζόγλου 

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Λόγος εις την Γʼ Κυριακή των Νηστειών (της Σταυροπροσκυνήσεως) (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


(Ευαγγέλιο: Μαρκ. η’ 34-38- θ’ 1)
Μεγάλη η δύναμη της αλήθειας! Δεν υπάρχει τίποτα ικανό στον κόσμο που να μπορεί να της αφαιρέσει τη δύναμη αυτή.
Η θεραπευτική δύναμη της αλήθειας είναι πολύ μεγάλη! Δεν υπάρχει στον κόσμο αρρώστια ή νόσημα που δεν μπορεί να θεραπευτεί από την αλήθεια.
Οι άρρωστοι που υποφέρουν κι είναι αδύναμοι, αναζητούν γιατρό για να τους δώσει την ανάλογη θεραπεία. Κανένας τους δεν ψάχνει για κάποιο γιατρό που θα τους χορηγήσει φάρμακο γλυκό και γευστικό. Όλοι τους θ’ αναζητήσουν κάποιον που θα τους δώσει φάρμακο αποτελεσματικό, είτε γλυκό θά ’ναι αυτό είτε πικρό είτε κι εντελώς άγευστο. Όσο πιο πικρό είναι το φάρμακο που σύστησε ο γιατρός κι όσο πιο περίπλοκη είναι η εξέλιξη της θεραπείας, τόσο μεγαλύτερη εμπιστοσύνη αποκτά ο γιατρός στα μάτια του αρρώστου.
Γιατί οι άνθρωποι απορρίπτουν το πικρό φάρμακο μόνο όταν το προσφέρει το χέρι του Θεού; Γιατί αναζητούν μόνο γλυκίσματα από το χέρι του Θεού; Επειδή δεν αντιλαμβάνονται πόσο σοβαρή είναι η αρρώστια της αμαρτίας τους, επειδή νομίζουν πως μπορούν να θεραπευτούν μόνο με γλυκίσματα.
Αχ, να μπορούσαν ν’ αναρωτηθούν οι άνθρωποι γιατί όλα τα φάρμακα για τις σωματικές αρρώστιες είναι τόσο πικρά! Το Αγιο Πνεύμα θα τους απαντούσε: για να πάρουν μια ιδέα της πίκρας πού ’χουν τα πνευματικά φάρμακα. Όπως η σωματική αρρώστια δίνει κάποια ιδέα για την πνευματική, έτσι και τα φάρμακα για τις σωματικές αρρώστιες λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, σε σχέση μ’ εκείνα για τις πνευματικές.
Οι πνευματικές αρρώστιες, οι σοβαρές και τυχαίες, δεν είναι πολύ πιο σοβαρές από τις σωματικές; Πώς τότε τα φάρμακα για τις πνευματικές αυτές αρρώστιες δεν μπορούν να είναι πιο πικρά από τ’ αντίστοιχα φάρμακα για τις σωματικές αρρώστιες;
Οι άνθρωποι φροντίζουν πολύ το σώμα τους. Κι όταν αυτό αρρωσταίνει, δε λυπούνται ούτε προσπάθειες ούτε χρόνο ή χρήμα για ν’ αποκαταστήσουν την υγεία του. Σ’ αυτήν την περίπτωση κανένας γιατρός δε φαίνεται πολύ ακριβός, καμιά ιαματική πηγή δε βρίσκεται μακριά και κανένα φάρμακο δε μοιάζει πικρό. Κι αυτό είναι ιδιαίτερα πιο έντονο όταν βεβαιωνόμαστε πως ο σωματικός θάνατος πλησιάζει.
Αχ, και να φρόντιζαν οι άνθρωποι αυτοί τόσο πολύ για την ψυχική τους υγεία! Αχ, και νά ’ταν τόσο επιμελείς στην αναζήτηση θεραπείας και θεραπευτή για την ψυχή τους!
Είναι δύσκολο κι οδυνηρό να περπατάς ξυπόλητος ανάμεσα στ’ αγκάθια. Όταν όμως ο ξυπόλητος άνθρωπος πεθαίνει της δίψας κι η πηγή με το νερό είναι μετά τ’ αγκάθια, δε θ’ αποφασίσει γρήγορα να βαδίσει πάνω σ’ αυτά, μ’ όλο που τα πόδια του θα πληγωθούν, για να πλησιάσει στο νερό; Ή μήπως θα προτιμήσει να καθήσει πάνω στο χλωρό γρασίδι που είναι πριν από τ’ αγκάθια και να πεθάνει από τη δίψα;
Κάποιοι άνθρωποι που είναι άρρωστοι από την αμαρτία λένε: «Δεν μπορούμε να πάρουμε τόσο πικρό φάρμακο». Κι έτσι ο γιατρός που αγαπά το ανθρώπινο γένος, πήρε πρώτος το φάρμακο, το πικρότερο φάρμακο, μ’ όλο που ήταν υγιής. Και τό ’κανε αυτό μόνο για να δείξει στους αρρώστους πως αυτό δεν είναι αδύνατο. Αλήθεια, πόσο πιο δύσκολο είναι στον υγιή άνθρωπο να πάρει και να καταπιεί το φάρμακο που είναι για τους αρρώστους! Εκείνος όμως το πήρε, ώστε οι θνητοί άρρωστοι να οδηγηθούν στην απόφαση να το πάρουν κι αυτοί.
«Δεν μπορούμε να περπατήσουμε ξυπόλητοι πάνω στ’ αγκάθια, λένε οι άνθρωποι που είναι άρρωστοι από την αμαρτία, όσο και να διψάμε κι όσο καθαρό και νά ’ναι το νερό από την άλλη μεριά». Κι έτσι ο Κύριος, που αγαπά το ανθρώπινο γένος, βάδισε ο ίδιος ξυπόλητος πάνω στ’ αγκάθια. Και τώρα καλεί από την άλλη μεριά τους διψασμένους στην πηγή με το δροσερό νερό. «Είναι δυνατό, μας λέει. Βάδισα μόνος μου πάνω στα πιο αιχμηρά αγκάθια και πατώντας τα τα άμβλυνα, τα μαλάκωσα. Ελάτε, λοιπόν».
«Αν το φάρμακο είναι ο σταυρός, δεν μπορούμε να το πάρουμε. Κι αν ο σταυρός είναι ο δρόμος, δεν μπορούμε να τον βαδίσουμε». Αυτό λένε όλοι εκείνοι που η αμαρτία τους έκανε άρρωστους. Κι έτσι ο Κύριος, που αγαπά το ανθρώπινο γένος, σήκωσε πάνω Του το βαρύτερο σταυρό, για να μας δείξει πως κι αυτό είναι δυνατό.
***
Στο σημερινό ευαγγέλιο ο Κύριος, σ’ όλους εκείνους που επιθυμούν να σωθούν από το θάνατο, προσφέρει το σταυρό, το πιο πικρό φάρμακο για τη θεραπεία τους.
Είπε ο Κύριος: «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι» (Μάρκ. η’ 34). Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, πρέπει ν’ απαρνηθεί τον παλιό και αμαρτωλό εαυτό του, να πάρει πάνω του το σταυρό των θλίψεων και των δοκιμασιών και τότε ας με ακολουθήσει.
Ο Κύριος δεν οδηγεί τους ανθρώπους στο σταυρό πριν απ’ Αυτόν. Τους καλεί να τον ακολουθήσουν, αφού Εκείνος πρώτος κουβάλησε τον σταυρό. Προτού κάνει την κλήση αυτή τους είχε προειδοποιήσει για τα πάθη Του: «… δει τον υιόν του ανθρώπου πολλά παθείν … και αποκτανθήναι, και μετά τρεις ημέρας αναστήναι» (Μάρκ. η’ 31). Αυτός είναι ο λόγος που είπε πως είναι «η οδός». Έγινε ο πρώτος στα πάθη κι ο πρώτος στη δόξα. Ήρθε για ν’ αποδείξει πως όλ’ αυτά που οι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι είναι αδύνατα, είναι δυνατά. Και τα έκανε δυνατά.
Ο Κύριος δεν πιέζει τους ανθρώπους, δεν τους ασκεί βίαΟ Κύριος συνιστά και προσφέρει. «Όστις θέλει…». Οι άνθρωποι έπεσαν στην αρρώστια της αμαρτίας με την ελεύθερη βούλησή τους. Και μόνο με την ελεύθερη βούλησή τους πρέπει να θεραπευτούν από την αμαρτία. Δεν κρύβει το γεγονός πως το φάρμακο είναι πικρό, πολύ πικρό. Εκείνος όμως, με το να πάρει πρώτος το πικρό φάρμακο, το έκανε πιο εύκολο στους ανθρώπους. Και πήρε το φάρμακο μ’ όλο που ο ίδιος ήταν υγιής, για να μας αποδείξει τη θαυμαστή πράξη Του.
Απαρνησάσθω εαυτόν. Ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, απαρνήθηκε τον εαυτό του όταν αμάρτησεαλλά απαρνήθηκε τον αληθινό, τον πραγματικό του εαυτό. Όταν ο Κύριος ζητά από τους ανθρώπους ν’ απαρνηθούν τον εαυτό τους, εννοεί τον ψεύτικο, τον πλανεμένο εαυτό. Ας το κάνουμε πιο απλό.
Ο Αδάμ απαρνήθηκε την Αλήθεια και προσκολλήθηκε σ’ ένα ψέμμα. Τώρα ο Κύριος ζητά από τους απογόνους του Αδάμ ν’ απαρνηθούν το ψέμμα και να προσκολληθούν ξανά στην Αλήθεια, από την οποία είχαν απομακρυνθεί. Το ν’ απαρνηθείς τον εαυτό σου επομένως σημαίνει ν’ απαρνηθείς την απατηλή μη-ύπαρξη, που μας έχει επιβληθεί στη θέση της θεόσδοτης ύπαρξής μας. Πρέπει ν’ απαρνηθούμε την παγκοσμιότητα που έχει αντικαταστήσει την πνευματικότητά μας, τα πάθη που έχουν αντικαταστήσει τα καλά μας έργα, τον ταπεινό φόβο που έχει σκοτίσει μέσα μας τη θεϊκή υιοθεσία, το γογγυσμό μας εναντίον του Θεού που έχει αφανίσει μέσα μας το πνεύμα της υπακοής σ’ Εκείνον. Πρέπει ν’ απαρνηθούμε την ειδωλολατρική λατρεία της φύσης και του σώματός μας. Με λίγα λόγια, πρέπει ν’ απαρνηθούμε όλα εκείνα που παραπέμπουν στο «εγώ» μας, και που στην πραγματικότητα είναι ο πονηρός κι η αμαρτία, η φθορά, η απάτη κι ο θάνατος.
Αχ και να μπορούσαμε ν’ απαρνηθούμε τις πονηρές μας συνήθειες που έχουν γίνει μέσα μας δεύτερη φύση. Ν’ απαρνηθούμε αυτή τη «δεύτερη φύση», γιατί δεν είναι η δική μας φύση όπως τη δημιούργησε ο Θεός, αλλά μια σωρευμένη και σκληρυμένη φαντασία κι αυταπάτη μέσα μας – ένα υποκριτικό ψέμμα που βαδίζει με τ’ όνομά μας, και μεις μαζί του.
Τί σημαίνει ν’ αναλάβουμε το σταυρό μας; Σημαίνει την από μέρους μας ελεύθερη αποδοχή κάθε μέσου θεραπείας που μας προσφέρει η πρόνοια του Θεού, έστω κι αν είναι πικρό. Σου έτυχαν μεγάλες καταστροφές; Κάνε υπακοή στο θέλημα του Θεού, όπως έκανε κι ο Νώε. Χρειάζεται να κάνεις θυσία; Παραδώσου στα χέρια του Θεού με την ίδια πίστη που είχε ο Αβραάμ όταν πορευόταν για να θυσιάσει το γιο του. Καταστράφηκε η περιουσία σου; Πέθαναν ξαφνικά τα παιδιά σου; Να τα υπομένεις όλα με καρτερία, με την καρδιά σου προσκολλημένη στο Θεό, όπως έκανε ο Ιώβ. Σ’ εγκαταλείπουν οι φίλοι σου και βρίσκεσαι ξαφνικά περικυκλωμένος από εχθρούς; Να τα υπομείνεις όλα χωρίς γογγυσμό, όπως έκαναν κι οι απόστολοι, με πίστη στο Θεό πως η βοήθειά Του είναι άμεση. Καταδικάστηκες να πεθάνεις για το Χριστό; Δόξασε το Θεό που αξιώθηκες τέτοια τιμή, όπως χιλιάδες χριστιανοί μάρτυρες.
Τίποτα δε θα σου ζητηθεί που δεν έχει ξαναγίνει. Εσύ μάλλον θ’ ακολουθήσεις το παράδειγμα των πολλών – αποστόλων, αγίων, ομολογητών και μαρτύρων – που έμειναν πιστοί στο θέλημα του Χριστού. Πρέπει να γνωρίζουμε και κάτι ακόμα όμως, όταν επιζητούμε τη σταύρωσή μας. Πως ο Κύριος ζητά τη σταύρωση του παλαιού ανθρώπου, εκείνου με τις πονηρές συνήθειες, που υπηρετεί την αμαρτία. Με τη σταύρωση αυτή ο παλιός, ο ζωώδης άνθρωπος μέσα μας νεκρώνεται. Κι ο νέος άνθρωπος, που είναι φτιαγμένος κατ’ εικόνα Θεού και αθάνατος, αναγεννιέται. Λέει ο απόστολος: «Ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη… του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία» (Ρωμ. στ’ 6).
Ο σταυρός είναι βαρύς για τον παλιό, το σαρκικό άνθρωπο. Είναι βαρύς για τον άνθρωπο «συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις» (Γαλ. ε’ 24). Για τον πνευματικό άνθρωπο όμως δεν είναι βαρύς. Ο σταυρός είναι «τοις μεν απολλυμένοις μωρία… τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού» (Α’ Κορ. α’ 18). Εμείς καυχιόμαστε στο σταυρό του Χριστού, στο σταυρό που φέρουμε για χάρη Του. Ο Κύριος δε ζητά ν’ αναλάβουμε το δικό Του σταυρό, μα το δικό μας. Ο δικός Του σταυρός είναι ο βαρύτερος. Εκείνος δε σταυρώθηκε για τις δικές Του αμαρτίες αλλά για τις δικές μας, γι’ αυτό κι ο σταυρός Του είναι ο βαρύτερος. Εμείς σταυρωνόμαστε για τις δικές μας αμαρτίες, γι’ αυτό κι ο δικός μας σταυρός είναι ελαφρύτερος. Όταν τα βάσανά μας βρίσκονται στο αποκορύφωμά τους, δεν πρέπει να λέμε πως είναι πολύ μεγάλα, πέρα από κάθε όριο. Ζει Κύριος και γνωρίζει το μέτρο των πειρασμών μας, δε θα μας αφήσει να υποφέρουμε περισσότερο απ’ όσο μπορούμε. Το μέτρο των πειρασμών μας είναι υπολογισμένο τουλάχιστο όσο το μέτρο της μέρας και της νύχτας, ή όσο τα όρια των άστρων στην πορεία τους. Εντάθηκαν οι πειρασμοί μας; Έγινε βαρύτερος ο σταυρός μας; Η δύναμη του Θεού είναι μεγαλύτερη, όπως μας βεβαιώνει ο απόστολος: «Ότι καθώς περισσεύει τα παθήματα του Χριστού εις ημάς, ούτω διά Χριστού περισσεύει και η παράκλησις ημών» (Β’ Κορ. α’ 5).
Η παράκλησή μας όμως, πάνω απ’ όλα είναι μεγάλη επειδή μας καλεί ο Κύριος να τον ακολουθήσουμε. «Ακολουθήτω μοι», λέει. Γιατί ο Κύριος κάνει την κλήση αυτή σ’ εκείνους που αναλαμβάνουν το σταυρό τους; Πρώτα για να μην πέσουν και τσακιστούν κάτω από το βάρος του. Η ανθρώπινη ράτσα είναι τόσο οδυνηρά αδύναμη, που κι ο ελαφρύτερος σταυρός φαίνεται βαρύς στο δυνατότερο άνθρωπο, αν τον φέρει χωρίς τη βοήθεια του ουρανού. Βλέπουμε πως απελπίζονται οι άπιστοι στο ελαφρύτερο χτύπημα. Πως εναντιώνονται στον ουρανό και τη γη με το που θα τους κεντήσει μια καρφίτσα. Πως παραπατούν δεξιά κι αριστερά αβοήθητοι, αναζητώντας κάποια στήριξη και αρωγή στο κενό αυτού του κόσμου· κι όταν ο κόσμος αυτός δεν μπορεί να τους προσφέρει στήριξη και βοήθεια, τότε ισχυρίζονται πως ο κόσμος ολόκληρος δεν είναι παρά ένα κενό απόγνωσης.
Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος μας καλεί να τον ακολουθήσουμε. Μόνο αν ακολουθούμε πίσω Του θα μπορούμε να κουβαλάμε το σταυρό μας. Σ’ Εκείνον θα βρούμε δύναμη, θάρρος και παρηγοριάΘα γίνει σ’ εμάς φως στο σκοτεινό δρόμο μας, υγεία στην αρρώστια, σύντροφος στη μοναξιά, χαρά στους πειρασμούς και πλούτος στην ένδεια. Το ανεξάντλητο φως του Χριστού μας χρειάζεται για να σβήσει τον πόνο μας και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα μας στο χάραμα της μέρας.
Ο δεύτερος λόγος που ο Κύριος μας καλεί να τον ακολουθήσουμε είναι τόσο σπουδαίος όσο κι ο πρώτος κι έχει να κάνει με τη θεληματική απάρνηση του εαυτού μας και την ανάληψη του σταυρού. Πολλοί είναι εκείνοι που έκαναν επίδειξη κάποιας αυταπάρνησης για ν’ αποκτήσουν μεγαλύτερη φήμη σ’ αυτόν τον κόσμο. Πολλοί είναι αυτοί που έχουν σωρεύσει αμέτρητες δοκιμασίες και βάσανα μόνοι τους, μόνο για να κερδίσουν το θαυμασμό και τον έπαινο των ανθρώπων. Πολλοί, κυρίως ανάμεσα στους ειδωλολάτρες, το έχουν κάνει αυτό κι άλλοι το κάνουν μέχρι σήμερα, για ν’ αποκτήσουν μεγαλύτερες μαγικές δυνάμεις κι έτσι να επιβληθούν στους άλλους, να βλάψουν ή να ωφελήσουν αυτούς που θέλουν. Κι όλ’ αυτά από μια μάταιη πλεονεξία κι επιθυμία για κυριαρχία.
Τέτοια αυταπάρνηση δεν είναι αληθινή, είναι φιλαυτία. Τέτοιος σταυρός δεν οδηγεί στην ανάσταση και τη σωτηρία αλλά σε πλήρη όλεθρο. Είναι σα να παραδίδεται κάποιος στα χέρια του σατανά. Εκείνος όμως που αναλαμβάνει το σταυρό του κι ακολουθεί το Χριστό, ελευθερώνεται από την έπαρση και την αλαζονεία, από τη φιλαυτία κι από κάθε επιθυμία για εγκόσμια δόξα και κέρδος. Όπως ο άρρωστος άνθρωπος παίρνει πικρά φάρμακα, όχι για να δείξει στους άλλους πως μπορεί να τα καταπιεί, αλλά για την αποκατάσταση της υγείας του, έτσι κι ο αληθινός χριστιανός απαρνιέται τον εαυτό του, δηλαδή απαλλάσσεται από την άρρωστη ύπαρξή του, αναλαμβάνει το σταυρό του σαν πικρό και σωστικό φάρμακο κι ακολουθεί το Χριστό, το θεραπευτή και σωτήρα του. Κι αυτό όχι για ν’ αποσπάσει τον έπαινο και τη δόξα των ανθρώπων, αλλά για να σώσει την ψυχή του από τον παραλογισμό της ζωής αυτής κι από το σκουλήκι και το πυρ της μέλλουσας ζωής.
«Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ’ άν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν» (Μάρκ. η’ 35). Όποιος θέλει να σώσει την επίγεια ζωή του, αυτός θα χάσει την αιώνια και μακαρία ζωή. Όποιος όμως αψηφήσει και θυσιάσει τη ζωή του αυτή για μένα και το ευαγγέλιο, αυτός θα σώσει τη μέλλουσα ζωή και μακαριότητά του.
Αυτά είναι σκληρά λόγια, αδυσώπητα. Αυτή είναι μια φωτιά που γυρεύει να κατακάψει τον παλιό άνθρωπο ως τις ρίζες του, ν’ αφανίσει τις ίδιες τις ρίζες. Ο Χριστός δεν ήρθε απλά για ν’ αναμορφώσει τον κόσμο, αλλά να τον ανακατασκευάσει, να φέρει καινούργια ζωή. Να ρίξει το παλιό σίδερο στη φωτιά και να το σφυρηλατήσει από την αρχή. Δεν είναι αναμορφωτής, αλλά ο Δημιουργός. Δεν είναι επιδιορθωτής, αλλά υφαντής. Όποιος θέλει να διατηρήσει ένα παλιό και σκουληκοφαγωμένο δέντρο, θα το χάσει. Μπορεί να κάνει ό,τι μπορεί για να το περιποιηθεί εξωτερικά, να το ποτίσει, να το περιφράξει και να του ρίξει λίπασμα, το σκουλήκι όμως θα το τρώει εσωτερικά. Το δέντρο θα σαπίσει σιγά σιγά και θα πέσει.
Εκείνος που κόβει ένα σκουληκοφαγωμένο δέντρο και το ρίχνει στη φωτιά μαζί με τα σκουλήκια και μετά φροντίζει τα μικρά κλαδάκια που ξεφυτρώνουν από τη ρίζα και τα προστατεύει από τα σκουλήκια, αυτός θα σώσει το καινούργιο δέντρο. Αυτός που προσπαθεί να διατηρήσει την παλιά ψυχή, που είναι φαγωμένη και φθαρμένη από την αμαρτία, θα τη χάσει, γιατί ο Θεός δεν επιτρέπει σε τέτοια ψυχή να παρουσιαστεί μπροστά Του. Κι ό,τι δεν παρουσιάζεται ενώπιον του Θεού, είναι σα να μην υπάρχει. Εκείνος λοιπόν που χάνει την παλιά ψυχή του, θα κερδίσει τη νέα ψυχή, την γεγεννημένην εκ του πνεύματος και νυμφευμένη με το Χριστό.
Η ψυχή στην ουσία είναι ταυτόσημη με τη ζωή. Διαβάζουμε στο ευαγγέλιο: Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι και ος δ’ αν απολέσει την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν. Και στις δύο περιπτώσεις η λέξη ψυχή σημαίνει τη ζωή. Εκείνος που θέλει να σώσει τη θνητή ζωή του με κάθε θυσία, αυτός θα χάσει και τις δύο ζωές, και τη θνητή και την αθάνατη. Τη θνητή επειδή, όσο κι αν κατορθώσει να επιμηκύνει τη ζωή του στη γη, τελικά θα τη χάσει με το θάνατο. Αλλά θα χάσει και την αιώνια ζωή, αφού δεν έκανε τίποτα γι’ αυτήν, δεν υπόφερε τίποτα. Εκείνος που αγωνίζεται να κερδίσει την αθάνατη ζωή με το Χριστό, αυτός θα τη λάβει και θα τη διατηρήσει στην αιωνιότητα, μ’ όλο που θα χάσει την πρόσκαιρη, τη θνητή ζωή.
Ο άνθρωπος ίσως χάσει την πρόσκαιρη θνητή ζωή του για το Χριστό και το ευαγγέλιο αν, σε περίπτωση ανάγκης, θυσιαστεί και πεθάνει ως μάρτυρας για το Χριστό και το άγιο ευαγγέλιό Του· ή αν περιφρονήσει την παρούσα ζωή ως αμαρτωλή κι ασήμαντη και προσφέρει τον εαυτό του με όλη του την ψυχή και τη δύναμη στο Χριστό, αν μπει στην υπηρεσία Του, παραδίδοντας τα πάντα σ’ Εκείνον και προσδοκώντας τα πάντα απ’ Αυτόν. Είναι πιθανό ο άνθρωπος να χάσει την ψυχή του, τη ζωή του, με την αυτοκτονία ή με τη θυσία του γι’ άσκοπα πράγματα, για παράδειγμα πάνω σε μια φιλονικία ή διαφωνία. Σ’ αυτόν δεν ισχύει η υπόσχεση ότι θα σώσει την ψυχή (ζωή) του, γιατί διευκρινίζεται:ένεκεν εμού και του ευαγγελίουΟ Χριστός και το ευαγγέλιο είναι ασυγκρίτως ανώτερα από την ψυχή μας. Είναι ο μεγαλύτερος πλούτος τόσο στο χρόνο όσο και στην αιωνιότητα. Δεν υπάρχει άνθρωπος που θα δίσταζε να θυσιάσει τα πάντα για τα παντοτεινά αυτά αγαθά.
Γιατί ο Χριστός προσθέτει και του ευαγγελίου; Δεν είναι αρκετό αυτό το ένεκεν εμού; Όχι, δεν είναι. Ο Κύριος είπε ένεκεν εμού και του ευαγγελίου για να διευρύνει τους λόγους που έχει να θυσιαστεί κανείς και να ζήσει εν ΘεώΓια ν’ αυξήσει τον αριθμό των σεσωσμένων. Σώζεται εκείνος που χάνει τη ζωή του για τον ζώντα και αθάνατο Χριστό. Εκείνος επίσης σώζεται, που χάνει τη ζωή του για τα έργα του Χριστού στον κόσμο, για την αγία διδασκαλία Του. Τέλος σώζεται εκείνος που χάνει τη ζωή του για μια μόνο εντολή του Χριστού, για έναν απλό λόγο Του. Ο Κύριος είναι ο Νομοθέτης της ζωής. Όποιος θυσιάζεται για το Νομοθέτη, θυσιάζεται και για το νόμο Του. Και αντίστροφα, εκείνος που θυσιάζεται για τους νόμους Του, θυσιάζεται και για Εκείνον. Ταυτίζοντας τον Εαυτό Του με τα έργα και τη διδασκαλία Του, ο Κύριος διευρύνει τη δυνατότητα της σωτηρίας σε πολλούς.
«Τί γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κό­σμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τί δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» (Μάρκ. η’ 36 – 37). Τί θα ωφεληθεί ο άνθρωπος αν κερδίσει όλον τον κόσμο, αλλά χάσει την ψυχή του; Ή τί αντάλλαγμα μπορεί να δώσει ο άνθρωπος για την ψυχή του;
Τα λόγια αυτά ρίχνουν περισσότερο φως στα προηγούμενα. Από αυτά προκύπτει ότι ο Κύριος θεωρεί πως η ψυχή του ανθρώπου αξίζει περισσότερο από τον κόσμο ολόκληρο. Από αυτά προκύπτει επίσης τι είδους ψυχή πρέπει να χάσει ο άνθρωπος για να κερδίσει την ψυχή του: να χάσει την καταρρακωμένη ψυχή, εκείνην που είναι βουτηγμένη στον κόσμο, που την έχει γονατίσει ο κόσμος, που είναι δουλωμένη στον κόσμο. Όταν ο άνθρωπος χάσει τέτοια λεγόμενη «ψυχή», τότε θα σώσει την πραγματική ψυχή του. Αν απορρίψει την απατηλή ζωή, θα κερδίσει την αληθινή.
Ποιά η ωφέλεια αν κερδίσει κανείς τον κόσμο ολόκληρο, όταν ο κόσμος αυτός είναι προορισμένος για καταστροφή, και να βλάψει την ψυχή του, που είναι προορισμένη για την αιωνιότητα; Ο κόσμος πλησιάζει προς το τέλος του. Στο τέλος θ’ αποβληθεί σαν ένα σκωροφαγωμένο ρούχο. Οι αληθινές ψυχές, αυτές που αγαπούν το Χριστό, θα πετάξουν τότε στη βασιλεία της αιώνιας νεότητας. Το τέλος του κόσμου θα σημάνει την έναρξη μιας νέας ζωής για την ψυχή. Τί αξίζει τότε για τον άνθρωπο ολόκληρος ο κόσμος, όταν σύντομα θα χωριστεί απ’ αυτόν, όταν ο κόσμος ολόκληρος στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον θα αποσυντεθεί και θα εξαφανιστεί σαν όνειρο που πέρασε; Σε τί θα του χρησιμεύσει ένα αβοήθητο κουφάρι; Τί αντάλλαγμα αξίζει να δώσει για την ψυχή του;
Προσέξτε! Ακόμα κι αν ολόκληρος ο κόσμος ανήκε στον άνθρωπο, ο Κύριος δε θα τον δεχόταν ως αντάλλαγμα της ψυχής του. Μα ο κόσμος δεν ανήκει στον άνθρωπο, αλλά στο Θεό. Ο Θεός τον έφτιαξε και τον παρέδωσε στον άνθρωπο για χρήση, για χάρη ενός μεγαλύτερου αγαθού, μεγαλύτερου και πολυτιμότερου από τον κόσμο. Το μεγαλύτερο δώρο που ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο είναι η κατ’ εικόνα Του ψυχή. Και το μέγιστο αυτό δώρο θα το ζητήσει πίσω όταν ο ίδιος ευδοκήσει. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να επιστρέψει τίποτα στο Θεό στη θέση της ψυχής του. Η ψυχή είναι ο βασιλιάς, όλα τ’ άλλα είναι δούλοι. Ο Θεός δε θα δεχτεί ένα δούλο στη θέση του βασιλιά, ούτε κάτι θνητό στη θέση του αθάνατου.
Τί αντάλλαγμα μπορεί να δώσει ο αμαρτωλός για την ψυχή του; Εφόσον ο άνθρωπος εξακολουθεί να ζει σωματικά στον κόσμο γοητεύεται απ’ αυτόν, πιστεύει πως ο κόσμος είναι πολύτιμος. Όταν όμως χωρίζεται από το σώμα, συνειδητοποιεί πως χωρίς το Θεό και την ψυχή δεν υπάρχει τίποτα που ν’ αξίζει. Μα είναι πολύ αργά. Τότε δεν μπορεί να σκεφτεί να δώσει κάτι αντάλλαγμα για την ψυχή του. Πόσο δυσχερής είναι η θέση της αμαρτωλής ψυχής όταν ανακαλύπτει πως όλα όσα την έδεναν με το Θεό και τον κόσμο έχουν τώρα διαρραγεί, πως τώρα είναι γυμνή και άμοιρη στον πνευματικό κόσμο! Σε ποιόν μπορεί να κραυγάσει για βοήθεια; Ποιό όνομα μπορεί να επικαλεστεί; Από ποιό άκρο ιματίου μπορεί να πιαστεί καθώς πέφτει μέσα στην ατέλειωτη και αιώνια άβυσσο;
Ευλογημένοι είναι εκείνοι που σ’ αυτή τη ζωή αγάπησαν το Χριστό κι έμαθαν να επικαλούνται το όνομά Του μέρα και νύχτα, μαζί με την ανάσα και το χτύπο της καρδιάς τους. Πάνω από την άβυσσο θα γνωρίζουν ποιον πρέπει να καλέσουν για βοήθεια. Θα ξέρουν ποιο όνομα να επικαλεστούν. Θα ξέρουν από ποιο άκρο ιματίου να πιαστούν. Εκείνοι θα βρίσκονται πραγματικά εκτός κινδύνου, θα καλύπτονται κάτω από τις φτερούγες του αγαπημένου τους Κυρίου.
Εδώ τώρα έχουμε το σπουδαιότερο λόγο που πρέπει να φοβούνται εκείνοι που σ’ αυτή τη ζωή δεν έχουν επίγνωση του φόβου της αμαρτίας.
Είπε ο Κύριος: «Ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων» (Μάρκ. η’ 38). Εκείνος που θα δειλιάσει, θα ντραπεί και θ’ αρνηθεί εμένα και τους λόγους μου σ’ αυτήν την αποστατημένη κι αμαρτωλή γενιά, αυτόν κι ο υιός του ανθρώπου δε θα τον λυπηθεί και θα τον αποκηρύξει όταν έρθει με τη δόξα του Πατέρα Του, συνοδευόμενος από τους αγίους αγγέλους Του.
Ακούστε τα αυτά όλοι οι πιστοί. Μην υπερεκτιμάτε την αγάπη του Θεού. Το έλεός Του θα το δώσει και στους αμετανόητους βλάσφημους μόνο σ’ αυτή τη ζωή. Στην τελική Κρίση, τη θέση του ελέους θα την καταλάβει η δικαιοσύνη. Ακούστε τα αυτά όλοι εσείς που πλησιάζετε καθημερινά τον αναπόφευκτο θάνατο. Ακούστε τα και τηρήστε τα στην καρδιά και την ψυχή σας. Τα λόγια αυτά δεν τα είπε εχθρός σας, αλλά ο μεγαλύτερος φίλος σας. Τα ίδια αυτά χείλη που πάνω στο σταυρό συχώρεσαν τους εχθρούς Του, διατύπωσαν κι αυτά τα φοβερά αλλά δίκαια λόγιαΕκείνον που ντρέπεται να ομολογήσει το Χριστό σ’ αυτόν τον κόσμο, θα τον ντρέπεται κι ο Χριστός στο τέλος του κόσμου. Αυτόν που ντρέπεται να ομολογήσει το Χριστό μπροστά στους αμαρτωλούς, θα τον αγνοήσει κι ο Χριστός μπροστά στους αγγέλους Του. Σε τί θα υπερηφανεύεσαι, άνθρωπε, αν ο Χριστός σε αγνοήσει; Αν ντρέπεσαι τη ζωή, σημαίνει πως υπερηφανεύεσαι στο θάνατο. Αν ντρέπεσαι στην αλήθεια, υπερηφανεύεσαι στα ψέμματα. Αν ντρέπεσαι στην αγάπη, υπερηφανεύεσαι στην κακία. Αν ντρέπεσαι στη δικαιοσύνη, υπερηφανεύεσαι στην αδικία. Αν ντρέπεσαι να υποφέρεις στο σταυρό, σημαίνει ότι υπερηφανεύεσαι στην ειδωλολατρική ανοσιότητα. Αν ντρέπεσαι την αθανασία, υπερηφανεύεσαι στη φθορά του θανάτου και του τάφου.
Μπροστά σε ποιόν ντρέπεσαι το Χριστό; Σε κάποιον καλλίτερο από το Χριστό; Όχι, καλλίτερος από το Χριστό δεν υπάρχει. Αυτό σημαίνει πως θα ντρέπεσαι μπροστά σε κάποιον που είναι κατώτερος από το Χριστό. Ντρέπεσαι τον πατέρα σου μπροστά σε μια αρκούδα; Μήπως κάποια κόρη ντρέπεται για τη μητέρα της μπροστά σε μιαν αλεπού; Γιατί τότε ντρέπεσαι τον πανάγαθο μπροστά στον κακό, τον Πάναγνο μπροστά στον αμαρτωλό, τον παντοδύναμο μπροστά στον ανίσχυρο, τον παντογνώστη μπροστά στον ανόητο; Γιατί ντρέπεσαι το μεγαλοδύναμο Κύριο μπροστά σε μια αισχρή κι αμαρτωλή γενεά; Μήπως επειδή η γενεά αυτή χορεύει διαρκώς μπροστά στα μάτια σου, ενώ ο Κύριος είναι αόρατος; Περίμενε λίγο, λίγο ακόμα, κι ο Κύριος θα εμφανιστεί ένδοξος ανάμεσα στα νέφη των αγγέλων, κι η γενεά αυτή θα εξαφανιστεί κάτω από τα πόδια Του, θα σκορπιστεί όπως η σκόνη μπροστά στο δυνατό άνεμο. Τότε θα ντραπείς πραγματικά, όχι για τον ένδοξο Κύριο, μα για σένα. Μα η ντροπή σου τότε δε θά ’χει καμιά αξίαΕίναι καλύτερα να ντραπείς τώρα, όσο η ντροπή μπορεί ακόμα να βοηθήσει. Να ντραπείς για όλα μπροστά στο Χριστό, όχι για το Χριστό μπροστά σε όλα.
Γιατί είπε ο Χριστός εμέ και τους εμούς λόγους; Όποιος ντρέπεται Εμένα, σημαίνει όποιος αμφιβάλλει για τη θεότητά Μου, για τη θεία Μου ενσάρκωση από την αγία Παρθένο, για τα σταυρικά Μου πάθη και την Ανάστασή Μου, για την πτωχεία Μου σ’ αυτόν τον κόσμο και για την αγάπη μου προς τους αμαρτωλούς. Όποιος ντρέπεται για τους λόγους Μου, σημαίνει όποιος αμφιβάλλει για το ευαγγέλιο ή αρνιέται τη διδασκαλία Μου, όποιος διαστρέφει τους λόγους Μου και με την αίρεση προκαλεί σύγχυση ανάμεσα στους πιστούς, όποιος φέρεται αλαζονικά στην αποκάλυψη και τη διδασκαλία Μου και την αντικαθιστά με άλλες, δικές του διδαχές ή όποιος κρύβεται σκόπιμα και δεν ομολογεί τα λόγια Μου μπροστά στους ισχυρούς αυτού του κόσμου. Αυτός θα νιώσει και τη δική Μου ντροπή, και το δικό του φόβο.
Τα λόγια του Χριστού είναι μια ζωντανή διαθήκη στον κόσμο, όπως είναι και τα πάθη Του, το Σώμα και το Αίμα Του. Ο Κύριος δε διαχωρίζει τα λόγια Του από τον Εαυτό Του, δε δίνει μικρότερη αξία σ’ αυτά απ’ ό,τι στο Πρόσωπό Του. Ο λόγος Του είναι αχώριστος από τον Εαυτό του. Ο λόγος του έχει την ίδια δύναμη με το Πρόσωπό Του, γι’ αυτό και είπε στους αποστόλους Του: «Ήδη υμείς καθαροί έστε διά τον λό­γον ον λελάληκα υμίν» (Ιωάν. ιε’ 3). Με το λόγο Του καθάριζε τις ψυχές, θεράπευε τους αρρώστους, έδιωχνε τα πονηρά πνεύματα και ανάσταινε τους νεκρούς. Ο λόγος Του είναι δημιουργικός, καθαρτικός και ζωογόνος. Γιατί τότε να ηχεί περίεργο αυτό που ακούμε στο ευαγγέλιο, «και Θεός ην ο Λόγος» (Ιωάν. α’ 1);
Ο Κύριος αποκαλεί τη γενεά αυτή μοιχαλίδα με την ευρύτερη έννοια του όρου. Έτσι είχαν αποκαλέσει κι οι παλιοί προφήτες τη λατρεία των ψεύτικων θεών (βλ. Ιεζ. κγ’ 37). Όποιος αφήνει τη δική του σύζυγο και ακολουθεί άλλη γυναίκα είναι μοιχός. Όποιος ξεχνά τον ζώντα Θεό και προσκυνά τον κτιστό κόσμο, είναι κι αυτός μοιχός. Όποιος εγκαταλείπει την πίστη του στον Κύριο και πιστεύει σε ανθρώπους κι όποιος απαρνιέται την αγάπη του προς το Θεό και την μεταφέρει σε ανθρώπους και σε αντικείμενα, διαπράττει μοιχεία. Με λίγα λόγια, όλες οι αμαρτίες που χωρίζουν την ψυχή σου από το Θεό και την προσκολλούν σε κάτι ή σε κάποιον μακριά από το Θεό, μπορούν να χαρακτηριστούν με το γενικό όρο της μοιχείας, γιατί όλες φέρουν τα σημάδια του μοιχού άντρα ή της μοιχαλίδας γυναίκας. Όποιος επομένως ντρέπεται για το Χριστό, τον Κύριο, το Νυμφίο της ψυχής του ανθρώπου, μπροστά σε μια τέτοια μοιχαλίδα γενεά, μοιάζει πραγματικά με τη νύφη που ντρέπεται μπροστά σε ακόλαστους ανθρώπους για το μνηστήρα της. Ο Κύριος δε μιλάει μόνο για αμαρτωλή γενεά, αλλά για γενεά μοιχαλίδα και αμαρτωλή. Γιατί; Για να κάνει ειδική αναφορά και καταγγελία της μοιχείας. Με τη λέξη «μοιχεία» υπονοούνται εδώ οι σοβαρότερες, οι πιο απεχθείς και θανάσιμες αμαρτίες, που συχνά ξεστρατίζουν τον άνθρωπο από την πίστη του Χριστού, από την αυταπάρνηση, από το σταυρό του και την αναγέννησή του.
Προσέξτε τώρα πως τελειώνει το σημερινό ευαγγέλιο: «Αμήν λέγω υμίν, εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι την βα­σιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει» (Μάρκ. θ’ 1). Αλήθεια σας λέω, σας διαβεβαιώνω, πως μερικοί απ’ αυτούς που βρίσκονται εδώ τώρα, δε θα γνωρίσουν θάνατο, προτού δουν τη βασιλεία του Θεού νά ’ρχεται δυναμικά.
Από μια πρώτη άποψη θά ’λεγε κανείς πως τα λόγια αυτά δε συνδέονται με τα προηγούμενα. Η συνοχή τους όμως είναι σαφής. Αυτό είναι ένα θαυμάσιο τελείωμα. Ο Κύριος δε θ’ αφήσει τους πιστούς Του απαρηγόρητους. Αφού τους καλεί ν’ αναλάβουν το σταυρό τους, ν’ απαρνηθούν τον εαυτό τους και τη ζωή τους· κι αφού τους απειλεί με φοβερές τιμωρίες σε περίπτωση που ντραπούν να ομολογήσουν Εκείνον και τους λόγους Του, ο Κύριος τώρα κάνει να εμφανιστεί στον ουρανό ένα ουράνιο τόξο μετά την καταιγίδα. Σπεύδει να μιλήσει για ανταπόδοση σε κείνους που τον υπακούνε και τον ακολουθούν κουβαλώντας το σταυρό τους. Η ανταμοιβή θα δοθεί σε κάποιους πριν από το τέλος του κόσμου και την τελική κρίση, πριν ακόμα κι από το τέλος της ζωής τους στη γη. Αυτοί δε θα γευτούν το θάνατο έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυΐαν εν δυ­νάμει.
Πόσο σοφός είναι ο Κύριος στο κήρυγμά Του! Ποτέ δε μιλάει για καταδίκη χωρίς ταυτόχρονα ν’ αναφέρει και ανταμοιβή. Δεν κατακρίνει χωρίς να επαινέσει, δεν οδηγεί τον άνθρωπο σε δρόμο γεμάτο αγκάθια χωρίς να μνημονεύσει τη χαρά που τον περιμένει στο τέλος του δρόμου. Δεν απειλεί χωρίς να παρηγορήσει. Δεν αφήνει να καλυφθεί ο ουρανός από μαύρα σύννεφα χωρίς να δείξει ξανά το λαμπρό ήλιο και το κάλλος του ουράνιου τόξου.
Ποιοί είναι αυτοί που δε θα γευτούν θάνατο προτού δουν τη βασιλεία του Θεού νά ’ρχεται δυναμικά; Ο Κύριος, που μιλούσε στους μαθητές Του μα και σ’ ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων, είπε: «εισί τινες των ώδε εστηκότων». Είναι μερικοί απ’ αυτούς που τώρα βρίσκονται εδώ, ανάμεσά μας. Ποιούς εννοεί, επομένως;
Πρώτα εννοεί εκείνους που έχουν τηρήσει την εντολή Του ν’ απαρνηθούν τον εαυτό τους και ν’ αναλάβουν το σταυρό τους. Αυτοί, αν και ζουν σ’ αυτόν τον κόσμο, θα νιώσουν μέσα τους τη δύναμη της βασιλείας του Θεού. Το Πνεύμα του Θεού θα τους επισκιάσει, θα τους καθαρίσει και θα τους αγιάσει, θα τους ανοίξει τις πύλες των μυστηρίων του ουρανού, όπως έγινε αργότερα στον πρωτομάρτυρα Στέφανο και στους αποστόλους. Δεν είδαν τη βασιλεία του Θεού δυναμικά οι απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής, τη στιγμή πουέλαβον δύναμιν εξ ύψους; Κι ο Στέφανος «υπάρχων πλήρης Πνεύ­ματος Αγίου, ατενίσας εις τον ουρανόν είδε δόξαν Θε­ού» (Πράξ. ζ’ 55). Ο ευαγγελιστής Ιωάννης δεν είδε τη βασιλεία του Θεού πριν από το σωματικό του θάνατο; Ο απόστολος Παύλος δεν ανέβηκε ως τον τρίτο ουρανό προτού γευτεί θάνατο; Ας αφήσουμε όμως τους αποστόλους κατά μέρος. Ποιός ξέρει πόσοι από κείνους που παρακολουθούσαν και άκουγαν τον Κύριο ένιωσαν τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος και είδαν τη βασιλεία του Θεού νά ’ρχεται προτού εγκαταλείψουν τον κόσμο αυτό;
Εκτός όμως από την ερμηνεία αυτή, κάποιοι ευαγγελικοί σχολιαστές δίνουν στα παραπάνω λόγια του Χριστού διαφορετική ερμηνεία. Εκτιμούν ότι τα λόγια αυτά του Σωτήρα μας αναφέρονται στους τρεις αποστόλους, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, που λίγο καιρό αργότερα είδαν τον Κύριο να μεταμορφώνεται στο όρος Θαβώρ και να συνομιλεί με τον Ηλία και το Μωυσή. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως η ερμηνεία αυτή είναι σωστή, μα δεν αποκλείει και την άλλη. Οι τρεις απόστολοι σίγουρα είδαν τη βασιλεία του Θεού δυναμικά στο όρος Θαβώρ, όταν ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε με την ουράνια δόξα Του, ενώ από τον άλλο κόσμο εμφανίστηκαν ο Μωυσής κι ο Ηλίας, ο ένας στα δεξιά κι ο άλλος αριστερά Του. Δεν πρέπει όμως να πιστεύουμε πως αυτή ήταν η μοναδική περίπτωση που άνθρωποι θνητοί είδαν τη βασιλεία του Θεού νά ’ρχεται δυναμικά. Το περιστατικό του όρους Θαβώρ ήταν πραγματικά εκθαμβωτικό, μα δεν αποκλείει τις αμέτρητες άλλες περιπτώσεις θνητών ανθρώπων που είδαν σ’ αυτή τη ζωή, αν και με διαφορετικό τρόπο, τη βασι­λεία του Θεού δυναμικά και ένδοξα.
Αν το επιθυμούμε, μπορούμε κι εμείς να δούμε τη βασιλεία του Θεού νά ’ρχεται «εν δυνάμει και δόξη» προτού γευτούμε το σωματικό θάνατό μας. Οι συνθήκες με τις οποίες θα μας αποκαλυφτεί ξεκαθαρίζονται στο σημερινό ευαγγέλιο. Ας αγωνιστούμε να νεκρώσουμε την παλιά μας ψυχή, την αμαρτωλή ζωή μας. Ας μάθουμε πως είναι προτιμότερο και πιο σπουδαίο στον άνθρωπο να σώσει την ψυχή του παρά να κερδίσει τον κόσμο ολόκληρο. Έτσι θ’ αξιωθούμε με το έλεός Του να δούμε τη βασιλεία του Θεού, μεγάλη σε δύναμη κι ασύγκριτη σε δόξα, εκεί που οι άγγελοι μαζί με τους αγίους δοξολογούν μέρα και νύχτα τον Ζώντα Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)
Συνιστούμε ανεπιφύλακτα στους επισκέπτες της ιστοσελίδος μας το εξαιρετικό βιβλίο με τις ομιλίες του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς:

"Ομιλία εις την Γ΄ Κυριακήν των Νηστειών"


Ναί! Όσο ολόκληρος ο άνθρωπος επιποθεί τον Θεό, όσο στ' α­λήθεια αγωνίζεται να απαρνηθή τον εαυτό του και να ακο­λουθή τον Χριστό, να σηκώνη τον Σταυρό, να σηκώνη τον Σταυρό του Χριστού, τότε αληθινά λαμβάνει από τον Κύριο Ιησού Χριστό την θεία δύναμι.


(Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς)

«Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυ­τόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. η' 34).

Αίροντες τον σταυρό, ευαρεστούμε τον Κύριο Ιησού Χρι­στό, Τον ακολουθούμε. Αν ακολουθούμε τον εαυτό μας, δεν μπορούμε να ακολουθούμε Εκείνον. Όποιος δεν απαρνηθή τον εαυτό του, δεν μπορεί να Με ακολουθήση (Ματθ. ι' 38).

Αν ακολουθήσης τον δικό σου νου και όχι τον νου του Χριστού, αν ακολουθήσης το θέλημά σου και όχι το θέλημα του Χριστού, όπως αναφέρεται στο άγιο Ευαγγέλιο, η ψυ­χή σου δεν είναι καθαρή, δεν είναι αγιασμένη, είναι χαμένη στην ζούγκλα των ψυχοφθόρων και φρικτών πλανών. Διότι η αμαρτία, το κακό, κατόρθωσε να χτίση μέσα μας, δίπλα σε εκείνη την θεοειδή ψυχή που ελάβαμε από τον Θεό, την δική της ψυχή. Αν η αμαρτία μας γίνη έξις, δημιουργεί μέσα μας την δική της ψυχή. Αν πράττωμε την αμαρτία, εκείνη σταδια­κά μορφώνεται στην ψυχή μας. Κοντά σε εκείνη την θεοειδή ψυχή, την οποία ο Θεός σου έδωσε, εσύ φέρνεις ένα ξένο, ο οποίος σε αιχμαλωτίζει. Αυτός διαφεντεύει, ενώ ό,τι θεϊκό είναι μέσα σου, είναι σαν κοιμισμένο, σαν μουδιασμένο. Το απέρριψες, και εκείνο δεν ζη μέσα σου, πεθαίνει.

Η αμαρτία δημιουργεί μέσα μας δικό της κόσμο, δημι­ουργεί μέσα μας δική της φιλοσοφία, δική της αντίληψι για τον κόσμο. Η αμαρτία επιδιώκει να καταλάβη την θέσι του Θεού στην ψυχή σου, την θέσι της Εικόνος του Θεού. Αυτό θέλει να κάνη η αμαρτία. Η αμαρτία στην πραγματικότητα θέλει να στερήση τον άνθρωπο από εκείνες τις θεϊκές ωραιότητες που έχει στην ψυχή του. Ναι, αυτός ο διάβολος αγωνί­ζεται δια μέσου της αμαρτίας να δημιουργήση μέσα σου και μέσα μου την δική του εικόνα. Διότι η αμαρτία πάντοτε ο­μοιάζει στον διάβολο. Πάντοτε, όταν την εναγκαλιζόμαστε, τυπώνει σιγά-σιγά στην ψυχή μας την δική του σκοτισμένη μορφή. Έτσι, με την αμαρτία, με την έξι στην αμαρτία, μορ­φώνεται μέσα μας ένα άλλο εγώ, μία άλλη ψυχή, ένας άλ­λος εαυτός, εκείνος ο εαυτός, τον οποίο ζητεί ο Κύριος να απαρνηθούμε: «ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ' ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω» (Ρωμ. ζ' 19). Το κακό το δημιουργή­σαμε εμείς οι ίδιοι, ενώ το καλό είναι από τον Θεό, λέγει ο απόστολος Παύλος (Α' Τιμ. δ' 4). Εγώ θέλω να ζω σωστά, αλλά την δύναμι να το κάνω δεν την έχω. Δεν βρίσκω την δύναμι γι' αυτό, δεν βρίσκω την δύναμι μέσα μου.

Να, το σημερινό Ευαγγέλιο μας αποκαλύπτει τον τρόπο για να πραγματοποιήσουμε στην ζωή μας το καλό που επιθυ­μούμε. Αυτός είναι η απάρνησις του εαυτού σου, της αμαρ­τίας σου, αυτής της αμαρτωλής ψυχής που δημιουργήθηκε, χτίστηκε, μορφώθηκε μέσα σου. Με την νηστεία στην πρα­γματικότητα απωθούμε την αμαρτωλότητα που είναι μέσα μας. Αντικαθιστούμε σταδιακά τον εαυτό μας με τον Χρι­στό, μέχρις ότου φθάσουμε στην τελειότητα που έφθασε ο απόστολος Παύλος, ο οποίος λέγει: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. β' 20). Να, τι σημαίνει «απαρνησάσθω εαυτόν»: Σημαίνει να απαλείψουμε όλες τις (κακές) μας επιθυμίες, κάθε τι ανθρώπινο, εφάμαρτο, και να τα αντικα­ταστήσουμε με τον Χριστό. Να αλλάξουν, να γίνουν όλα Χριστός!

«Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυ­τήν· ος δ' αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν» (Μάρκ. η' 35). Εάν, βεβαί­ως, απαρνηθούμε κάθε αμαρτία μας, κάθε πάθος μας· και αν ξέρουμε, αν αισθανόμαστε και αν θέλουμε να γίνη ο Χρι­στός ψυχή μέσα στην ψυχή μας, καρδιά μέσα στην καρδιά μας, να αντικαταστήση τον εαυτό μας, το εγώ μας με τον Εαυτό Του. Αυτή είναι η μόνη οδός, για να φυλάξουμε εγώ και εσύ και κάθε άνθρωπος την ψυχή μας από την κόλασι, α­πό την καταστροφή, από τον διάβολο, από κάθε κακό, από τα αιώνια βάσανα, να βρούμε μέσα μας εκείνη την θεοειδή ψυχή, εκείνη την θεϊκή ψυχή, την οποία ο Θεός μας έδωσε.

Θεοειδής ψυχή! -Πού είναι άραγε;- Στον Χριστό. Ο Χρι­στός έγινε άνθρωπος για να μας ειπή: Να, έτσι πρέπει να εί­ναι ο άνθρωπος. Εκείνος, ο Θεός, έγινε άνθρωπος. Εκείνος έδειξε στον εαυτό Του την Εικόνα του Θεού. Εμείς είμαστε πλασμένοι κατ' Εικόνα Θεού. Οφείλουμε να ζούμε σύμφωνα με αυτήν. Τί είναι ο νους μας; Εικόνα του νου του Χριστού, του νου του Θεού. Η δική μας υποχρέωσις είναι να κάνουμε τον νου μας όμοιο με τον νου του Χριστού, δηλαδή να χριστοποιήσουμε όλο τον νου μας και να μπορούμε να πούμε με τον απόστολο Παύλο: «ημείς νουν Χριστού έχομεν» (Α' Κορ. β' 16). Αλλά μέχρι να ταυτίσουμε το θέλημά μας με το θέλημα του Χριστού, του Θεού, το δικό μας θέλημα πάντα περιπλανιέται, είναι πάντα αδύνατο, πάντα σκοντάφτει και βυθίζεται στην αμαρτία. Εάν έχουμε τον Κύριο Ιησού Χρι­στό ως το αιώνιο πρότυπό μας, το αιώνιο όραμά μας, τότε ταυτίζουμε τον εαυτό μας με το δικό Του θέλημα. Τότε λέμε: δεν θέλω να γίνη το θέλημά μου, αλλά το δικό Σου (Κύριε). «Πάτερ ημών, γενηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης».
 
Όταν εμείς, τηρώντας τις εντολές του Θεού, θέλουμε να θεραπεύσουμε το θέλημά μας από όλες τις αδυναμίες, από όλες τις αρρώστειες του, από όλο τον θάνατό του, στην πρα­γματικότητα θεραπεύουμε τον εαυτό μας από κάθε αμαρτία και εξορίζουμε από τον εαυτό μας κάθε τι εφάμαρτο. Ναί! Όσο ολόκληρος ο άνθρωπος επιποθεί τον Θεό, όσο στ' α­λήθεια αγωνίζεται να απαρνηθή τον εαυτό του και να ακο­λουθή τον Χριστό, να σηκώνη τον Σταυρό, να σηκώνη τον Σταυρό του Χριστού, τότε αληθινά λαμβάνει από τον Κύριο Ιησού Χριστό την θεία δύναμι. Διότι, όπως έχει λεχθή, ο Σταυρός «ημίν τοις σωζομένοις δύναμις Θεού εστί» (Α' Κορ. α' 18). Ημίν, για μένα και για σένα και για κάθε άνθρωπο. Όταν αποφασίσης να βιάσης τον εαυτό σου να σηκώσης τον σταυρό σου, να! εσύ την ίδια στιγμή λαμβάνεις θεία δύ­ναμι. Αυτή την δύναμι την δίνει ο Κύριος για να μπορέσης να νικήσης κάθε αμαρτία μέσα σου, να μπορέσης να νικήσης κάθε κακό, κάθε κακή συνήθεια, να μπορέσης να παιδαγωγήσης την γλώσσα σου να μη λέγη άπρεπα λόγια, να παιδαγωγήσης το μάτι σου να μη βλέπη εκείνα που δεν πρέπει να βλέπη. Όλη η ζωή σου να γίνη χριστοειδής. Χάριν τίνος; Χά­ριν του Χριστού. Για να εγκατοικίσης τον Χριστό μέσα σου! Να, αυτός είναι ο σκοπός μας, αυτό είναι το όραμά μας, αυ­τό είναι η ανάπαυσις και η ειρήνη και ο αιώνιος παράδεισος της ψυχής μας, κάθε ανθρώπινης ψυχής. Χωρίς τον Χριστό η ανθρώπινη ψυχή δεν ειρηνεύει...

Η δική μας οδός, η οδός των Αγίων και της νηστείας, είναι βία στον εαυτό μας να πράττωμε κάθε αγαθό, διηνε­κής βία του εαυτού μας προς κάθε καλό. Διότι η φύσις μας δεν θέλει το καλό. Εκείνη κλίνει στο κακό. Εσύ όμως βίασε τον εαυτό σου να πνίγης κάθε κακό που υπάρχει μέσα σου. Ο Κύριος θα σου δώση την δύναμι της Αναστάσεως για να κάνης πραγματικά κάθε καλό. Να σηκώνουμε τον σταυρό μας, να χριστοποιούμε τον εαυτό μας και να προσέχουμε ότι νηστεία δεν είναι άλλο από το να αντικαταστήσουμε τον ε­αυτό μας με τον Χριστό, τον Θεό μας. Μέσω κάθε αρετής ο άνθρωπος πρέπει να αντικαθιστά τον εαυτό του με τον Θεό, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Διότι, «θεός η αρετή», όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος. Και αυτή η θεία δύναμις είναι πιο δυνατή από αυτόν εδώ τον κόσμο, αυτή η δύναμις μας χαρίσθηκε για να υπερνικούμε κάθε κακό, να υπερνικούμε κάθε αμαρτία, κάθε διαβολική δύναμι. Βίασε τον εαυτό σου σε κάθε καλό και ο Αγαθός Κύριος θα σου δώση την δύναμι της Αναστάσεως, ώστε να πορεύεσαι από την μεγαλύτερη θλίψι στην μικρότερη και από την μικρότερη χαρά στην μεγαλύτε­ρη χαρά. Να βαδίζουμε όλοι προς την βασιλεία των ουρα­νών, έως ότου μπορέσουμε να πούμε με την Χάρι του Θεού και εμείς: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δεν ζω πλέον εγώ· εσύ ζης μέ­σα μου δια των αγίων Μυστηρίων και των αγίων αρετών». Σε Εσένα ανήκει η δόξα και η ευχαριστία, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

------------------------------------------------------
[Μετάφρασις αδελφών της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, από το βιβλίο PASHALNE BESEDE (Πασχαλινές Ομιλίες), Βελιγράδι 1998]

Πηγή: «Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ», τ.31, 2006, Περιοδική έκδοσις υπό των πατέρων της Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους

πηγή ψηφιακού κειμένου: alopsis.gr

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Ομιλία κατά την Κυριακή Β’ Νηστειών της Αγίας Τεσσαρακοστής (Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς)




Για τον παράλυτο που εθεραπεύτηκε στην Καπερναούμ από τον Κύριο και προς τους ομιλούντας ακαίρως μεταξύ τους κατά τις ιερές συνάξεις στην Εκκλησία

Μικρή περίληψη της 10ης ομιλίας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: Εις τον παραλυτικόν της Καπερναούμ, την δευτέραν Κυριακήν των Νηστειών, την μετέπειτα αφιερωθείσαν εις τον άγιον Γρηγόριον τον Παλαμάν. Ο παράλυτος της Καπερνα­ούμ εφέρετο υπό τεσσάρων ανδρών προς θεραπείαν παρά του Ιησού. Ο ψυχικώς παράλυτος, μετανοών, φέρεται εις τον Κύ­ριον από τέσσαρας δυνάμεις· την αυτοκριτικήν, την εξομολόγησιν, την υπόσχεσιν αποχής από τα κακά εις το μέλλον, την δέησιν προς τον Θεόν. Η οροφή την οποίαν θα χαλάσωμεν δια να φθάσωμεν εις τον Κύριον είναι ο νους, ο οποίος πρέπει να καθαρθή δια να καθοδηγή και το σώμα. 1. Σήμερα θα ειπώ προς την αγάπη σας ως προοίμιο τα ίδια τα δεσποτικά λό­για, μάλλον δε την πεμπτουσία του ευαγγελικού κηρύγματος· «μετανοεί­τε, διότι ήγγισε η βασιλεία των ουρα­νών» (Ματθ. 3, 21). Και δεν ήγγισε μόνο, αλλά και είναι μέσα μας· διότι, είπε πάλι ο Κύ­ριος, «η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα μας» (Λουκ. 17, 21). Και δεν είναι μόνο μέσα μας, αλλά σε λίγον καιρό φθάνει περιφανέστερα, για να καταργήση κάθε αρχή και εξου­σία και δύναμι και να προσφέρη την ακαταμάχητη ισχύ, τον αδαπάνητο πλούτο, την αναλλοίωτη και άφθαρτη και ατελεύτη­τη τρυφή και δόξα, εξουσία και δύναμι, μόνο σ’ αυτούς που έχουν ζήσει εδώ κατά το θέλημα και την αρέσκεια του Θεού.
2. Επειδή λοιπόν η βασιλεία του Θεού και ήγγισε και μέσα μας είναι και σε λίγον καιρό φθάνει, ας καταστήσωμε τους εαυ­τούς μας με τα έργα της μετανοίας αξίους αυτής. Ας βιάσωμε τους εαυτούς μας ανακόπτοντας τις πονηρές προλήψεις και συν­ήθειες· διότι η βασιλεία των ουρανών είναι βιαστή και οι βιασταί την αρπάζουν. Ας ζηλεύσωμε την υπομονή, την ταπείνωσι και την πίστι των θεοφόρων πατέρων μας· διότι λέγει, «εξετάζοντας τα αποτελέσματα της διαγωγής τούτων, να μιμήσθε την πίστι τους» (Εβρ. 13, 7). Ας νεκρώσωμε τα μέλη μας τα επίγεια, πορ­νεία, ακαθαρσία, κάθε κακό πάθος, και την πλεονεξία, και μά­λιστα κατά την διάρκεια των ιερών τούτων ημερών της νηστείας. Γι’ αυτό ακριβώς η χάρις του Πνεύματος κατά σειρά, πρώτα μας εδίδαξε περί της μελλούσης φρικωδεστάτης κρίσε­ως του Θεού, έπειτα μας υπενθύμισε περί της εξορίας του Αδάμ και μετά από αυτό μας υπέδειξε την ασφαλέστατη πίστι [Ο Γρηγόριος εννοεί το εορταστικό περιεχόμενο των τριών πρώτων Κυ­ριακών του Τριωδίου, Απόκρεω, Τυρινής, Ορθοδοξίας], έτσι ώστε με το φόβο της πρώτης και με τον θρήνο της δευτέρας να τηρούμε με βεβαιότητα την πίστι, να συμμαζεύωμε τους εαυ­τούς μας, να μη παραδιδώμαστε στην ακράτεια, να μη ανοίγωμε θύρα και προσφέρωμε χώρο δια της άπιστης και άπληστης κοι­λίας σε όλα τα πάθη και φθάνωμε στην ευρύχωρη και πλατειά οδό, καταστρεφόμενοι μ’ ευχαρίστησι κατά κάποιον τρόπο· αλλά, αφού αγαπήσωμε την στενή και θλιμμένη οδό που οδηγεί στην αιώνια ζωή, της οποίας αρχή και πρώτο στάδιο είναι η νηστεία, να διανύσωμε αυτήν την τεσσαρακοστή των νηστησίμων ημερών με ευρωστία.
3. Πραγματικά εάν, όπως για κάθε πράγμα υπάρχει ο κατάλλη­λος καιρός, κατά τον Σολομώντα (Εκκλ. 3, 1) και για όλα υπάρχει ο χρό­νος, έτσι και για την εκτέλεσι της αρετής πρέπει κανείς να ζητήση τον κατάλληλο καιρό, αυτός εδώ είναι καιρός, αυτή η τεσσαρακοστή των ημερών. Εάν δε και όλος ο βίος των ανθρώ­πων είναι επιτήδειος για την κατάκτησι της σωτηρίας, πολύ πε­ρισσότερο είναι ο καιρός αυτός της νηστείας· καθ’ όσον και ο αρχηγός και χορηγός της σωτηρίας μας Χριστός έκαμε την αρχή από νηστεία, και στο στάδιό της κατεπάλαισε και κατεντρόπιασε τον δημιουργό των παθών Διάβολο, που του επετέθηκε παντοιοτρόπως. Όπως πραγματικά η ακρασία της κοιλιάς που αναιρεί τις αρετές είναι γεννήτρια της εμπαθείας, έτσι και η εγκράτεια, που αναιρεί τους από την ακρασία μολυσμούς, εί­ναι γεννήτρια της απαθείας. Εάν δε η ακρασία προξενεί και προξένησε τα πάθη που δεν υπήρχαν σ’ εμάς, πώς, όταν υπάρ­χουν, δεν θα τα αυξήση και στηρίξη, όπως η νηστεία θα τα μειώση και θα τα αφανίση; Είναι δε συζυγικαί μεταξύ τους η νηστεία και η εγκράτεια, έστω και αν για τους συνετούς ερευνητάς πότε πλεονεκτή η μία και πότε η άλλη.
4. Ας μη τις διαζεύξωμε λοιπόν κι’ εμείς τώρα, αλλά κατά την διάρκεια των πέντε ημερών της εβδομάδος ας τηρούμε περισ­σότερο τη νηστεία, ενώ κατά το Σάββατο και την Κυριακή ας προσέχωμε μάλλον στην εγκράτεια παρά στην νηστεία, για να ακούωμε με σύνεσι τα ευαγγελικά λόγια, τα οποία θα μας αναγ­γείλουν σήμερα την θαυμαστή ίασι του παραλύτου που πραγματοποιήθηκε από τον Κύριο όχι στα Ιεροσόλυμα, αλλά στην Καπερναούμ (Μαρκ. 2, 1-12, Ματθ. 9, 1-8, Λουκ. 5, 17-26). Τον καιρό εκείνο, λέγει ο θεηγόρος Μάρκος, «εισήλθε πάλι ο Ιησούς στην Καπερναούμ για ημέρες» (Μάρκ. 2, 1). Αυτήν δε την Καπερναούμ ονομάζει ιδιαιτέρα πόλι του Κυρίου ο Ματ­θαίος. Διότι ιστορώντας και αυτός τα σχετικά με τον παράλυτο τούτον, λέγει, «ήλθε ο Ιησούς στη δική του πόλι» (Ματθ. 4, 12). Πραγματι­κά, αφού εβαπτίσθηκε στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη και το Πνεύμα επέταξε επάνω σ’ αυτόν, εξάγεται στην έρημο από το Πνεύμα για δοκιμασία και μετά την νίκη του κατά του πειρα­σμού επανήλθε και περιερχόταν τα πλησιόχωρα του Ιορδάνη διδάσκοντας και μαρτυρούμενος με πολλούς τρόπους από τον Βαπτιστή, μέχρις ότου ο Ιωάννης εφυλακίσθηκε από τον Ηρώδη. Τότε δε, όπως λέγει ο Ματθαίος, «ανεχώρησε στην Γαλιλαία και εγκαταλείποντας την Ναζαρέτ, ήλθε και κατοίκη­σε στην παραθαλάσσια Καπερναούμ» (Ματθ. 4, 12).
5. Εξερχόταν λοιπόν από αυτήν στις ερήμους χάριν προσευ­χής και στις κωμοπόλεις των γειτόνων για να κηρύττη και πάλι επανερχόταν σ’ αυτήν. Γι’ αυτό ο μεν ευαγγελιστής Ματθαίος την ωνόμασε ιδιαιτέρα πόλι του, ο δε Μάρκος λέγει ότι εισήλ­θε πάλι στην Καπερναούμ για ημέρες. «Και άκουσαν ότι είναι σ’ ένα οίκο και αμέσως συναθροίσθηκαν πολλοί, ώστε να μη χωρούν άλλους ούτε τα σημεία γύρω από τη θύρα»· διότι, αφού τον περισσότερο χρόνο έμενε εκεί, αναγνωρίσθηκε καλύτερα δια των πολλών και μεγάλων θαυμάτων και λόγων, γι’ αυτό και εποθείτο υπερβολικά. Καθώς ήκουσαν λοιπόν ότι είναι πάλι κοντά, συνέρρευσαν πολυπληθείς· όπως δε λέγει ο Λουκάς εί­χαν συνέλθει και από κάθε πόλι, μεταξύ δε των συνελθόντων ήσαν Γραμματείς και Φαρισαίοι και νομοδιδάσκαλοι· και απηύ­θυνε προς αυτούς τον λόγο. Τούτο δε ήταν το κυριώτερο έργο του, όπως και προκαταβολικώς εδήλωσε με τα λόγια· «εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού» (Λουκ. 8, 5), δηλαδή τον λόγο της διδασκαλίας, και «ήλθα να καλέσω τους αμαρτωλούς σε μετά­νοια» (Ματθ. 9, 13), η δε κλήσις γίνεται με τον διδακτικό λόγο. Τούτο ήθε­λε να δήλωση και ο Παύλος όταν έλεγε, «η πίστις γεννάται από την ακοή, η δε ακοή δια του λόγου του Θεού» (Ρωμ. 10, 17).
6. Απηύθυνε λοιπόν ο Κύριος σ’ όλους γενικώς και χωρίς φθόνο τον λόγο της μετανοίας, το ευαγγέλιο της σωτηρίας, τα λόγια της αιώνιας ζωής. Και όλοι μεν ήκουαν, αλλά δεν υπήκουαν όλοι· διότι φιλήκοοι μεν και φιλοθεάμονες είμαστε όλοι, φιλάρετοι δε δεν είμαστε όλοι. Πραγματικά είμαστε καμωμένοι να ποθούμε πλην των άλλων να γνωρίζωμε και τα σχετικά με την σωτηρία, γι’ αυτό οι περισσότεροι όχι μόνο ακούουν ευχα­ρίστως την ιερά διδασκαλία, αλλά και διερευνούν τους λόγους, εξετάζοντάς τους κατά την άποψί του ο καθένας σύμφωνα με την άγνοια ή σύνεσι που τον κατέχει. Για να φέρωμε όμως τους λόγους σε έργο ή και να καρπωνώμαστε από αυτούς ωφέλιμη πίστι, χρειάζεται ευγνωμοσύνη και αγαθή προαίρεσις, η οποία δεν ευρίσκεται εύκολα, και μάλιστα ανάμεσα σ’ αυτούς που δι­καιώνουν εαυτούς και είναι κατά τους εαυτούς των ειδήμονες, όπως ακριβώς ήσαν οι Γραμματείς και Φαρισαίοι μεταξύ των Ιουδαίων.
7. Γι’ αυτό και τότε, μένοντας στον οίκο εκείνο, ήκουσαν το λόγο κι’ έβλεπαν τα τελούμενα θαύματα, εβλασφημούσαν όμως περισσότερο παρά επαινούσαν τον δια των έργων και λόγων ευεργέτην. Πραγματικά, όταν ο Κύριος εδίδασκε και όλοι ή οι περισσότεροι εδέχονταν με ανοικτά αυτιά τους λόγους της χά­ριτος που εκπορεύονταν από το στόμα του, λέγει, «έρχονται κά­ποιοι προς αυτόν, που έφεραν ένα παραλυτικό και τον εσήκωναν τέσσερις, οι οποίοι μη μπορώντας να τον πλησιάσουν εξ αι­τίας του πλήθους εξεσκέπασαν την στέγη της οικίας όπου ήταν ο Κύριος και ανοίγοντας τρύπα κατέβασαν το κρεββάτι στο οποίο εκοιτόταν ο παραλυτικός». Είναι δυνατό να νομισθή ότι η πράξις όλη είναι αποτέλεσμα της πίστεως των συνοδών και ότι ο Κύριος έδωσε στη συνέχεια την ίασι διότι εξετίμησε την πίστι τους· αλλ’ εγώ νομίζω ότι τούτο δεν είναι αληθινό. Εάν πραγματικά ο Κύριος, θεραπεύοντας το αγόρι του αρχισυναγώγου, δεν εζήτησε την πίστι από αυτό, όπως ούτε από την θυγα­τέρα της Χαναναίας ή του Ιαείρου, αρκούμενος στην πίστι αυ­τών που προσήλθαν υπέρ αυτών, αλλ’ από αυτούς η μεν θυγατέ­ρα του Ιαείρου ήταν αποθαμένη, η της Χαναναίας ήταν ψυχο­παθής, το δε αγόρι ούτε καν ήταν παρόν· ο παράλυτος αυτός όμως ήταν παρών και κύριος του λογικού του, αν και ήταν πα­ράλυτος στο σώμα. Γι’ αυτό νομίζω ότι μάλλον από την ελπίδα και πίστι του παραλυτικού εδέχθηκαν την πίστι στον Κύριο και οι συνοδοί του κι’ ενθαρρύνθηκαν να προσέλθουν σ’ αυτόν. Πειθόμενοι στον παραλυτικό τούτον τον μετέφεραν και τον ανέβασαν επάνω στη στέγη και τον κατέβασαν από εκεί εμ­πρός στον Κύριο. Βέβαια εκείνοι δεν θα ενεργούσαν έτσι χωρίς τη θέλησι αυτού και η επίτασις της παραλύσεως προφανώς δεν είχε διαλύσει το λογικό αλλά μάλλον τα εμπόδια και προσκόμ­ματα στην πίστι.
8. Ο έρως της ανθρωπίνης δόξης απεμάκρυνε τους Φαρισαίους από την πίστι προς τον Κύριο· γι’ αυτό έλεγε προς αυτούς, «πώς μπορείτε να πιστεύετε σ’ έμενα, δεχόμενοι δόξα από ανθρώπους και μη ζητώντας τη δόξα από τον μόνο Θεό;» (Ιω. 5, 44). Αλλους πάλι τους εμπόδισαν από την προσέλευσι αγροί και γάμοι και φροντίδες βιωτικών έργων, πράγματα που η πάρεσις του σώματος τα παρέλυσε όλα και τα εξέβαλε από τους λογι­σμούς του παραλύτου. Και γι’ αυτό στους αμαρτωλούς η νόσος είναι μερικές φορές ανώτερη της υγείας, διότι συνεργεί στη σωτηρία τους, και τις μεν έμφυτες ορμές προς την κακία αμβλύ­νοντας, το δε χρέος των σφαλμάτων εξοφλώντας κατά κάποιον τρόπο δια της κακώσεως, τους καθίστα δεκτικούς πρώτα της ψυχικής θεραπείας, έπειτα και της θεραπείας του σώματος, και μάλιστα όταν ο ασθενής, κατανοώντας ότι το κτύπημα είναι θε­ραπεία από τον Θεό, το βαστάζει γενναίως, προσπίπτει με πίστι στον Θεό και επικαλείται τον ιλασμό δια των έργων με όση δύ­ναμι έχει. Τούτο υπέδειξε κατά την δύναμί του και ο παράλυτος και παρέστησε ο Κύριος με τα λόγια και τα έργα του, αν και οι Φαρισαίοι, μη μπορώντας να το συλλάβουν, εβλασφημούσαν κι’ εγόγγυζαν «αφού είδε», λέγει, «ο Ιησούς την πίστι τους, δηλαδή του κλινήρους που κατεβαζόταν και αυτών που τον κατέβαζαν από τη στέγη, λέγει στον παραλυτικό, τέκνο, συγχω­ρούνται οι αμαρτίες σου».
9. Τι μακαρία ονομασία. Ακούει το όνομα «τέκνο» και υιοποιείται από τον ουράνιο Πατέρα και προσκολλάται στον αναμάρτητο Θεό, γενόμενος και αυτός αμέσως αναμάρτητος δια της αφέσεως των αμαρτιών· για ν’ ακολουθήση η ανακαίνισις του σώματος, λαμβάνει πρωτύτερα την ψυχή ανωτέρα της α­μαρτίας από τον γνωρίζοντα ότι, αφού πρώτα υπέπεσε η ψυχή στους βρόχους της αμαρτίας, επηκολούθησαν κατά τη δικαία κρίσι του οι νόσοι του σώματος και ο θάνατος.
10. Αλλ’ οι Γραμματείς, όταν άκουσαν αυτά, «διαλογίζονταν», λέγει, μέσα τους, γιατί λαλεί αυτός βλάσφημα; ποιός μπορεί να αφήση αμαρτίες, εκτός ενός, του Θεού; Ο δε Κύριος, γνωρί­ζοντας ως ποιητής καρδιών και τους αφανείς λογισμούς των καρδιών των Γραμματέων, λέγει προς αυτούς· «τί διαλογίζεσθε αυτά τα πράγματα στις καρδιές σας; τί είναι ευκολώτερο, να ειπώ στον παραλυτικό, συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή να του ειπώ, σήκω, πάρε το κρεββάτι σου και περιπάτει;». Επειδή κατά τους Γραμματείς ο Κύριος αδυνατούσε να θεραπεύση τον παράλυτο, κατέφυγε προς το αφανές μέρος, την άφεσι των αμαρτημάτων, που και μόνο να την ειπής με τον λόγο, και μάλι­στα τόσο αυθεντικώς και προστακτικώς, είναι μεν βλάσφημο, αλλά εύκολο και στου καθενός το χέρι. Γι’ αυτό λέγει προς αυτούς ο Κύριος, εάν ήθελα να εκφέρω κενούς λόγους, που δεν έχουν αποτέλεσμα σε πράξεις, θα ήταν εξ ίσου εύκολο να ειπώ χωρίς πρακτικό αντίκρυσμα και την έγερσι του παραλυτικού και την άφεσι των αμαρτιών. Για να μάθετε όμως ότι ο λόγος μου δεν είναι ανενεργός, και ότι δεν κατέφυγα στην άφεσι της αμαρτίας επειδή τάχα αδυνατώ να προσφέρω την θεραπεία της νόσου, αλλ’ έχω εξουσία θεϊκή επί της γης, ως Υιός ομοούσιος με τον ουράνιο Πατέρα, αν και έγινα ομοούσιος με σας τους αχαρίστους κατά σάρκα – τότε λέγει στον παραλυτικό-, «σου λέγω, σήκω, πάρε το κρεββάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου· και αμέσως εσηκώθηκε και παίρνοντας το κρεββάτι του εξήλθε εμπρός στα μάτια όλων».
11. Είναι αντίθετα προς τους διαλογισμούς των Γραμματέων και ο λόγος και το θαύμα τούτο, σε μερικά όμως σημεία και συμφωνούν. Πραγματικά το ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί αφ’ εαυτού να συγχωρήση αμαρτίες, το αποδεικνύουν αληθινό, εκείνο όμως των Φαρισαίων, το ότι ο Χριστός είναι ψιλός άν­θρωπος αλλ’ όχι Θεός παντοδύναμος, το αποδεικνύουν ψευδές και ασύνετο· διότι αυτό, που δεν είδε ποτέ κανείς ούτε άκουσε, εφανερώθηκε τώρα, ο ίδιος Θεός και άνθρωπος, που έχει διπλή φύσι και ενέργεια· ελάλησε κατά τον τρόπο μας ως άνθρωπος, έκαμε όσα θέλει με μόνο τον λόγο του και το πρόσταγμά του ως Θεός και επιβεβαίωσε με τα έργα ότι και στην αρχή, κατά το ψαλμικό, αυτός τα πάντα «είπε και έγιναν, διέταξε και εκτίσθηκαν» (Ψαλ. 32, 9). Γι’ αυτό και τώρα στο λόγο του αμέσως επακολού­θησε το έργο. Πραγματικά αμέσως εσηκώθηκε ο παραλυτικός «και αφού πήρε το κρεββάτι του εξήλθε εμπρός στα μάτια όλων, ώστε να θαυμάζουν όλοι». Η μεν άφεσις των πταισμά­των με τον λόγο ενεργείται και από τους ανθρώπους, αν κάμη κάποιος πταίσμα σε βάρος τους, ασθένεια δε, και μάλιστα τόσο σοβαρή, να φυγαδευθή με πρόσταγμα και λόγο μόνο είναι στην εξουσία μόνο του Θεού. Γι’ αυτό και ο ευαγγελιστής επισημαί­νει ότι εθαύμασαν όλοι όσοι είδαν και εδόξασαν τον Θεό, δηλαδή ασφαλώς τον ίδιο τον εκτελεστή του παραδόξου τούτου έργου, μάλλον δε αυτόν που πράττει ένδοξα και εξαίσια έργα, των οποίων δεν υπάρχει αριθμός· «έλεγαν, ότι ποτέ έως τώρα δεν είδαμε τέτοια πράγματα».
12. Αλλ’ εκείνοι μεν αποδίδοντας την δοξολογία με λόγια και παρουσιάζοντας το θαύμα μεγαλύτερο από τα προηγούμενα έλεγαν αυτά, ποτέ δεν είδαμε έως τώρα τέτοια πράγματα, εμείς όμως που δεν μπορούμε να λέγωμε τώρα τούτο (διότι είδαμε πολλά και πολύ μεγαλύτερα από αυτό θαύματα που ετελέσθηκαν όχι μόνο από τον Χριστό, αλλά και από τους μαθητάς του και τους διαδόχους των στη συνέχεια με μόνη την επίκλησι του ονόματος του Χριστού)· εμείς λοιπόν, αδελφοί, ας τον δοξάσωμε με έργα τώρα, λαμβάνοντας και το θαύμα τούτο αναγωγικώς ως υπόδειγμα προς την αρετή. Διότι ο καθένας από τους προσ­κολλημένους στις ηδονές είναι παράλυτος στην ψυχή, κατακείμενος επάνω στην κλίνη της ηδυπαθείας και της φαινομενι­κής σαρκικής ανέσεως επάνω σ’ αυτήν· αλλ’ όταν πειθόμενος στις ευαγγελικές παραινέσεις με την εξομολόγησι κατανικά τις αμαρτίες του και την από αυτές προκληθείσα παράλυσι της ψυ­χής του, φέρεται προς τον Κύριο από τις εξής τέσσερις δυνά­μεις· την αυτοκριτική, την εξομολόγησι των προηγουμένων αμαρτιών, την υπόσχεσι αποχής από τα κακά στο μέλλον και την δέησι προς τον Θεό. Αλλ’ αυτά δεν μπορούν να φέρουν κοντά στο Θεό, αν δεν ξεσκεπάσουν την οροφή, ρίπτοντας κάτω τα κεραμίδια και το χώμα και τα άλλα υλικά. Όροφος δε είναι σ’ εμάς το λογιστικό της ψυχής, εφ’ όσον ευρίσκεται επά­νω από όλα όσα είναι σ’ εμάς· έχει δε τούτο πολύ υλικό ευρι­σκόμενο επάνω του, την σχέσι προς τα πάθη και τα γήιναΌταν λοιπόν αυτή η σχέσις λυθή και αποτιναχθή από τα τέσ­σερα προλεχθέντα, τότε πραγματικά μπορούμε να κατεβασθούμε, δηλαδή να ταπεινωθούμε αληθινά και να προσπέσωμε και να προσεγγίσωμε τον Κύριο, να ζητήσωμε και να λάβωμε από αυτόν την θεραπεία.
13. Πότε δε γίνονται αυτά τα έργα της μετανοίας; Γίνονται όταν ήλθε ο Ιησούς στην πόλι του, δηλαδή μετά την σαρκική επιδημία του στον κόσμο, ο οποίος είναι δικός του αφού εκτίσθηκε από αυτόν, όπως λέγει περί αυτού και ο ευαγγελιστής, ότι «ήλθε στα δικά του, αλλά οι δικοί του δεν τον υποδέχθη­καν σ’ εκείνους δε που τον υποδέχθηκαν έδωσε εξουσία να γίνουν τέκνα Θεού, σ’ αυτούς που πιστεύουν στο όνομά του» (Ιω. 1, 11). Γι’ αυτό και ο παραλυτικός νους, όταν προσκύνησε με τόση πίστι, ακούει αμέσως από αυτόν το όνομα «τέκνο» και λαμβάνει την άφεσι και την θεραπεία· και όχι μόνο αυτά αλλά προσλαμ­βάνει και δύναμι να σηκώνη και μεταφέρη το κρεββάτι στο οποίο ήταν ξαπλωμένος. Ως κρεββάτι δε να εννοήσης το σώμα στο οποίο είναι προσδεδεμένος και δια του οποίου επιδίδεται στα έργα της αμαρτίας ο νους που ακολουθεί τις σαρκικές ορέξεις.
14. Μετά τη θεραπεία όμως ο νους μας άγει και φέρει το σώμα σαν υποχείριο και δι’ αυτού επιδεικνύει τους καρπούς και τα έργα της μετανοίας· ώστε όσοι βλέπουν, να δοξάσουν τον Θεό, βλέποντας σήμερα ευαγγελιστή τον χθεσινό τελώνη, απόστολο τον διώκτη, θεολόγο τον ληστή, υιόν του ουρανίου Πατρός τον προηγουμένως ζώντα με τους χοίρους, εάν δε θέλης, και σχεδιάζοντα μέσα του αναβάσεις και πορευόμενο από δόξα σε δόξα με την καθημερινή προκοπή προς το ανώτερο. Γι’ αυτό και ο Κύριος λέγει προς τους ιδικούς του, «έτσι ας λάμψη το φως σας εμπρός στους ανθρώπους, για να ιδούν τα καλά σας έργα και δοξάσουν τον επουράνιο Πατέρα σας» (Ματθ. 5, 16). Λέγει δε τού­το, για να παραγγείλη όχι να επιδεικνύωνται, αλλά να πολιτεύωνται θεοφιλώς. Όπως δε το φως ελκύει ανέτως τους οφθαλ­μούς των ορώντων, έτσι και η θεοφιλής διαγωγή μαζί με τους οφθαλμούς προσελκύει και τη διάνοια. Και όπως πάλι στην περίπτωσι του ηλιακού φωτός δεν επαινούμε τον αέρα που μετέ­χει της λαμπρότητος, αλλά τον ήλιο που έχει και παρέχει την αυγή της λαμπρότητος, και αν επαινέσωμε τον αέρα ως φωτει­νό, πολύ περισσότερο πρέπει τον ήλιο· έτσι και με εκείνον που δια των έργων της αρετής επιδεικνύει την λαμπρότητα του ηλίου της δικαιοσύνης· διότι αυτός, μόλις ιδωθή, σύρει προς την δόξα του επάνω στους ουρανούς Πατρός του ηλίου της δι­καιοσύνης Χριστού.
15. Και για να παραλείψω τώρα εγώ τις μεγαλύτερες αρετές θα αναφέρω τούτο· όταν μέσα στην ιερά εκκλησία παραστεκόμενος στον Θεό μαζί με σας στραφώ και ιδώ αυτούς που ανα­πέμπουν τους ύμνους και τις δεήσεις προς τον Θεό με σύνεσι και κατάνυξι ή κάποιον που στέκεται σιωπηλός και ακούει σύννους, ενθουσιάζομαι αμέσως και με μόνη τη θέα αυτή και γεμί­ζω αγαλλίασι και δοξάζω τον ουράνιο Πατέρα Χριστό, χωρίς τον οποίο δεν μπορεί να πράξη κανείς κανένα καλό και δια του οποίου κατορθώνεται κάθε επίτευγμα των ανθρώπων.
16. Αλλά τί θα ειπούμε τώρα προς αυτούς που ούτε σιωπηλοί στέκονται ούτε συμψάλλουν, αλλά συναντούν αλλήλους και αναμιγνύουν τη λογική προς τον Θεό λατρεία μας με κοσμική συναναστροφή, ώστε ούτε αυτοί ακούουν τα ιερά και θεόπνευστα λόγια κι’ εκείνους που θέλουν ν’ ακούουν εμποδίζουν; «Έως πότε, αγαπητοί, θα χωλαίνετε κι’ από τα δύο πόδια», θα έλεγε ο θεσβίτης Ηλίας (Γ’ Βασ. 18, 21), θέλοντας να επιδίδεσθε συγχρόνως με την προσευχή και σε λόγους ακαίρους και γηίνους και μη κατορθώνοντας φυσικά κανένα από τα δύο, αλλά καταστρέφον­τας το ένα με το άλλο, μάλλον δε φθείροντας αυτά δι’ αλλήλων; Έως πότε κι’ εδώ δεν θ’ αποφύγετε τα λόγια της ματαιότητος, αλλά θα κάμετε τον οίκο της προσευχής οίκο εμπορείας ή λόγον εμπαθείας, οίκο στον οποίο λέγονται και ακούονται λόγια αιώνιας ζωής, αλλά από εμάς καθώς ζητούμε από τον Θεό με ακαταίσχυντη ελπίδα την αιώνια ζωή, αλλά δε από τον Θεό κα­θώς την προσφέρει σ’ αυτούς που την ζητούν με όλη την ψυχή και τη διάνοια, αλλ’ όχι σ’ αυτούς που δεν στρέφουν ούτε καν όλη τη γλώσσα προς την αίτησι;
17. Τώρα, αδελφοί, η θυσία μας προς τον Θεό δεν τελείται με φωτιά, όπως επί του Μωυσέως, αλλά δια λόγου. Τότε λοιπόν, όταν ο Θεός εδεχόταν την θυσία φερομένην προς τα άνω με πυρ, οι μαζί με τον Κορέ επαναστάτες, επειδή προσέφεραν ξένο απ’ έξω πυρ, κατεκάησαν από το ιερό πυρ που ώρμησε προς αυτούς αυτομάτως (Αρ. 16, 34). Ας φοβηθούμε λοιπόν κι’ εμείς μήπως, φέροντας απ’ έξω ξένους λόγους στο λογικό τούτο θυ­σιαστήριο του Θεού, στην Εκκλησία δηλαδή, κατακριθούμε τελεσιδίκως από τους θείους λόγους που είναι σ’ αυτήν, καθι­στώντας έτσι τους εαυτούς μας αξίους της απαισίας φωνής και καταδίκης. Ναι, ας φοβηθούμε, παρακαλώ, και όσο είμαστε εδώ να προσφέρωμε την ικεσία παριστάμενοι στον Θεό με φόβο· όταν δε εξέλθωμε από εδώθα επιδείξωμε την από εδώ μεταβολή των τρόπων προς το καλύτερο, μη γοητευόμενοι από κέρδη, και μάλιστα άδικα, αποφεύγοντας όρκους και μάλιστα τους ψευδείς, απέχοντας αισχρών λόγων, πολύ δε περισσότερο των σχετικών με αυτά πράξεων, της καταλαλιάς, του δόλου, της μεγαλαυχίας, διαπαιδαγωγώντας και κινώντας με θεόφρονα νου κάθε μέλος και αίσθησι, και φέροντας το σώμα και αναβιβά­ζοντάς το με λόγο και θείο φόβο, αλλά μη καταβιβαζόμενοι και κατεχόμενοι από το σώμα προς τις χαμερπείς και βδελυρές ορέξεις· διότι εμάθαμε από τον Παύλο κι’ εγνωρίσαμε ότι, αν μεν ζούμε σαρκικώς, πρόκειται ν’ αποθάνωμε, αν δε θανατώνωμε με το πνεύμα τις πράξεις του σώματος, θα ζήσωμε αιωνίως (Ρωμ. 8, 13).
18. Και τώρα ας κινήσωμε όλους όσοι μας βλέπουν σε δοξολόγησι του Θεού, αφού γνωρίσουν καλά ότι ο οίκος αυτός φέ­ρει μέσα του τον Χριστό, που σφίγγει τους παραλύτους κατά την ψυχή και παραγγέλλει να σηκώνουν και ανεβάζουν προς αυτόν με πνευματικό και θεοφιλή λογισμό τις σωματικές αι­σθήσεις και αντιλήψεις, αλλά να μη φέρωνται και καταρρί-πτωνται από αυτές ασυνέτως· και έτσι να υπάγουν στον πρα­γματικά δικό μας οίκο, δηλαδή στον ουρανό και στον υπερουράνιο χώρο, όπου ευρίσκεται τώρα ο Χριστός, ο κληρονόμος και κληροδότης μας.
19. Σ’ αυτόν πρέπει δόξα, δύναμις, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

(Πηγή: Γρηγορίου Παλαμά ΈρSHARE