Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

ΕΙ ΟΥΝ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΕΝ ΣΟΙ ΣΚΟΤΟΣ ΕΣΤΙ, ΤΟ ΣΚΟΤΟΣ ΠΟΣΟΝ;

 (ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ)


Πόσο αισθανόμαστε ότι μέσα μας υπάρχει φως; Πόσο φωτεινοί άνθρωποι θα θέλαμε να είμαστε; Φωτεινός είναι ο άνθρωπος που εκπέμπει χαρά και ζωή. Φωτεινός, για την πίστη, είναι αυτός που κοινωνεί τον Θεό και μεταμορφώνεται εντός του σε άνθρωπο που έχει νόημα ζωής. Φωτεινός είναι αυτός που δεν νικιέται από τις αμαρτίες και τα πάθη του ή αυτός που, ακόμη κι αν νικηθεί, μετανοεί, ανορθώνεται, ελπίζει, κάνει καινούργιο ξεκίνημα. Φωτεινός είναι ο άνθρωπος που οι άλλοι χαίρονται να είναι κοντά του και εκείνος χαίρεται να μοιράζεται την ζωή του μαζί τους.

Μία τέτοια θεώρηση της ζωής βέβαια φαντάζει ποιητική. Ονειρική. Εκτός της πραγματικότητας του κόσμου μας, ο οποίος ζητά από τον άνθρωπο να ασχολείται με τις δουλειές του, να περνά καλά, να ακολουθεί τα πρότυπα ζωής. Φωτεινός σήμερα είναι στην καλύτερη περίπτωση ο άνθρωπος που έχει χιούμορ. Ο διασκεδαστής. Όμως τέτοιοι τύποι δεν είναι απαραίτητο ότι εκπέμπουν ένα εσωτερικό φως. Μπορεί να είναι μόνο χαρισματικοί. Να χρειάζονται για λίγο. Ο φωτεινός άνθρωπος δε χορταίνεται. Είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης, αλήθειας, αγάπης. Είναι αυτός που ακολουθεί τη οδό της αγιότητας, που ακόμη κι αν αισθάνεσαι ότι σε ελέγχει, νιώθεις ότι τα πάντα σ’  αυτόν ξεκινούνε από την αγάπη.

       Το φως, για την πίστη, είναι πνευματική κατάσταση. Πηγάζει από την ζώσα σχέση του ανθρώπου με τον Χριστό, ο οποίος είναι το φως του κόσμου. Η ζώσα σχέση φωτίζει. Και όποιος έχει φωτιστεί, με τη σειρά του μοιράζεται το φως με τους άλλους, ακόμη κι αν αυτοί ζούνε στο σκοτάδι.  Σκοτάδι δεν είναι κατ’ ανάγκην η άγνοια, η απαιδευσία, η αμαρτωλότητα. Σκοτάδι είναι κυρίως η ζωή χωρίς τον Θεό. Είναι η επιλογή πορείας στον κόσμο με γνώμονα τον εαυτό μας, ο οποίος κάποτε μπορεί να γνωρίζει πολλά, να έχει να δώσει ιδέες και συμβουλές, όμως δεν μπορούν να λυτρώσουν οι λόγοι και οι γνώσεις. Ο ανθρώπινος λόγος είναι χρήσιμος. Μπορεί να προβληματίσει και να αφυπνίσει. Όμως δεν είναι αρκετός για να αλλάξει την ζωή των άλλων, διότι πάντοτε θα φέρνει μία σύγκρουση ανάμεσα στο εγώ αυτού που εκφέρει τον λόγο και στο εγώ εκείνου που τον ακούει, τον διαβάζει, τον συζητά. Οι γνώμες είναι σχετικές. Αντίθετα, ο φωτισμένος από τον Θεό άνθρωπος δεν μεταφέρει το δικό του εγώ, τον δικό του λόγο, αλλά τον λόγο του Θεού και τελικά την παρουσία του ίδιου του Θεού στην ζωή των συνανθρώπων του. Γι’ αυτό και η παρουσία του αποκαλύπτει το σκοτάδι που υπάρχει στην ψυχή του άλλου. Αν όμως δεν είναι αληθινά φωτισμένος, τότε το φως της γνώσης, του λόγου, της έμπνευσης γίνεται σκοτάδι. Διότι παγιδεύει στην αυτάρκεια και τον εγωκεντρισμό και δεν μπορεί να αφήσει τον λυτρωμό να φανερωθεί.

     «Ο λύχνος του σώματος εστίν ο οφθαλμός. Εάν ουν ο οφθαλμός απλούς ή, όλον το σώμα σου φωτεινόν έσται. Εάν δε  ο οφθαλμός σου πονηρός ή, όλον το σώμα σου σκοτεινόν έσται. Ει ουν το φως το εν σοι σκότος  εστί, το σκότος πόσον;» (Ματθ. 6, 22-23). «Το λυχνάρι του σώματος είναι τα μάτια. Αν λοιπόν τα μάτια σου είναι γερά, όλο σου το σώμα θα είναι στο φως. Αν όμως τα μάτια σου είναι χαλασμένα, όλο σου το σώμα θα είναι στο σκοτάδι. Κι αν το φως που έχεις, μεταβληθεί σε σκοτάδι, σκέψου  πόσο θα’ ναι το σκοτάδι!» Ο λόγος του Χριστού μάς δείχνει ότι αν βλέπουμε μέσα από την σχέση με τον Θεό, τότε όλα επάνω μας είναι φως. Είναι δεδομένο ότι έχουμε μάτια. Ότι μας δόθηκε η ευλογία να βλέπουμε. Και η όραση δεν είναι μόνο διά των αισθήσεων. Επειδή πλαστήκαμε κατ’  εικόνα Θεού, μας δόθηκε η δυνατότητα να κοινωνούμε τον Θεό εντός της Εκκλησίας.  Και όχι μόνο διά των μυστηρίων, αλλά και διά της αγάπης, διά της θεάσεως ως αδελφού μας κάθε ανθρώπου, ακόμη κι αυτού με τον οποίο διαφωνούμε, ακόμη κι αυτού που είναι εχθρός μας, που μας δυσκολεύει την ζωή, ακόμη και του ξένου, του αλλόθρησκου, του ψεύτικου, ακόμη και του δημίου μας. Όταν παλεύουμε να έχουμε ενεργά τα μάτια της αγάπης, τότε ζούμε στο φως και μοιραζόμαστε, παρά τις πτώσεις μας, αυτό το φως με όσους προσεγγίζουμε, με όσους μας προσεγγίζουμε.

        Το πρόβλημα των καιρών μας, όπως και κάθε εποχής, είναι το πόσο σκοτάδι μας περιτριγυρίζει, αλλά και πόσο εύκολα το φως εντός μας μεταμορφώνεται σε σκοτάδι. Όταν αισθανόμαστε ότι έχουμε το αλάθητο. Όταν ο εαυτός μας γίνεται το κριτήριο της αυθεντίας. Όταν απουσιάζει η αναφορά στην Εκκλησία, δηλαδή η συλλογικότητα που έχει πάντοτε ανοιχτό τον δρόμο της μετανοίας. Όταν νομίζουμε ότι ζούμε επειδή επιβιώνουμε. Όταν τα πάθη μας μάς κυριεύουν και εμείς τα έχουμε βαφτίσει δικαίωμα. Όταν απουσιάζει η αυτογνωσία και η αυτοκριτική. Όταν η σχέση μας με τον Χριστό είναι συμφεροντολογική ή της συνήθειας. Όταν κλειδί είναι οι εμμονές μας. Σκοτάδι είναι ο τρόπος της εξουσίας. Η επιβολή στους άλλους. Ο ανταγωνισμός. Όταν οι άλλοι είναι οι εχθροί μας, με τους οποίους δεν πρέπει να συνεργαστούμε και την γνώμη των οποίων δε θέλουμε να ακούσουμε και να προβληματιστούμε πάνω σ’  αυτήν. Σκοτάδι είναι ο φόβος του θανάτου, που μας κάνει να θέλουμε να ζήσουμε απολαμβάνοντας, παίρνοντας και όχι και δίδοντας.  Η αίσθηση ότι δεν υπάρχει Θεός και επομένως όλα επιτρέπονται.

      Η σχέση μας με τον Χριστό, ο πνευματικός μας αγώνας, η ζωή στην Εκκλησία μάς κάνουν να κρατάμε το φως. Να είναι η χαρά μας διαρκής και αυθεντική. Και τα πάντα να αντανακλούν την ελπίδα του Χριστού, διότι δεν μας κυριεύει το σκοτάδι, διότι τα μάτια και του σώματος και της ψυχής βλέπουν!

Κέρκυρα, 25 Ιουνίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

 http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

H Βασιλεία του Θεού βρίσκεται ήσυχα εντός μας


Σκέψεις στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής Γ΄Ματθαίου (Ματθ., στ’, 22-33)

Οι αρχαίοι λαοί είχαν μιαν εμπορική σχέση με τους θεούς τους. Μια σχέση “σου δίνω-μου δίνεις”. Για παράδειγμα, αν η θεά Δήμητρα, φύλαττε τη σοδειά του ικέτη της, τότε αυτός αφιέρωνε στο ναό της ένα μέρος της σοδειάς του. Ήρθε όμως ο Χριστός και κάθε τέτοια λατρεία καταργήθηκε μαζί κι ο κάθε εγωισμός στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό.

Ο Χριστός μας διδάσκει να λατρεύουμε τον Θεό εν Πνεύματι και Αληθεία. Κάθετι που αντιβαίνει τους νόμους του Πνεύματος, έρχεται να καταργήσει την Αλήθεια. Τότε η λατρεία του καθενός είναι μάταιη, ψεύτικη κι εγωιστική. Σαν τους αρχαίους κι εμείς συχνά ζητάμε απ’ τον Θεό ό, τι μας συμφέρει και ό, τι μας κάνει τη ζωή πιο εύκολη. Πολλοί από ‘μας δε, όταν συμβεί κάτι κακό αγανακτούμε προς τον Θεό και φωνάζουμε το “γιατί σ’ εμένα” ή και καταντάμε να ευχηθούμε το κακό του άλλου μολονότι δηλώνουμε χριστιανοί. Κι όταν ο εγωισμός φουσκώσει τα πανιά μας… υψώνουμε προς τον Θεό μπόι και τον χαρακτηρίζουμε ως “άδικο” κι “εγωϊστή”!

Μάλλον δεν έχουμε καταλάβει γιατί βρισκόμαστε στην Εκκλησία. Οι λόγοι που μας έφεραν στην Εκκλησία είναι ο προσωπικός δρόμος του καθένα, δρόμος συνάντησης Πρόσωπο με Πρόσωπο με τον ίδιο τον Χριστό. Ζούμε μες την Εκκλησία κι αγωνιζόμαστε να ζούμε την ζωή του ίδιου Χριστού. Πώς θα την ζήσουμε αν δεν αφεθούμε σ’ Αυτόν; Και πώς θα αφεθούμε αν δεν αποχωριστούμε το θέλημά μας; Εμείς μπορεί να θέλουμε το ένα και τ’ άλλο… μα ο Χριστός μας λέει ότι πρώτα πρέπει να ζητάμε τη Βασιλεία και τη Δικαιοσύνη του Θεού. Κι όλα τ’ άλλα -μαζί μ’ όλα τα άγχη μας; ; Αυτός θα μεριμνήσει.

Ή πιστεύουμε τελικά ή δεν πιστεύουμε…!

Εφόσον λοιπόν πιστεύουμε, ζητάμε πρώτα τη Βασιλεία και την Δικαιοσύνη του Θεού κι αγωνιζόμαστε για να έλθουν. Αγωνιζόμαστε δηλαδή να φανερώνουμε τον Χριστό παντού και χωρίς διακρίσεις. Πώς λοιπόν μπορούμε να παρακαλάμε τον Θεό για όλα αυτά αν δεν τα φανερώνουμε με τη σειρά μας κι εμείς στη ζωή μας; Αγάπαμε τους άλλους αδιάκριτα; Ας “τεστάρουμε” τον εαυτό μας…

Ζούμε στην εποχή της κατάθλιψης, απότοκη κι αυτή της φρικτής μοναξιάς των καιρών μας. Ξεχάσαμε να εμπιστευόμαστε τον Θεό, ξεχάσαμε την εμπιστοσύνη στον αδελφό μας. Άνθρωποι πια από παντού εχθρούς αναζητάνε. Οι στιγμές των χαμηλών ντεσιμπέλ στην τηλεόραση είναι σπάνιες. Όλοι χωρίζονται σε “στρατόπεδα” κι ό,τι ώρα και ν’ ανοίξει κανείς για παράδειγμα, την τηλεόραση, κάποιος τσακωμός θα λαβαίνει χώρα. Ο καθένας το δίκιο του αναζητά κι όμως ο Χριστός διδάσκει τη Δικαιοσύνη της σιωπής μας.

Κανείς πια δεν αγαπά τη σιωπή. Όμως στη σιωπή συναντιέται κανείς με τον εαυτό του κι έπειτα με τον ίδιο τον Θεό. Η Βασιλεία του Θεού βρίσκεται ήσυχα εντός μας. Ο Χριστός δε μας αφήνει “χωρίς οδηγίες” στο ταξίδι προς την Βασιλεία Του. Η βασικότερη “οδηγία” έχει να κάνει σε σχέση με το χρήμα. Δε μπορούμε ν’ αγαπάμε ό, τι μας δένει με τη γη και να θέλουμε από την άλλη ν’ αποκαλούμε τους εαυτούς μας εργάτες του Ευαγγελίου και της έλευσης της Βασιλείας του Θεού!
 Ας ζήσουμε λίγο με σιωπή μήπως και ακούσουμε τον ερχόμενο Χριστό. Όσες λιγότερες οι ανάγκες μας, άλλη τόσο κι η λευτεριά μας. Ας ζητήσουμε “πρώτα την Βασιλεία του Θεού και τη Δικαιοσύνη Του κι όλα τ’ άλλα θα μας προστεθούν” (Ματθ. στ’, 33)

Ιάσων Ιερομ.

«Σε συμβουλευω ν᾿ αγορασης κολλυριο!» (Ἀπ. 3,18)


Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
«Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός• ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται» (Ματθ. 6,22)
Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνα ἐξαιρετικὸ δῶρο, μία ἀκτίνα τοῦ παν¬σόφου Δημιουργοῦ. Δίνει στὸν ἄνθρωπο τὴ δυνατότητα νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀρχικὴ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ «Πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κα¬τακυ¬ριεύσατε αὐτῆς» (Γέν. 1,28). Καὶ πράγματι, ὁ ἄνθρω¬πος κυριαρχεῖ ὅλο καὶ πιὸ βαθειὰ πάνω στὴ φύσι• παρουσιάζει τέτοιες κατακτήσεις πού, ἂν τὶς ἔβλεπαν οἱ ἄνθρω¬ποι τῆς ἐποχῆς τοῦ λίθου θὰ ἔλεγαν κατάπληκτοι• «Ἐ¬¬σεῖς εἶστε μικροὶ θεοί!». «Ἐγὼ εἶ¬πα• θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες» (Ψαλμ. 81,6). Θεὸς ὁ ἄνθρωπος!
Ἀλλ᾿ αἴφνης –ἀλλοίμονο!– ἡ σκηνὴ ἀλλάζει• βλέπουμε τὸν ἄνθρωπο νὰ φτάνῃ σὲ ἀδιέξοδο. Μόλις ἀφήνει τὰ ἐπιστημονικὰ ἐργα¬στήρια κι ἀρχίζει νὰ ἐξετάζῃ ὄχι πλέον τὶς σχέσεις τῶν μορίων τῆς ὕλης, ἀλλὰ τὶς σχέσεις τῶν ἀν¬θρώπων μεταξύ τους, τότε χάνει τὸ φῶς του, βυ¬θί-ζεται σὲ σκοτάδι, συγκρούεται μὲ τοὺς ἄλ¬λους.
Δὲ βλέπετε; Προηγήθησαν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι καὶ τόσοι τοπικοί, καὶ θὰ ἔπρεπε ἡ ἀνθρωπότης ἀπὸ πικρὰ πεῖρα νὰ ἀποστρέφεται κάθε πολεμικὴ ἐπιχείρησι• ἐν τούτοις νέες φλόγες πολέμου ἀνάβουν, νέα θύματα θρηνοῦνται• καὶ οἱ ἐξοπλισμοὶ ἐντείνονται.
Ταλαίπωρη ἀνθρωπότης! Τὰ παιδιά σου ἀ¬νακάλυψαν πῶς συμβιώνουν τὰ μόρια τῆς ὕ¬λης, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν νὰ βροῦν τὸν τρόπο τῆς ἁρμονικῆς συμβιώσεως τῶν λαῶν. Γι᾿ αὐ¬τοὺς τοὺς σοφοὺς τοῦ αἰῶνος μας, ποὺ περι¬έπλεξαν καὶ τὰ πιὸ ἁπλᾶ ζητήματα, ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου• «Ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτῶν, καὶ ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία• φάσκοντες εἶ¬ναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν» (῾Ρωμ. 1,21-22).
Πῶς συμβαίνει αὐτό; Γιατί τόσο φῶς ἐκεῖ, τόσο σκοτάδι ἐδῶ; Στὸ ἐρώτημα ὑπάρχει ἀ¬πάντησις, ἀλλὰ πόσοι τὴν προσέχουν; Αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ μυστικὸ κλειδὶ ποὺ λύνει τὰ προβλήματα. Ἡ ἀπάντησι βρίσκεται στὸν στίχο 22, κεφάλαιο 6 τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Εἶπεν ὁ Κύριος• «Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός• ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται» (Ματθ. 6,22).
Κύριε, βοήθησέ μας στὸν στίχο αὐτὸν νὰ κάνουμε μία μικρὴ ἀνάλυσι.
* *
Γιὰ νὰ δοῦμε κάτι, ἀγαπητοί μου, χρειαζόμα¬στε δύο πράγματα, φῶς καὶ μάτια. Τὸ φῶς ἔ¬χει βαθμῖδες• ἀπὸ τὸ φῶς μιᾶς πυγο¬λαμπίδας μέχρι τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, πόση δι¬αφορά! Ποιός δὲν προτιμᾷ τὸν ἥλιο; Ἀλλὰ καὶ ποιός μέσ᾽ στὸ σκοτάδι δὲν θὰ ἤθελε νά ᾽χῃ ἕνα κερὶ γιὰ νὰ δῇ ποῦ βρίσκεται; Οὔτε ὅμως τὸ κερὶ οὔτε οἱ ἠ¬λεκτρικὲς λάμπες οὔτε οἱ φάροι οὔτε οἱ προβολεῖς οὔτε κι αὐτὸς ὁ ἥλιος δὲν πρόκειται νὰ μᾶς χρησιμεύσουν, ἂν ἐμεῖς δὲν ἔχουμε μάτια, ἤ, ἂν ἔχουμε μὲν μάτια, ἀλλ᾽ αὐτὰ ἔχουν ὑποστῆ ὀργανικὲς βλάβες ἀπὸ ὀφθαλμικὲς παθή¬σεις. Οἱ τυφλοὶ δὲ βλέπουν οὔτε τὸ μεσημέρι.
Φῶς καὶ μάτια χρειάζεται τὸ σῶμα, γιὰ νὰ δῇ τὸν φυσικὸ κόσμο. Ἀλλὰ φῶς καὶ μάτια χρειά¬ζεται καὶ ἡ ψυχή, γιὰ νὰ δῇ τὸν δικό της κόσμο.
Καὶ φῶς μὲν πνευματικό, δόξα τῷ Θεῷ, ὑ¬πάρχει. Δὲν εἶνε ἁπλὸ φῶς, εἶνε ἥλιος ὁλόκλ第ρος• εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός! Ἐμ¬πρὸς στὸ δικό του φῶς πόσο ἀσθενικὰ καὶ ὠ¬χρὰ εἶ¬νε τὰ φῶτα τῶν διαφόρων σοφῶν! Κύριε, ἄδυτε ἥλιε, «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» (Δοξολ.)!
Ἀλλ᾿ ὅπως τὸ σῶμα γιὰ νὰ δῇ ἔχει ἀνάγκη ἀ¬πὸ ὑγιῆ μάτια, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, γιὰ νὰ δῇ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ διακρίνῃ καὶ ν᾽ ἀπολαύσῃ τὴν ἀ¬-λήθεια, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ὑγιῆ ἐσωτερικὴ ὅρασι• καὶ ἡ ὅρασις αὐτή, μὲ τὴν ὁποία βλέπει ἡ ψυ¬χή, εἶνε ὁ νοῦς. Αὐτὸς εἶνε ὁ ὀφθαλμός, ὁ «λύ-χνος» τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου. Εἶνε ὑγιὴς ὁ νοῦς μας, καθαρὸς δηλαδὴ ἀπὸ πάθη, πλάνες, προκαταλήψεις; τότε ἡ ψυχὴ βλέπει, θαυ-μάζει τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, ἀγάλλεται. Δὲν εἶνε ὑ¬γιὴς ὁ νοῦς μας; εἶνε δηλαδὴ ὑποδουλω¬μένος σὲ πάθη καὶ κακίες; τότε ἡ ψυχὴ ζῇ καὶ κυλιέται σὲ σκοτάδια• «ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου», ὁ σατανᾶς, «ἐτύφλωσε τὰ νοήματα τῶν ἀπίστων εἰς τὸ μὴ αὐγάσαι αὐτοῖς τὸν φωτισμὸν τοῦ εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ» (Β΄ Κορ. 4,4).
*
«Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός». Μεγάλο τὸ δίδαγμα ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ ῥητὸ αὐτό. Τὰ πάθη, στὰ ὁποῖα δουλεύει ὁ ἄνθρωπος, σὰν μαῦρα σύννεφα, σκοτίζουν τὴν πνευ¬ματική του ὅρασι• καὶ ἔτσι ἐξηγεῖται, γιατί ὁ μεγάλος ἐπιστήμων, ποὺ λύ¬νει γρήγορα προβλήματα ἀλγέβρας, δὲν μπορεῖ νὰ λύσῃ ἕνα στοιχειῶδες πρόβλη-μα ἠθικῆς στὴ ζωή του.
Ἐγκατέλειψε τὴν οἰκογένειά του, ζῇ παράνομα μὲ μιὰ παλλακίδα. Ὅλοι γελοῦν εἰς βάρος του, τοῦ φωνάζουν «Διῶξε την». Μὰ αὐτὸς οὔτε ἀκούει οὔτε βλέπει. Τυφλώθη¬κε ὁ ἄ¬θλιος ἀπ᾽ τὸ πάθος καὶ σὰν τὸν Οἰδίπο¬δα κατέστρεψε μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια τὴν πνευμα¬τική του ὅ¬ρασι. Ἀντὶ ὁ νοῦς νὰ ῥυ¬θμίζῃ τὴ ζωή του σύμφωνα μὲ τὴ λογική, τὸ πάθος ὑπέταξε τὸ νοῦ καὶ τὸν ἀναγκάζει τώρα νὰ γίνῃ συνήγορός του. Ὅπως ὁ ῥαδιο¬φωνι¬κὸς σταθμὸς μιᾶς ἐλεύθερης χώρας, ὅ¬ταν κα-ταληφθῇ ἀπὸ βαρβάρους, γίνεται πλέ¬ον ὄργανο τῶν κατακτητῶν καὶ ὁ¬μιλεῖ ἐναν¬τίον τῆς πα¬τρίδος, ἔτσι καὶ ἡ διάνοια• ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς καταληφθῇ ἀπὸ τὰ βαρβαρικά, τὰ τιτανικὰ πάθη, χάνει πλέον τὴν ἀνεξαρτησία τῆς κρίσεως καὶ γίνεται ὁ ἐλεεινὸς συνήγορος τῶν ἰδιοτροπιῶν τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ διάνοια τοῦ ἐμπαθοῦς εἶνε τυφλή. Ἡ κακία ἔσβησε τὸ λυχνάρι, κατήργησε τὴ λογική. Ὁ νοῦς βυθίστηκε στὸ σκοτάδι, λέει ὅ,τι ὑπαγορεύει ἡ ἁμαρτωλὴ καρδιά.
Ἕνας κήρυκας προσπαθοῦσε νὰ πείσῃ κάποιον ποὺ εἶχε τυφλωθῆ ἀπὸ τὸ χρυσάφι, ὅτι ὑ¬πάρχει καὶ ὁ κόσμος τοῦ πνεύμα¬τος. Ὁ φιλάρ-γυρος ἀ¬παντοῦ¬σε «Δὲν πιστεύω». Ὁ κήρυκας χάραξε σ᾽ ἕ¬να χαρ¬τὶ ἕνα μικρὸ κύκλο καὶ μέσα ἔ¬γραψε μὲ κεφαλαῖα «ΘΕΟΣ». –Τί βλέπεις; τὸν ρω¬τάει. –Τὴ λέξι «ΘΕΟΣ», ἀπαντᾷ ἐκεῖ¬νος. Τότε ὁ κήρυκας πάνω στὸν κύκλο το¬ποθετεῖ μία λίρα, ποὺ τὸν κάλυψε ὅλον. –Τί βλέπεις τώρα; τὸν ρω¬τάει. –Δὲν βλέπω τίποτε ἄλ¬λο παρὰ τὴ λίρα! Νά μιὰ εἰκόνα τοῦ κόσμου ποὺ τυφλώ¬θηκε ἀπὸ τὸ μαμωνᾶ ἢ ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο πάθος. Τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ὡς δικαιοσύνη, ὡς ἀ-λήθεια, ὡς ἀγάπη εἶνε γραμμένο παντοῦ• ἀλλὰ παρεμ¬βάλλεται κάποιο νόμισμα, κάποια κακία, ὁ νοῦς μας σκοτίζεται καὶ τότε δὲν βλέπουμε τίποτε.
* *
Ἂς ἀφαιρέσουμε, ἀδελφοί, τὰ ἐμπόδια, ἂς νεκρώσουμε τὰ πάθη, καὶ τότε θὰ δοῦμε τὴν ἀ¬¬λήθεια τοῦ Θεοῦ νὰ λάμπῃ. Τὰ μάτια τῆς ψυ¬χῆς, καθαρὰ ἀπὸ τὴν τσίμπλα τῆς ἁμαρτί¬ας, θὰ βλέ¬¬πουν τὰ πράγματα ὅπως εἶνε, ὄχι ὅπως τὰ δεί¬χνουν οἱ ψεύτικοι ἀντικατοπτρισμοὶ τῶν παθῶν.
Εὐτυχισμένοι ὅσοι ἔχουν ὑγιῆ τὴν ἐσωτερ鬬κὴ ὅρασι! Αὐτοὶ εἶνε «οἱ ὁρῶντες», ἐκεῖνοι ποὺ πράγματι βλέπουν• αὐτοὺς μακάρισε ὁ Κύριος ὅταν εἶπε «Ὑμῶν μακάριοι οἱ ὀφθαλ¬μοί, ὅτι βλέ¬πουσι, καὶ τὰ ὦτα ὑμῶν, ὅτι ἀκούουσιν» (Ματθ. 13,16).
Ὅταν ὁ Μ. Ἀντώνιος συνάντησε στὴν Ἀλεξάνδρεια τὸν τυφλὸ φιλόσοφο Δίδυμο, εἶπε• «Δίδυμε, μὴ σὲ ταράζει ἡ ἀπώλεια τῶν αἰσθη¬τῶν ὀφθαλμῶν. Τέτοια μάτια ἔχουν καὶ οἱ μῦ¬γες καὶ τὰ κουνούπια. Νὰ χαίρεσαι γιατὶ ἔχεις μάτια ὅπως τῶν ἀγγέλων, μὲ τὰ ὁποῖ¬α καὶ ὁ Θε¬ὸς θεωρεῖται καὶ τὸ φῶς του καταλαμβάνεται».
Αὐτὰ τὰ μάτια λείπουν σήμερα. Ὁ κόσμος, παρ᾿ ὅλη τὴν ἐπιστημονικὴ διαφώτισι, ὡς πρὸς τὸ «γνῶθι σαυτόν», στὰ ἠ¬θ鬬κὰ καὶ πνευματικά, εἶνε τυφλός. «Ἰδοὺ ἐγὼ μὲ τόσα φῶτα, τυφλός, τυφλὸς ὅπως καὶ πρῶ¬τα», ποὺ εἶπε ὁ Γκαῖτε.
Ἔτσι τυφλός, μὲ σβησμένο τὸ λυ¬χνάρι του, περιπλανᾶται στὰ ἐρέβη ὁ ἄν¬¬θρωπος. Τυφλός, ὅπως τὸν περιγράφει ἡ Ἀπο¬κά¬λυψις στὸ 3ο κεφάλαιο. Ὑπερηφανεύθηκε, ἀπο¬στάτησε καὶ τυφλώθηκε. Εἶπε ὅτι «πλούσιός εἰ¬μι καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδενὸς χρείαν ἔχω», καὶ δὲν ξέρει ὅτι αὐτὸς εἶνε «ὁ ταλαίπωρος καὶ ὁ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός». Σ᾽ αὐτὸν τὸν τυφλό, ποὺ ἔπαψε νὰ βλέ¬πῃ τὰ θεῖα ὁράματα τῆς πίστεως, λέει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο• Ἄν¬¬θρωπε, χρειάζεσαι κολλύριο• «ἔγχρισον τοὺς ὀφθαλ¬μούς σου ἵνα βλέ¬πῃς» (Ἀπ. 3,17-18). Καθάρισε τὴ διάνοιά σου ἀπὸ κάθε προκατάληψι. Πίστεψε ἀκράδαν¬τα. Καὶ τότε θ᾽ ἀνοί¬ξουν τὰ μάτια σου, θ᾽ ἀνάψῃ τὸ ἐσωτερικὸ λυχνάρι σου, ἕνας ὡραῖος κόσμος θ᾿ ἀναδυθῇ ἀ¬πὸ τὰ βάθη σου, θὰ δῇς τὸ πανόραμα τῆς ἄ¬νω Ἰερουσαλὴμ καὶ μαζὶ μὲ τὸ Δαυῒδ θὰ ψάλῃς• «Ἡδυνθείη αὐτῷ ἡ διαλογή μου, ἐγὼ δὲ εὐ-φρανθήσομαι ἐπὶ τῷ Κυρίῳ» (Ψαλμ. 103,34).
Κύριε, σὲ παρακαλοῦμε! Ἔχουμε ἀνάγκη ἐ¬σωτερικῆς ὁράσεως, πίστεως, τῆς ἕκτης αὐτῆς αἰσθήσεως. Κάνε νὰ πιστέψουμε ὅλοι σ᾽ ἐσένα, νὰ καθαρίσουμε τὴν ἐσωτερική μας ὅρασι μὲ τὸ κολλύριο τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, γιὰ νὰ γίνῃ καὶ πάλι ὁ τόπος μας «ὁ λύχνος ὁ καιόμε¬νος καὶ φαίνων» (Ἰω. 5,35), ὁ φωτει¬νὸς ὀ¬φθαλμὸς τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς ἀνθρωπότητος, τὴν ὁ¬ποία καλύπτουν σκοτάδια βαρβαρότητος.
Σ᾽ ἕνα τέτοιο κόσμο, Ἑλλάδα ἀγαπητή μας πα¬τρίδα, φέγγε αἰωνίως μὲ τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. στ΄ 22-33)


25 Ἰουνίου 2017

Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἔχει πολλαπλὰ μηνύματα. Μᾶς καλεῖ νὰ κατανοήσουμε καὶ νὰ ἑρμηνεύσουμε μέσα στὸ φῶς τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δικαιοσύνης Του πολλὰ μεγέθη τῆς καθημερινότητάς μας. Τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ τὸ ἀσφυκτικὸ ἄγχος ποὺ μᾶς διαπερνᾷ: «μὴ μεριμνᾶτε». Τὴν λαχτάρα τῆς ὅποιας ἐπιθυμίας καὶ τὴν πλεονεξία μέσα στὴν ὁποία βυθιζόμαστε: «ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμὸς πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμα σκοτεινὸν ἔσται», ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι πονηρό, ὅλος σου ὁ λογισμὸς θὰ εἶναι σκοτεινός. Τὴν ἐξάρτηση ἀπὸ τὸ χρῆμα καὶ τὶς συνέπειές του, ποὺ γίνεται μία ἄλλου εἴδους εἰδωλολατρία μέσα στὴν ὁποία παγιδευόμαστε: «οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ», δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε καὶ στὸν Θεὸ καὶ στὸν μαμωνᾶ.
Μαζὶ μὲ ὅλα αὐτά, ὅμως, θὰ ἦταν σκόπιμο νὰ κάνουμε καὶ μιὰ οἰκολογικὴ ἀνάγνωση τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος. Καὶ αὐτό, γιατὶ στὶς μέρες μας ζοῦμε, μαζὶ μὲ ὅλο τὸν κόσμο, μέσα στὸν φόβο καὶ στὴν «σκιὰ» ἐνὸς οἰκολογικοῦ θανάτου, ποὺ προκαλεῖ ἡ αὐξημένη μόλυνση καὶ καταστροφὴ τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Ἡ φράση τοῦ Χριστοῦ: «ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ἡμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά» εἶναι ἀσφαλῶς μιὰ ἠχηρὴ διακήρυξη τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Εὔκολα καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ φύση ὄχι μόνο προέρχεται, ἀλλὰ καὶ κυβερνᾶται ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ φροντίδα καὶ ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν φύση εἶναι διαρκής. Ἡ λειτουργία τῶν φυσικῶν νόμων κινεῖται ἀποκλειστικὰ μέσα στὰ πλαίσια τῆς θέλησης, τῆς δύναμης, καὶ τῆς κυριαρχίας τοῦ Θεοῦ. Ὅλα λειτουργοῦν τέλεια, γιατί δημιουργήθηκαν νὰ εἶναι τέλεια. Ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι κατάμεστη ἀπὸ ἐκφράσεις ποὺ ἀναφέρονται στὴν ὡραιότητα, τὴν ἁρμονία καὶ τὴν σκοπιμότητα τῆς φυσικῆς δημιουργίας. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς δίνει τὸ παράδειγμα τῆς ἀγάπης στὴν δημιουργία, ἀλλὰ καὶ τοῦ σεβασμοῦ στὴν οἰκολογικὴ ἰσορροπία. Οἱ ὑπέροχες παραβολές Του, ἀλλὰ καί, γενικότερα, ὁ διδακτικός Του λόγος, τὶς περισσότερες φορὲς ἔχουν ἀφετηρία μιὰ εἰκόνα ἀπὸ τὸ φυσικὸ περιβάλλον. Ἡ τρικυμία τῆς θάλασσας, οἱ ἄνεμοι, τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ, τὸ καρπερὸ ἀμπέλι, ἡ ἄκαρπη συκιὰ εἶναι εἰκόνες ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ Θεοῦ. Ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ξεκινᾷ ὁ Χριστὸς τὴν διδασκαλία Του, γιὰ νὰ προχωρήσει στὰ βαθύτερα πνευματικὰ μηνύματα, μαρτυροῦν τὴν ἀγάπη Του καὶ τὴν ἀνύσταχτη φροντίδα Του γιὰ τὰ ἔμψυχα καὶ ἄψυχα δημιουργήματά Του.
Ὁ Χριστός, βέβαια, δὲν μᾶς καλεῖ ἀπλὰ νὰ ἀγαπᾶμε καὶ νὰ θαυμάζουμε τὴν φύση. Ἄλλωστε, «οὐκ ἐλάτρευσαν τὴν κτίσιν οἱ θεόφρονες παρὰ τὸν Κτίσαντα». Ἐκεῖνο τὸ «καταμάθατε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει» μᾶς λέει κάτι ἄλλο πολὺ πιὸ σημαντικό, ποὺ πρέπει νὰ προσέξουμε. Νὰ μάθουμε νὰ μελετᾶμε τὸ ἀνοικτὸ βιβλίο τῆς φύσης καὶ νὰ ἀποκρυπτογραφοῦμε τὰ σήματα ποὺ μᾶς ἐκπέμπει κάθε στιγμὴ καὶ ὥρα. Κάθε φορὰ ποὺ μολύνουμε τὴν φύση καὶ καταστρέφουμε τὸ περιβάλλον, γκρεμίζουμε τὸ σπίτι ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε, γιὰ νὰ ζήσουμε. Ἁμαρτάνουμε, γιατὶ ξεχνᾶμε ὅτι ἡ ὑποχρέωση τοῦ ἀνθρώπου στὸν παράδεισο ἦταν τὸ «ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν». Δύο χαρακτηριστικὲς λέξεις ποὺ τονίζουν τὰ δικαιώματα καὶ τὶς ὑποχρεώσεις μας ἀπέναντι στὸ περιβάλλον ποὺ ζοῦμε. Ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀναφέρει διάφορα περιστατικὰ καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, συμπτώματα καὶ αὐτὰ τοῦ πεσμένου κόσμου μας. Βέβαια, τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ εἰκόνες τῆς Ἀποκάλυψης ἀναφέρονται  στὴν ὁλοκληρωτικὴ καταστροφὴ τῆς γῆς καὶ στὴ συντέλεια τῶν αἰώνων. Ἀλλά ἐδῶ δὲν πρόκειται γιὰ τὴν ἀπόγνωση τῆς οἰκολογικῆς καταστροφῆς, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἐλπίδα τῆς μεταμόρφωσης καὶ ἀνακαίνισης τοῦ κόσμου.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, καὶ ἐμεῖς, ὡς «σάρκα φοροῦντες καὶ τὸν κόσμον οἰκοῦντες», ἐμπλεκόμαστε στὸ οἰκολογικὸ πρόβλημα τῆς ἐποχῆς μας. Ἀλλὰ  δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ἡ κλήση μας καὶ ὁ ἀγώνας μας ἀποβλέπουν στὴν ἀντιμετώπιση κάθε μορφῆς κακοῦ, ἀκόμη καὶ τοῦ οἰκολογικοῦ, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ εἶναι μιὰ μορφὴ ἁμαρτίας (λανθασμένη σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴν δημιουργία). Γι’ αὐτό, ὅσο διαρκεῖ ἡ ἱστορία, ἂς προσπαθοῦμε νὰ μεταβάλλουμε καὶ νὰ μεταμορφώνουμε συνεχῶς τὸ ἀνθρώπινο ἁμαρτωλὸ περιβάλλον μας, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀπειλούμενο μὲ καταστροφὴ φυσικὸ περιβάλλον, μέχρι νὰ ἔρθει ὁ Κύριος  καὶ νὰ ἀκουσθεῖ ἡ φωνή Του: «Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ τὰ πάντα».
Ἀμήν.

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Η ΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ

Η ΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ (Ματθ. 4, 18-23) 



http://impiprevezis.gr/
†.ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
(Διασκευή ομιλίας στη Φιλιππιάδα, στις
20/6/1993)
         1. Ποιός έχασε κοντά στο Χριστό;
    Ακούσαμε στο Ευαγγέλιο
μια απλή διήγηση, η οποία όμως έχει ένα πολύ μεγάλο νόημα. Ο Χριστός κάλεσε
τους πρώτους μαθητές του. Ποιός τους φώναξε; Απάντηση: «Ο Θεός των Πατέρων
ημών». Εκείνος που δημιούργησε τον κόσμο. Ο Σωτήρας του κόσμου. Ο Κύριος και
Παντοκράτορας. Φαινόταν βέβαια απλός άνθρωπος. Είχε το δικαίωμα ο καθένας να
Τον πει ό,τι θέλει.
Αλλά ήταν ο Θεός της
δόξης!

Τους είπε: «Ελάτε
κοντά μου». Και πήγαν. Πώς πήγαν;
Για να Τον
ακολουθήσουν, άφησαν τον πατέρα τους και τη μητέρα τους. Ο απόστολος Πέτρος
άφησε και τη γυναίκα του. Άφησαν την περιουσία τους. Και εκείνη τη μικρή
διασκέδαση που μπορούσε να έχει ο καθένας τους. Όλα τα αγαθά τους άφησαν! Και
πήγαν κοντά στο Χριστό.
Ερώτημα: Έχασαν; Κατά
την άποψη του κόσμου τα έχασαν όλα.
Όμως στην πραγματικότητα
έχασαν; Όχι. Κέρδισαν την αιώνιο ζωή. Κέρδισαν κάτι που δε μπορεί να το
φαντασθή νους ανθρώπου.
Κάποια φορά που μίλησε
ο Χριστός στους μαθητές Του για τα αγαθά της Βασιλείας Του, ο απόστολος Πέτρος
του είπε:
-Κύριε, εμείς, για τη
Βασιλεία Σου και για Σένα τα αφήσαμε όλα. Τι θα κερδίσουμε; Τι ωφέλεια θα
έχουμε;
Του απάντησε ο
Χριστός:
-Όποιος άφησε πατέρα ή
μητέρα ή αδελφούς ή αδελφές ή τέκνα ή αγρούς ή σπίτια ή οτιδήποτε άλλο για μένα
και για τη Βασιλεία μου «εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει».
Εσείς, λέει, ειδικά οι
δώδεκα, που τα αφήσατε όλα, τότε που κανείς δε το ήξερε και δεν ήθελε να το
καταλάβει ότι εγώ είμαι ο Σωτήρας του κόσμου και με ακολουθήσατε και γίνατε
-και θα γίνετε- οι πρώτοι κήρυκες του αγίου Ευαγγελίου, όταν θα έρθει η
παλιγγενεσία, όταν θα γίνει η ανάσταση των νεκρών, θα καθίσετε σε δώδεκα
θρόνους και θα κρίνετε το κόσμο όλο.
         Μπορούσατε να
φαντασθείτε ποτέ ότι ο Χριστός θα εμπιστευθεί το έργο Του, να κρίνει τον κόσμο,
σε εκείνους που έδωσε το δικαίωμα να καλέσουν τον κόσμο σε μετάνοια και
σωτηρία. Δηλαδή, θα δούμε την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας τους δώδεκα
αποστόλους να κάθονται σε θρόνους για να μας δικάσουν και μένα και σας.
Λέγοντας ο Χριστός «τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ», εννοεί όλους τους ανθρώπους
από καταβολής κόσμου, από τον Αδάμ μέχρι την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας. Και
θα καταλάβουμε εκείνη την ημέρα ότι κρέμεται η τύχη μας από τη γνώμη τους.
Μπορείτε να φαντασθείτε μεγαλύτερο μεγαλείο για άνθρωπο;
               2. Οι πιο παράξενοι εισαγγελείς
        Εμείς καμαρώνουμε κάποιον
που κάθεται σε μεγάλη καρέκλα. Και πάμε παρακαλώντας, να του γυρέψουμε κανένα
ρουσφετάκι μουτζώνοντάς τον και βρίζοντάς τον μέσα μας. Αλλά τους αγίους
αποστόλους, δεν θα έχει κανείς δικαίωμα την ώρα της δευτέρας Παρουσίας ούτε να
τους μουτζώσει, ούτε να τους βρίσει. Γιατί; Γιατί μόνο θαυμασμό αξίζουν οι
άνθρωποι αυτοί. Δεν υπήρξαν ποτέ τους οι κατεργαραίοι του κόσμου. Ήταν οι
άνθρωποι που τα θυσίασαν όλα για το Θεό και για τους ανθρώπους.
Έλεγε ο άγιος και
πανεύφημος απόστολος Παύλος. «Κάθε ημέρα όταν κάνω την προσευχή μου, καταριέμαι
τον εαυτό μου και παρακαλώ το Θεό να στείλει εμένα στην κόλαση, αλλά να ελεήσει
το λαό Του και να τον καλέσει σε μετάνοια, σε σωτηρία». Ποιός έχει δικαίωμα να
τον μουντζώσει και να τον υβρίσει αυτόν τον άνθρωπο;
Ο χειρότερος
αμαρτωλός, που δεν θα αξιωθεί ελέους εκείνη την ημέρα, πώς θα τον δει τον
απόστολο Παύλο και τους άλλους αποστόλους, που είχαν τέτοια καρδιά, τέτοια
αγάπη, τέτοια φιλανθρωπία, τέτοια διάθεση; Πώς θα τους δούμε;
             Κάθε άνθρωπος που
εκείνη την ημέρα δε θα αξιωθή ελέους, θα ξέρει ότι είναι 100% ανάξιος και
αναπολόγητος γιατί θα δικάσουν οι πιο εύσπλαγχνοι και στοργικοί άνθρωποι του
κόσμου. Ο Πέτρος και ο Παύλος και οι άλλοι άγιοι πανεύφημοι Απόστολοι. Όπως μας
λένε οι διηγήσεις των αγίων Πατέρων, στο τέλος, αφού δικάσουν όσα νομίζουν ότι
μπορούν να δικάσουν, θα πέσουν γονατιστοί μαζί με την Παναγία στα πόδια του
Χριστού και θα Τον καθικετεύουν να ελεήση και όλους τους άλλους ανθρώπους
ανεξάρτητα από τις αμαρτίες τους.
Όταν πήγαν κοντά στο
Χριστό οι άγιοι πανεύφημοι απόστολοι δεν είχαν φυσικά αυτή την αγάπη. Αλλά
κοντά στο Χριστό η καρδιά τού ανθρώπου πλαταίνει, μεγαλώνει και χωράει τα
πάντα.
 Ο άνθρωπος γίνεται ένα απέραντο δοχείο αγάπης, καλωσύνης, στοργής,
θυσίας και ταπεινώσεως.
Εκείνοι κλήθηκαν,
ανταποκρίθηκαν στην κλήση του Θεού και έλαβαν τον μισθόν τους. Δεν κάλεσε όμως
ο Θεός μόνο εκείνους. Λέγει η Καινή Διαθήκη, στον καθένα μας ο Θεός απέστειλε
μία κλήση.
Μας κάλεσε, και
είμαστε πιστοί. Και πιστεύομε στο όνομα Του.
Μας κάλεσε, και
δεχθήκαμε το βάπτισμα.
Πώς μας κάλεσε; Με το
τρόπο που Εκείνος ξέρει, για τον καθένα μας. Μόνο μας κάλεσε; Και μας καλεί.
Κάθε ημέρα μας καλεί. Και κάθε ημέρα μας ξυπνάει.
Ερώτημα. Εσύ αδελφέ
μου, ακούς την κλήση του Θεού που σου λέει: «Γιατί πορεύεσαι «στραβά» σαν τον
κάβουρα; Βάδισε σωστά. Ακολούθει το δρόμο μου. Βαπτίστηκες στο όνομά μου. Σε
κάλεσα. Πού σε κάλεσα; Στην Εκκλησία. Στη μετάληψη του Σώματος και του Αίματός
μου. Στη Βασιλεία μου την επουράνιο. Περπάτα «αξίως της κλήσεως» που έλαβες.
Κάνε έργα χρηστά. Καθάρισε λίγο την καρδιά σου από τα πάθη. Ακούμε την προτροπή
του Χριστού, μέσα στη καρδιά μας. Σαρακοστή είναι τώρα. Τουλάχιστον τις
Σαρακοστές, ακόμα και οι αμελείς χριστιανοί κοινωνούν, οι καλοί κοινωνούν
πολλές φορές. Αλλά έστω και οι μεσοβέζικοι, οι αμελείς χριστιανοί,
φιλοτιμούνται τις σαρακοστές να κοινωνήσουν. Άντε λοιπόν, εξομολογήσου να
κοινωνήσεις και εσύ. Κλήση του Θεού είναι. Τι την κάνεις; Πώς την ακούς; Σου
λέει: «φιλοτιμήσου να κάνεις κάτι περισσότερο για τη δόξα του Θεού».
           3. Γιατί δουλεύεις
τσάμπα;

       Ήταν ένα μεγάλος
αυτοκράτορας στη Γερμανία. Έκανε πολέμους πολλούς. Τον έτρεμε η Ευρώπη. Και
είχε πρωθυπουργό ένα άνθρωπο που λεγόταν «σιδερένιος και ατσαλένιος». Τον
έτρεμε η Ευρώπη ολόκληρη. Ο πρωθυπουργός ήταν ο Ότο Μπίσμαρκ. Κάποια φορά
πέθανε. Και παρεκάλεσε να γραφούν πάνω στο τάφο του τα λόγια, περιεχόμενο της
καρδιάς του. «Ενθάδε κείται ο Ότο Μπίσμαρκ, πιστός δούλος του κυρίου του, του
αυτοκράτορα της Γερμανίας Γουλιέλμου Α’». Σχόλιο δικό μας: Πάρε τώρα
πρωθυπουργέ, μισθό από το κύριό σου τον αυτοκράτορα της Γερμανίας! «Ουκ αν
λάβεις παρά του μη έχοντος». Τι να σου δώσει; Ίσως είναι σε χειρότερη θέση ο
ίδιος.
Στηρίζεις αδελφέ, την
ελπίδα σου στον εαυτό σου ή σε κάποιο άλλον άνθρωπο; Θα έρθει η ώρα να
πεθάνεις. Υπηρέτησες ανθρωπίνους σκοπούς και ανθρώπους; Έκανες συγκαταβάσεις
και συμβιβασμούς; Αμαρτίες; Για χάρη ανθρώπων. Του οποιουδήποτε ανθρώπου είτε
ήταν ξένος είτε ήταν το παιδί σου;
Τι περιμένεις να
πάρεις; Έγινες πιστός δούλος του κυρίου σου. Μηδέν από μηδέν μηδέν.
Ένας άλλος πέθαινε.
Και την ώρα που πέθαινε είπε: «Πώς πάνε οι υποθέσεις μου;»
Δεν θυμήθηκε τη ψυχή
του. Τις υποθέσεις του θυμόταν.
Τι να του κάνεις αυτού
του ανθρώπου;
Τι έλεος να του δείξει
ο Θεός εκείνη την ημέρα; Ούτε τη στιγμή που ξεψυχούσε και ήταν σωματικά
ανύπαρκτος, ράκος, μηδέν, δε θυμήθηκε ψυχή και Θεό. Πώς θα πάει κοντά στο Θεό;
             4. Στερνή μου γνώση
         Ένας «μεγάλος» είχε
κατακτήσει και ήταν αφεντικό του μισού κόσμου στην εποχή του. Ο βασιλιάς της
Ισπανίας Φίλιππος ο Β’. Όταν πέθαινε κατάλαβε το λάθος του και είπε:
-Θεέ μου, Θεέ μου, να
μην ήμουν βασιλιάς και κοσμοκράτορας. Να είχα το μυαλό, τουλάχιστον να ήμουν
δόκιμος. Όχι καλόγηρος. Δόκιμος απλός να είχα γίνει,
 να θυμόμουνα και εγώ ότι
πρέπει να αγωνιστώ για την ψυχή μου. Τι θάρρος που θα είχα αυτή τη στιγμή
ενώπιόν Σου; Και τι κέρδος και τι ωφέλεια!
Πόσο πρέπει να
διερωτώμαστε και να λέμε: «Ω, Θεέ μου, να είχα κάνει κάτι περισσότερο στο κόσμο
για τον εαυτό μου, για τη ψυχή μου, για να ανταποκριθώ στη κλήση που μου έκανες
να κερδίσω, να κληρονομήσω την αιώνια ζωή και Βασιλεία Σου».
Οι απόστολοι ονομάζονται
στη γλώσσα της Εκκλησίας θεόσοφοι και πάνσοφοι. Μερικοί ήταν αγράμματοι. Αλλά
ονομάζονται θεόσοφοι και πάνσοφοι γιατί εσοφίσθηκαν και έγιναν σοφοί, πάνσοφοι
από το Θεό επειδή κατάλαβαν τι αξία έχει η Βασιλεία του Θεού.
 Αυτή είναι η
αληθινή σοφία. Όταν σ’ αυτό το θέμα ο άνθρωπος σφάλλει, όλες οι άλλες
εξυπνάδες, είναι βλακείες. Και τελικά γίνονται εγκλήματα εις βάρος μας,
εναντίον του εαυτού μας. Αληθινή σοφία είναι να αγωνιστεί ο άνθρωπος να
κερδίσει αληθινά.
Δεν είναι έξυπνος ο
άνθρωπος που ξέρει και παίζει, αλλά στο τέλος χάνει όλη τη περιουσία στο
παιχνίδι. Δεν είναι έξυπνος επειδή είχε την εξυπνάδα και έκανε μεγάλη την
περιουσία του για μια στιγμή σ’ ένα παιχνίδι, αλλά την έχασε όλη σ’ ένα άλλο.
Είναι ανόητος. Έτσι λοιπόν όποιος και να ‘ναι, ό,τι εξυπνάδα και αν αναπτύξει
σ’ αυτό τον κόσμο, αν αποδειχθεί ανόητος στο ζήτημα της αιώνιας τύχης του, δεν
είναι έξυπνος, ούτε σοφός, ούτε συνετός.
Ας παρακαλέσουμε τον
Κύριο να μας δώσει φωτισμό και σοφία να ακολουθήσουμε το δρόμο στον οποίο μας
κάλεσε και να γίνουμε κληρονόμοι της Βασιλείας Του. Αμήν.-
http://imodigitrias.blogspot.gr/2017/06/4-18-23.html 











Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Ομιλία εις την Κυριακήν των Αγίων Πάντων


Αθανασίου Αθανασιάδη, Θεολόγου

«Έχομεν ημίν περικείμενον νέφος μαρτύρων» (Εβρ. ιβ. 1). 

Η Αγία μας Εκκλησία μια εβδομάδα μετά την εορτή της Πεντηκοστής τιμά και πανηγυρίζει την μνήμη πάντων των Αγίων. Πρώτον, της Κυρίας Θεοτόκου, της Υπεραγίας ημών Θεοτόκου, της Παναγίας μας. Δεύτερον των Αποστόλων, τρίτον των Προφητών, τέταρτον των Ιεραρχών και Διδασκάλων, πέμπτον των Μαρτύρων, ανδρών και γυναικών, έκτον των Ασκητών και των Ασκητριών και έβδομον των Δικαίων και παντός πνεύματος Αγίου τετελειωμένου.

Γιατί τους εορτάζει και τους τιμά η Εκκλησία; Γιατί, πρώτα κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα την Κυριακή της Πεντηκοστής και φώτισε τους Αποστόλους. Οι δε Απόστολοι δίδαξαν, νουθέτησαν και έπεισαν τους ανθρώπους με το χριστομίμητο παράδειγμά τους και τους κόπους τους να καταφρονήσουν το θάνατο για την αγάπη του Χριστού. Γι’ αυτό και οι Άγιοι Πατέρες όρισαν να εορτάζουμε σήμερα τη μνήμη τους, για να γνωρίσουμε τους καρπούς της Πίστεως και της προσφοράς τους προς τον Θεό.
Επίσης, επειδή ο πρώτος Άγγελος, ο Εωσφόρος , έπεσε εξαιτίας της υπερηφάνειας, τιμάμε όλους τους Αγίους, οι οποίοι εξαιτίας της υπακοής τους και της ταπείνωσής τους οδηγήθηκαν στο μαρτύριο τόσο στο σώμα όσο και στην ψυχή και αναπλήρωσαν τη θέση του Εωσφόρου. Παράλληλα, κάποιοι Άγιοι , οι οποίοι μαρτύρησαν σε διάφορα μέρη και τόπους, άγνωστοι σε μας, γνωστοί όμως με μεγάλη δόξα και τιμή στο Θεό, εορτάζουν σήμερα και αυτοί μαζί με τους υπόλοιπους γνωστούς και ονομαστούς Αγίους, διότι για το Θεό «Άγιοι γίνεσθε ότι εγώ Άγιος ειμί» (Α΄Πέτρ. α,16). Όταν επαινούνται οι στρατιώτες, επαινείται ταυτοχρόνως και ο διοικητής που τους έχει. Ομοίως και σήμερα, όπου επαινούνται οι Άγιοι, δοξάζεται και τιμάται περισσότερο ο Θεός, που δέχθηκε τη μαρτυρία τους έμπροσθεν των ανθρώπων, και τους τίμησε με την κληρονομία της αιωνίου ζωής και της αδιάλειπτης επικοινωνίας μ’ Αυτόν . 
Άλλους τους ενδυνάμωσε και νίκησαν το διάβολο, άλλους τους έδωσε δύναμη και τον υπηρέτησαν αξίως, άλλοι τελείωσαν τη ζωή τους με επώδυνα μαρτύρια, άλλοι με άσκηση, με νηστείες, αγρυπνίες και προσευχή, άλλοι με δικαιοσύνη. Όλοι όμως είχαν έναν κοινό σκοπό: Ότι αγάπησαν ανιδιοτελώς τον Κύριο και σφράγισαν τη ζωή τους με το «υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται», όχι όπως εμείς τη μια στιγμή χαιρόμαστε και την άλλη λυπούμαστε και μένουμε στη μιζέρια μας!
Όλοι οι Άγιοι αγαπούσαν τους γονείς τους, τους συγγενείς και τους πλησίον όχι όμως παραπάνω από τον Κύριο. Ο Κύριος θέλει η αγάπη μας να είναι ανόθευτη και καθαρή, χωρίς συμβιβασμούς και μοιρασιές, όταν αυτή προσφέρεται ως θυσία ευάρεστη σ’ Αυτόν. Όλοι οι Άγιοι ανέλαβαν τον Σταυρό του μαρτυρίου είτε με επονείδιστο θάνατο είτε με θλίψεις και κακουχίες πάντα μιμούμενοι τον Κύριο, οι οποίοι αγόγγυστα, άμεμπτα, με σωφροσύνη και επιείκεια φύλαξαν τις εντολές του Κυρίου και τον ακολούθησαν πιστά μέχρι τέλους. Γι’ αυτό και βρήκαν παρρησία στον Κύριον. 
Όταν ένας διοικητής ακούει τους στρατιώτες του και κάνει το θέλημά τους, πόσο μάλλον ο Κύριος ακούει τους Αγίους, οι οποίοι έδωσαν και τη ζωή τους γι’ Αυτόν; Είναι πρέσβεις και μεσίτες προς τον οικτίρμονα Θεόν οι Άγιοι. Οι Άγγελοι χαίρονταν για το μαρτύριο των Αγίων, οι δαίμονες έφριτταν και ο διάβολος έτρεμε, γιατί το αίμα των αγίων ήταν αίμα άγιο και σωτήριο, άξιο της Βασιλείας των Ουρανών, που υπενθύμιζε και υπενθυμίζει στον διάβολο το αίμα του Χριστού, όπου εχύθη πάνω στο Σταυρό για τις δικές μας αμαρτίες. Αυτά είχαν πάντα στο νου και στην καρδιά οι Άγιοι και θυσίαζαν τη ζωή τους προθύμως.

Ήταν από άλλο κόσμο; Ήρθαν από άλλον γαλαξία; Τους έκανε τα χατίρια ο Θεός; Όχι, ήταν άνθρωποι σαν και μας, με πάθη, μόνο που έζησαν με μετάνοια, με εγκράτεια , με νηστεία, με προσευχή, με συνεχή πνευματικό αγώνα, με αγιότητα, με τη βίωση της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, με τη συχνή συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας με πίστη ανόθευτη και ακαταίσχυντη, γι’ αυτό και τους τίμησε ο Θεός και λέγει: «Αμήν αμήν λέγω υμίν ο πιστεύων εις εμέ έχει ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. στ. 47) . Γιατί εργάστηκαν με όλη τους την καρδιά για το Χριστό, γιατί έχυσαν το αίμα τους για την αγάπη του Χριστού, γιατί κήρυξαν το όνομά του στα πέρατα της οικουμένης, και δεν φάνηκαν ράθυμοι, δεν παρήκουσαν τις εντολές Του, δεν αντιστάθηκαν στο μαρτύριο και τις συνέπειές του, δεν καταφρόνησαν τον Κύριο, ο Οποίος μέσω του Αποστόλου Παύλου λέει: «Μιμητές μου γίνεσθε, καγώ Χριστού».
Η αγιότητα είναι η έκφραση και η έκφανση των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Στην αγιότητα κατοικεί και αρέσκεται ο Κύριος διότι μέσω αυτής αναγνωρίζει και λέει: «Ουκ έτι καλώ υμάς δούλους, αλλά φίλους» και ο Απόστολος Παύλος ορίζει ότι οι άγιοι είναι το σώμα του Χριστού και ο Χριστός η κεφαλή. 
Ο μακαριστός πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς αναφέρει: Οι Άγιοι είναι οι περισσότερο τέλειοι Χριστιανοί, διότι έχουν αγιασθεί στο μέγιστο, κατά το δυνατόν, βαθμό με την άσκηση της πίστεως στον Αναστάντα και αιωνίως ζώντα Κύριο Ιησού Χριστό. Η ζωή τους ολόκληρη είναι από τον Χριστό και γι’ αυτό όλη είναι χριστοζωή. Η σκέψη τους είναι χριστο-σκέψη, η αίσθησή τους χριστο- αίσθηση. Ό,τι είναι δικό τους είναι πρώτα του Χριστού και κατόπιν δικό τους. Αν είναι η ψυχή, αυτή είναι πρώτα του Χριστού και κατόπιν δική τους αν είναι η ζωή, είναι πρώτα του Χριστού και μετά δική τους. Σ’ αυτούς δεν είναι αυτοί, αλλά «τα πάντα και εν πάσι Χριστός». Δηλαδή, η ζωή των Αγίων είναι στην πραγματικότητα αυτή η ζωή του Θεανθρώπου Χριστού, η οποία διοχετεύεται σ’ εκείνους που τον ακολουθούν και βιώνεται από αυτούς μέσα στην Εκκλησία του. 
Οι Άγιοι είναι πρόσωπα χριστοφόρα, άγια στα οποία διαφυλάσσεται και με τα οποία διαδίδεται η αγία Παράδοση αυτής της ζωής που βρίσκεται μέσα στη Χάρη. Διαφυλάσσεται και μεταδίδεται με την αγία Ευαγγελική πολιτεία τους. Οι Άγιοι είναι οι ενσαρκωμένες Ευαγγελικές θείες αλήθειες οι οποίες έχουν μεταφερθεί στην ανθρώπινη ζωή μας διαμέσου της χάριτος και των ασκήσεων. Ζώντας εν Χριστώ οι Άγιοι κάνουν τα έργα του Χριστού, διότι δι’ Αυτού γίνονται όχι μόνο δυνατοί, αλλά παντοδύναμοι • «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ» (Φιλιπ. δ, 13). 

Η ζωή λοιπόν κατά το Ευαγγέλιο, η αγία ζωή, η θεία ζωή, είναι η φυσική και η κανονική ζωή για τους χριστιανούς. Διότι οι χριστιανοί κατά την κλήση τους είναι άγιοι . Το να αγιασθούμε ολοτελείς, και κατά την ψυχή και κατά το σώμα, αυτή είναι η κλήση μας. (Πρβλ. Α΄ Θες ε΄ 22-23). Και αυτό δεν αποτελεί θαύμα αλλά κανόνα, τον κανόνα της πίστεως, την φύση και τη λογική της Ευαγγελικής πίστης . Είναι σαφής η εντολή του ιερού Ευαγγελίου: «Κατά τον καλέσαντα υμάς Άγιον και αυτοί άγιοι εν πάση αναστροφή γενήθητε» (Α΄ Πέτρ. α΄ 15) 
Όπως αναφέρει και ένας ύμνος της Εκκλησίας για τους Αγίους Πάντες: «Η μνήμη αύτη των Αγίων απάντων, καθάπερ άλλος ουρανός απαστράπτει, ως ήλιον μεν λάμποντα εν μέσω τον Χριστόν, έχων ως σελήνη δε, την Αγίαν Παρθένον, και ως άστρα φαίνοντα, κύκλω πάντας Αγίους. Διό οι εορτάζοντες αυτήν, νουν και καρδίαν, αει ελλαμπόμεθα». Δηλαδή, η μνήμη όλων των αγίων είναι ως ένας απαστράπτων ουρανός, με ήλιο το Ιησού Χριστό, με σελήνη την Παναγία και με άστρα όλους τους αγίους, όχι άτακτα και διασκορπισμένα, αλλά γύρω από τον ήλιο και τη σελήνη. Γι’ αυτό εμείς που εορτάζουμε και τιμούμε την μνήμη τους, νου και καρδιά, ψυχή και σώμα, πάντοτε να είναι φωτεινά. Είθε με τις ευχές τους και το χριστομίμητο παράδειγμά τους να πορευόμαστε και μείς!